Της Μαρίας Τάκη,

Ο Φεβρουάριος, ως μήνας κατ’ εμέ, είναι από τους πιο ιδιόρρυθμους κάθε έτους. Δεκέμβριος και Ιανουάριος έχουν μια σειρά χαρμόσυνων γεγονότων και, κατά κύριο λόγο, πηγαίας χαράς. Χριστούγεννα, νέο έτος, καινούργιοι στόχοι και μια εσάνς ότι όλα από εδώ και στο εξής θα πάνε κατ’ ευχήν. Τον Φεβρουάριο, ωστόσο, όλη αυτή η αισιοδοξία κάπως «κάθεται» και παίρνει τη ρεαλιστική της διάθεση. Και πριν προλάβει να μειωθεί κι άλλο, έρχεται το καρναβάλι!

Το καρναβάλι στη χώρα μας γνωρίζει αρκετά μεγάλη απήχηση και αποδοχή. Μπορεί ετυμολογικά η λέξη «Απόκριες» να σημαίνει αποχή από το κρέας, μια και σηματοδοτούν την έναρξη της Σαρακοστής μέχρι το Πάσχα, όμως στο μυαλό του μέσου ανθρώπου, και ειδικά νέου, σπάνια γίνεται αυτή η ταύτιση. Αντίθετα, η κύρια ευχαρίστηση είναι αυτή του καρναβαλιού και πιστέψτε με, όσες παραγράφους κι αν αφιερώσω, θαρρώ πως είναι φτωχές για να περιγράψω τι ακριβώς συμβαίνει εκείνη την περίοδο, ειδικά σε πόλεις με χρόνια παράδοση στο καρναβάλι, όπως η Πάτρα, η Ξάνθη, το Ρέθυμνο, ή αν θέλουμε να μιλήσουμε για τον υπόλοιπο κόσμο, η Βενετία, το Ρίο ντε Τζανέιρο, το Λονδίνο.

Λέξεις όπως «πρόγραμμα», «τάξη», «ησυχία», «καθωσπρεπισμός» κυριολεκτικά εξαφανίζονται και οι πόλεις ζουν σε αλλιώτικους ρυθμούς. Τα πάνω έρχονται κάτω. Έχεις την αίσθηση πως δε μένει κανείς στο σπίτι, όλοι ξεχύνονται στους δρόμους και διασκεδάζουν, πίνουν, χορεύουν και τραγουδούν, ντυμένοι ό,τι μπορεί να φανταστεί ο καθένας, από το πιο απλό μέχρι το πιο σύνθετο. Δυνατή μουσική, άρματα με καρναβαλιστές, σερπαντίνες και κομφετί. Μια πλανώμενη έκσταση, μια ζωντάνια φερμένη από άλλη εποχή, ένα ξέφρενο τριήμερο πανηγύρι.

Αν και θερμή υποστηρίκτρια του καρναβαλιού, γιατί θεωρώ ότι μόνο η συγκεκριμένη κατάσταση αποδίδει το πραγματικό νόημα της λέξης «γιορτή», κάθε χρόνο σκοντάφτω πάνω στην ίδια σκέψη. Γιατί να υπάρχει τόση διάχυτη χαρά μόνο στα καρναβάλια; Δε μπορούμε να είμαστε ευδιάθετοι όλο το χρόνο; Γιατί να περιμένουμε τον Φεβρουάριο για να χορέψουμε, να πιούμε μέχρι τελικής πτώσης, να συμπεριφερθούμε πιο ελεύθερα και άνετα, να ντυθούμε «αλλιώτικα», «διαφορετικά», «μη συνηθισμένα»; Το κάθε νόμισμα έχει πάντα δυο πλευρές, κι ενώ το καρναβάλι είναι η προσωποποίηση της χαράς, πολλές φορές μου φαίνεται ότι στον αντίποδα, το έχουμε ανάγκη. Λες και είναι η έκρηξη όλων όσων πιέζουμε έναν ολόκληρο χρόνο κάτω από υποχρεώσεις κι έχουμε άτυπα συνεννοηθεί να τα εξωτερικεύουμε τότε.

Φωτογράφος: Ανδρέας Χατζηδήμου

Αναμφίβολα η καθημερινότητα μας ρουφάει. Υποχρεώσεις, δουλειά, άγχος για το καινούργιο πρότζεκτ που αναλάβαμε, διαρκής αναζήτηση για μισθολογική, επαγγελματική και προσωπική εξέλιξη. Η μέρα φεύγει σαν νερό κι εμείς μένουμε πίσω να αναρωτιόμαστε πώς γίνεται ο χρόνος να περνά τόσο γρήγορα, πώς μπορούμε να βάλουμε μέσα στη μέρα μας δραστηριότητες που να μας προσφέρουν χαρά ή αν υπάρχει τρόπος να εκτονωθούμε και να χαλαρώσουμε απ’ όλα όσα μας πιέζουν. Η ζυγαριά τις περισσότερες φορές γέρνει προς την απόκρουση τέτοιων σκέψεων, προκειμένου να μην έχουμε τύψεις, για το αν προλάβαμε να αποδώσουμε τα μέγιστα ή αν μας ξέφυγε έστω και ένα χιλιοστό της πιθανής παραγωγικότητάς μας.

Αφού, λοιπόν, αποφεύγουμε τη συγκεκριμένη εσωτερική επιθυμία, προσπαθούμε να βρούμε τρόπους για να την καλύψουμε εξωγενώς. Και πιστέψτε με, αυτό είναι πολύ πιο εύκολο να συμβεί, φορώντας μια μάσκα στο πρόσωπο και μια αποκριάτικη στολή. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ηθοποιοί νιώθουν διαφορετικά μόλις κάνουν πρόβα με τη στολή της παράστασης και όχι με καθημερινά ρούχα. Είμαστε όντως κάποιοι άλλοι, αισθανόμαστε όντως κάποιοι άλλοι, όταν ντυνόμαστε με τρόπο που δεν είμαστε «εμείς». Τα ρούχα επιδρούν άμεσα στην ψυχολογία μας. Και αν το αναγάγουμε στην περίπτωση του καρναβαλιού, μας δίνει την ελευθερία να κάνουμε ό,τι θέλουμε, χωρίς να νιώθουμε οι εαυτοί μας. Σχιζοφρενικό, αλλά ισχύει.

Οι άνθρωποι φέρονται πολύ πιο ελεύθερα, όταν ξέρουν πως δε θα κριθούν. Ζούμε σε μια κοινωνία που έχει μάθει να ταυτίζει την αλήθεια με το φόβο και την ψεύτικη κανονικότητα ως κάτι υγιές. Ακριβώς αυτό το μοτίβο σπάει στις απόκριες. Δεν υπάρχουν ηθικοί και κοινωνικοί φραγμοί. Σε κανένα επίπεδο. Πουθενά. Ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, για όσο το θέλει, όπως το θέλει.

Να δει αν του ταιριάζει η στολή του πυροσβέστη, το κόκκινο χρώμα στα μαλλιά, αν είναι βολικά τα σαμπό της νοσοκόμας ή αν ο αστυνομικός προσδίδει, τόσο κύρος, όσο υποψιάζεται. Να δοκιμάσει εκείνη την περούκα με το γαλάζιο χρώμα, να κάνει full face make-up γάτας, να ντυθεί μονόκερος, να δοκιμάσει ψηλοτάκουνες γόβες. Να πιει μέχρι να μη νιώθει τα πόδια του, να φωνάξει δυνατά στο δρόμο χωρίς να γυρίσουν απορημένα κεφάλια προς το μέρος του, να φάει όσο επιθυμεί, να χορέψει σαν να μην υπάρχει αύριο, να πει όλα όσα δεν τολμά το πρωί που θα πρέπει να πάει στη δουλειά.

Γι’ αυτό και λατρεύουμε τα καρναβάλια. Γιατί είναι οι μόνες μέρες που το να κυκλοφορείς στο δρόμο με πιτζάμες, είναι φυσιολογικό. Που μπορείς να γίνεις και πάλι παιδί, χωρίς να σε απασχολεί η γνώμη των άλλων. Που η παρέλαση ανθρώπων ντυμένοι τραπουλόχαρτα, γουρούνια, στρουμφάκια, μαζορέτες, κλόουν και ό,τι άλλο μπορεί να σκεφτεί ανθρώπινος νους, είναι διασκέδαση κι όχι τρέλα.

Αφού δεν ερχόμαστε σε επαφή με τα πραγματικά μας θέλω, τις πραγματικές μας ανάγκες και όλα όσα μας κάνουν να νιώθουμε ζωντανοί με επιχείρημα την «κοινωνική συνοχή», δίνουμε ρεπό στον εαυτό μας τον Φεβρουάριο, προκειμένου να εκτονώσουμε με οποιονδήποτε τρόπο, όλα όσα μας πιέζουν… Τίμια ανταλλαγή (;)


Μαρία Τάκη

Είναι απόφοιτη του Τρίτου Ευρωπαϊκού Σχολείου Βρυξελλών και της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με καταγωγή από τα Γιαννιτσά. Γνωρίζει άριστα δυο ξένες γλώσσες (Αγγλικά, Γαλλικά). Ασχολείται ερασιτεχνικά με τη μουσική, το χορό και το θέατρο. Αγαπάει την ποίηση, τη λογοτεχνία, τα ταξίδια και την επαφή με διαφορετικές κουλτούρες και πολιτισμούς.