Του Παναγιώτη Δωρή, 

Από τις τελευταίες μου περιηγήσεις στο Facebook και γενικότερα στον διαδικτυακό τόπο παρατηρώ ότι με δειλό τρόπο εκκίνησαν οι ετοιμασίες της επετείου 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Διάβασα άρθρα επί άρθρων, αφιερώματα, κείμενα αντικρουόμενα της καμπάνιας, αλλά και κείμενα υπερασπιστικά της προσπάθειας με ηγετικό πρόσωπο την κυρία Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη. Μάλιστα έκανε και την πρώτη της επίσκεψη στην πρώτη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, το Ναύπλιο, σηματοδοτώντας έτσι την έναρξη της προπαρασκευαστικής περιόδου, κατά την διάρκεια της οποίας ουδείς γνωρίζει επακριβώς, ακόμη, ποιοι στόχοι θα τεθούν και ποια θα είναι η αποστολή αυτής της Επιτροπής. Σε καμία των περιπτώσεων δεν θα σταθώ στα της Επιτροπής, με την έννοια της επιλογής προσώπων, σήματος και τακτικών. Υπάρχουν εξαιρετικά κείμενα και υπέρ και κατά της κίνησης της κυβέρνησης την δεδομένη χρονική στιγμή και συστήνω να τα αναγνώσετε. Το ζήτημα παρ’ όλα αυτά έγκειται στην ενιαία και διαρκή τακτική των Ελλήνων στους εορτασμούς, σε σύγκριση με την πραγματικότητα και τις συνθήκες που επικρατούν. 

Πώς θα αντιδρούσαν, άραγε, οι αγωνιστές του ΄21, όταν θα τους γινόταν γνωστό ότι η χώρα δεν ξεχνά τα κατάλοιπα της εποχής τους; Την στιγμή που οι άνθρωποι αυτοί πάλεψαν για την ανεξαρτησία της χώρας, ορισμένοι σύγχρονοί τους να εκφράζουν την άποψη περί απόσχισης του ελληνικού κράτους από την Οθωμανική αυτοκρατορία με βίαια μέσα; Και τέλος πώς θα αντιδρούσαν στον «καιροσκοπισμό» των Ελλήνων, που θέτουν εαυτόν πάνω από το συλλογικό καλό;

Τα προβλήματα που επικρατούν στην σημερινή Ελλάδα δεν είναι εφικτό να καταγραφθούν συνοπτικά. Ολοένα ακούγονται πλείστες γκρίνιες από πολλές μεριές σχετικά με τα χρήματα του κράτους, και ιδιαίτερα για την έλλειψη αποθεματικών, που σκοπό θα είχαν την βελτίωση των υποδομών και τρόπον τινά την καθημερινότητα, όχι μόνο των πολιτών και των κατοίκων, αλλά και των επισκεπτών. Πάντα ο Έλληνας ήταν αλαζόνας και παραδόπιστος. Για να μην παρεξηγηθώ για αλυσιτελή γενίκευση, με την λέξη «Έλληνας» εννοώ την πλειοψηφία. Για τον λόγο αυτόν άλλωστε μην ξεχνάμε την τραγική έκβαση που θα μπορούσε να είχε η Επανάσταση, σε περίπτωση που οι μεσοεπαναστατικοί εμφύλιοι κατασπάραζαν τον ελληνικό λαό. Είναι γνωστό ότι ο μέσος Έλληνας αρέσκεται στις φιλοφρονήσεις και θεωρεί τον εαυτό του ικανότερο και πολυτιμότερο για την κοινωνία από τον συμπολίτη του. Απόδειξη όλων των παραπάνω είναι η πορεία της χώρας στην μετά την κήρυξη της Ανεξαρτησίας το 1830 έως σήμερα. Το ελληνικό κράτος ουδέποτε κατάφερε να σχηματίσει σταθερές υποδομές, κοινωνικές, πολιτικές, κρατικές κλπ. Αποτέλεσε ένα κράτος «πανηγύρι», το οποίο εόρταζε κάθε στιγμή της ιστορίας του διάφορες επιτυχίες του παρελθόντος, την ίδια ακριβώς στιγμή, όμως, δεν έθετε τις κατάλληλες και απαραίτητες βάσεις για πολλαπλασιασμό αυτών των επιτυχιών στο μέλλον. Επιπλέον, είναι ένα κράτος, το οποίο έως και σήμερα, δεν κατάφερε να κερδίσει το «φάντασμα» του παρελθόντος, με τις επιπτώσεις να είναι εμφανείς σε κάθε κρίσιμο υπό εξέταση τομέα.

Γιατί όμως είμαστε μια χώρα των πανηγυριών; Πώς καταλήγουμε σε αυτό το συμπέρασμα;

Στην αρχή του άρθρου αναφέρθηκε ότι από την μεριά του δημοσίου τομέα δεν επιτελούνται έργα εξαιτίας οικονομικής δυσπραγίας και έλλειψης πόρων; Πράγματι, εάν το κράτος (είτε με την κεντρική μορφή, είτε με την μορφή των ΟΤΑ) προσανατολίζεται στο να πριμοδοτεί καταφανώς με χρήματα λαϊκά γλέντια με σουβλάκια στο όνομα της κοινωνικοποίησης και της διαφύλαξης των πατροπαράδοτων εθίμων, τότε που να βρεθούν χρήματα για την αναβάθμιση της υγείας, για διορισμό προσωπικού στα νοσοκομεία που μετά κόπων και βασάνων εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους, ή της παιδείας, με σκοπό την παροχή ποιοτικότερης παιδείας, και όχι μαθητείας;

Επιπρόσθετα, η παροχή των δημοσίων και δημοτικών υπηρεσιών πρέπει να είναι ισότιμη και σε κάθε περίπτωση η αρμόζουσα. Για παράδειγμα, ένα υπουργείο, μια περιφερειακή αρχή ή ένα δημαρχείο οφείλει, σύμφωνα με την αρχή της ισότητας που καθιερώνεται στο Σύνταγμά μας, να συμπεριφέρεται κατά όμοιο τρόπο σε κάθε Έλληνα πολίτη ξεχωριστά, μη κρίνοντας με βάση το εισοδηματικό κριτήριο ή το κοινωνικό στάτους του καθενός. Πράξεις εντυπωσιασμού σε εκλεκτά μέλη του ελληνικού λαού, όχι μόνο κατακρίνονται ως πράξεις αντίθετες στις συνταγματικές μας αρχές, αλλά ακόμη καταδεικνύουν περίτρανα τον καιροσκοπισμό του Έλληνα για ακόμη μία φορά. 

Σκοπός των εορτασμών της Εθνικής Παλιγγενεσίας δεν πρέπει να είναι οι γιορτές και τα πανηγύρια, αλλά εν μέσω χαλεπών καιρών οφείλουν να οδηγήσουν σε σκέψεις. Πρώτον, στην σκέψη του πώς και γιατί εντέλει ανεξαρτητοποιηθήκαμε και ποιοι ήταν οι αγνοί σκοποί των τότε επαναστατών. Δεύτερον, στην σκέψη του πώς και γιατί οδηγηθήκαμε και φτάσαμε στην σημερινή και ισχύουσα κατάσταση. Τρίτον, ποια είναι τα βήματα που οφείλει να ακολουθήσει η ελληνική κοινωνία και πολιτεία στη συνέχεια των επόμενων ετών. Και τέταρτον, ποιοι είναι οι στόχοι που θέτει η Ελλάδα τα επόμενα έτη και ποιοι οι γενεσιουργοί λόγοι που οδηγούν εκεί. Η μεταστροφή της πολιτείας από τον καιροσκοπισμό στο μακροπρόθεσμο όφελος και η αποστροφή από τις φανφάρες πρέπει να είναι η βασική μας επιδίωξη, όχι μόνο ως κράτος, αλλά και ως έθνος.

Χρήματα υπάρχουν, αρκεί να μην ξοδεύονται σε πανηγύρια. 


Παναγιώτης Δωρής

Έχει γεννηθεί και μεγαλώσει στο Ναύπλιο. Σπουδάζει στη Νομική σχολή του Δ.Π.Θ. Όντας πολύ καλός γνώστης αγγλικών, έχει συμμετάσχει σε προσομοιώσεις και σε αρκετά επιστημονικά συνέδρια. Το ενδιαφέρον του κεντρίζεται γύρω από τα ζητήματα της τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά και την πολιτική ενεργοποίηση των νέων.