Της Ανθής Ντόλα,

Είναι γνωστή η φιλοϊδιωτική πολιτική της ΝΔ ανά τα χρόνια γεγονός απολύτως σεβαστό και κατανοητό, ίσως όμως αυτή την φορά να ξεπέρασε λίγο τα όρια. Το άρθρο 50 του νομοσχεδίου του Υπουργείου Παιδείας αποτελεί την απόδειξη αυτού του «παραστρατήματος». Η εξίσωση των ιδιωτικών κολλεγίων με τα ελληνικά δημόσια ΑΕΙ έχει προκαλέσει αντιδράσεις τόσο από φοιτητές όσο και από εκπαιδευτικούς, ενώ τα ίδια τα πανεπιστημιακά ιδρύματα φαίνεται να έχουν σοβαρές ενστάσεις για το άρθρο 50. Αν και οι παραπάνω παράγοντες ήταν αναμενόμενο να έχουν αρνητική στάση απέναντι σε αυτή την αλλαγή, αίσθηση προκαλεί πως και όλα τα υπόλοιπα κόμματα της Βουλής ήταν αρνητικά σε στην ψήφιση αυτού του άρθρου πέρα από το κυβερνών. Γιατί όμως το άρθρο 50 έχει ξεσηκώσει τόσες αντιδράσεις;

Σύμφωνα με το άρθρο 50 του νέου νομοσχεδίου του Υπουργείου Παιδείας, δίνεται πρόσβαση στους πτυχιούχος ιδιωτικών κολλεγίων να διεκδικούν εργασιακές θέσεις στο δημόσιο ισότιμα με τους πτυχιούχους των δημόσιων ελληνικών ΑΕΙ. Γίνεται μία επαγγελματική ισοτιμία μεταξύ των δύο πτυχίων, εξισώνοντας το πτυχίο σχολών των ιδιωτικών κολλεγίων με το πτυχίο των δημόσιων ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της χώρας.

Αρχικά μιλάμε για μία υποτίμηση όχι μόνο των ελληνικών πανεπιστημίων αλλά ολόκληρου του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος. Ξαφνικά χάνεται ο στόχος. Ξαφνικά οι μαθητές που επιθυμούν να σπουδάσουν δεν χρειάζεται να μοχθούν ιδιαίτερα για να καταφέρουν να μπουν στο πανεπιστήμιο καθώς έχουν την επιλογή ενός ιδιωτικού κολλεγίου, το οποίο να έχει ισάξια επαγγελματική δικαιώματα με τα δημόσια ΑΕΙ. Η είσοδος σε αυτό μπορεί να γίνει απλώς πληρώνοντας χρήματα. Με αυτά μπορούν να διαλέξουν όποια σχολή θέλουν χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Αν και σαν πλάνο δεν ακούγεται άσχημο στην ουσία του είναι. Εκτιμούμε κάτι όταν προσπαθούμε γι’αυτό και σε αυτή την περίπτωση το διάβασμα και η συγκέντρωση είναι τα όπλα της επιτυχίας. Όταν κάποιος στοχεύει να μπει στο πανεπιστήμιο ένας είναι ο δρόμος η μόρφωση τώρα όμως υπάρχει και ένας άλλος, ο οποίος δεν είναι ιδιαίτερα αξιοκρατικός, και αυτός είναι τα χρήματα. Η εκπαίδευση χάνει την αξία της και τα χρήματα αντικαθιστούν την θέση της με πιθανό αποτέλεσμα την πτώση του μορφωτικού επιπέδου των εισαγόμενων φοιτητών και μετέπειτα των επαγγελματιών που θα προκύψουν από την εκάστοτε σχολή.

Παράλληλα με το άρθρο 50 προωθείται η ιδιωτική εκπαίδευση. Σε σύγκριση με τα δημόσια πανεπιστήμια τα ιδιωτικά κολλέγια είναι πλουσιότερα με πολύ καλές εγκαταστάσεις. Πώς ένα δημόσιο ΑΕΙ θα καταφέρει να ανταγωνιστεί μία τέτοια επιχείρηση; Δυστυχώς αν εξαιρέσει κάποιος το επίπεδο των εκπαιδευτικών που στελεχώνουν το ανθρώπινο δυναμικό στις πανεπιστημιακές σχολές, τα ΑΕΙ στερούνται σε πολλά πράγματα σε σχέση με τα κολλέγια. Επομένως τα δημόσια πανεπιστήμια θα προτιμηθούν από οικονομικά ασθενέστερες ομάδες ή από όσους είναι πιστοί στη αξία της δημόσιας εκπαίδευσης. Μπορεί τα περισσότερα από τα δημόσια ελληνικά ΑΕΙ να έχουν μία μακρά ιστορία και ένα ισχυρό όνομα στο χώρο της παγκόσμιας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, όπως για παράδειγμα το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, το οποίο βρίσκεται στην 244η θέση παγκοσμίως, σύμφωνα με το Banking Web of Universities, αλλά είναι άγνωστο κατά πόσο θα μπορέσουν να διατηρήσουν την ισχύ τους εντός του κράτους. Πληροφοριακά, από τα ιδιωτικά κολλέγια που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα το πρώτο συναντάται στην 4692η θέση της διεθνούς κατάταξης, δηλαδή βρίσκεται πολύ χαμηλότερα από τα δημόσια ελληνικά ΑΕΙ, γεγονός που θα έπρεπε να μας προβληματίζει.

Πέρα από τα παραπάνω ζητήματα το βασικό είναι να καταλάβουμε ότι το ιδιωτικό κολλέγιο είναι επιχείρηση και όπως κάθε επιχείρηση ο βασικός στόχος είναι το κέρδος. Η είσοδος σε ένα πανεπιστήμιο πρέπει να γίνεται με αξιοκρατικότερα κριτήρια απ’ότι είναι τα χρήματα και το κέρδος. Πρέπει να γίνεται με βάση τις γνώσεις, το μορφωτικό επίπεδο και την εργατικότητα του κάθε μαθητή-φοιτητή. Αν και η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει πως τα κριτήρια θα είναι αυστηρά και θα υπάρχει έλεγχος οφείλω να ομολογήσω πως είμαι λίγο δύσπιστη. Αν είναι τόσο εύκολο να δημιουργηθούν από την αρχή αξιοκρατικά κριτήρια  εισαγωγής των μαθητών στα ιδιωτικά κολλέγια και δεν είναι εύκολο να διευθετηθούν διάφορα προβλήματα με τα ελληνικά ΑΕΙ , όπως η παρανομία στους πανεπιστημιακούς χώρους, ώστε να μην χρειαστεί να τα εξισώσουμε με ιδιωτικά κολλέγια;

Kαι μέσα σε όλα αυτά έρχεται να συμπληρωθεί κι το ζήτημα της ανεργίας. Ορθή ήταν η απόφαση της κυβέρνησης να αναστείλει την λειτουργία νέων πανεπιστημιακών σχολών καθώς τα επίπεδα της ανεργίας στη χώρα είναι εξαιρετικά υψηλά αλλά με την ψήφιση του άρθρου 50  το αποτέλεσμα μπορεί να αποδειχθεί το ίδιο. Διερωτώμαι πώς θα μπορέσουν να απορροφηθούν επαγγελματίες δασκάλους, οι οποίοι προκύπτουν από τα ιδιωτικά κολλέγια; Αν σκεφτούμε ότι υπάρχουν ήδη εκπαιδευτικοί που περιμένουν να διοριστούν και πάνω από δύο πανεπιστημιακά τμήματα στην χώρα που συνεχίζουν να παράγουν επαγγελματίες εκπαιδευτικούς η ερώτηση είναι απολύτως λογική. Και η περίπτωση των εκπαιδευτικών είναι ένα από τα πολλά παραδείγματα τα οποία θα προκαλέσουν σύγχυση. Επομένως πώς θα καταπολεμηθεί η ανεργία που τόσο πρόβλημα δημιουργεί στην ελληνική κοινωνία; Για ποια αξιοκρατία μιλάμε όταν στα δημόσια πανεπιστήμια εισέρχεται κάποιος μετά από πανελλήνιες εξετάσεις ενώ στα ιδιωτικά κολλέγια με την πληρωμή ενός διόλου ευκαταφρόνητου ποσού; Πώς ο φοιτητής που μόχθησε να περάσει σε μία σχολή υψηλόβαθμη θα μπορέσει να αποδεχτεί αυτή την αλλαγή και θα την θεωρήσει δίκαιη;

Βέβαια για να υπάρχει μία ισορροπία, είναι αναγκαίο να τονιστεί πως ο ανταγωνισμός ίσως βοηθήσει τα ελληνικά δημόσια ΑΕΙ να δραστηριοποιηθούν. Θα πρέπει να ανανεωθούν εκ των έσω και να εκσυγχρονιστούν σε κάποιους τομείς. Μπορεί να προσφέρουν αρκετές υπηρεσίες αλλά ο ανταγωνισμός ίσως ταρακουνήσει τα δημόσια ελληνικά ΑΕΙ και τα αναγκάσει να γίνουν ανταγωνιστικότερα, προσφέροντας περισσότερες υπηρεσίες και ποιοτικότερη εκπαίδευση απ’ότι τώρα. Η δημόσια εκπαίδευση θα πρέπει να ακολουθεί τους ρυθμούς της κοινωνίας και σε κάποιο βαθμό τα δημόσια πανεπιστήμια της χώρας έχουν μείνει λίγο πίσω. Ήρθε η ώρα να μειώσουν την διαφορά και να πηγαίνουν παράλληλα με την ελληνική κοινωνία.

Αυτοί οι προβληματισμοί είναι ιδιαίτερα σοβαροί καθώς προκαλούν έντονους κλυδωνισμούς στην ελληνική κοινωνία. Ίσως η ελληνική κυβέρνηση θα έπρεπε πρώτα να συνδράμει στην βελτίωση την υπάρχουσας κατάστασης στα δημόσια πανεπιστήμια, να φροντίσει να τα στηρίξει και να τα χρηματοδοτήσει σε ότι αφορά τον εξοπλισμό και τις εγκαταστάσεις τους. Να στοχεύσει στην ελάφρυνση των οικονομικά ασθενέστερων οικογενειών που έχουν μέλη, τα οποία επιθυμούν να σπουδάσουν και να καταφέρει να κάνει τα ελληνικά πανεπιστήμια πλήρως ανταγωνιστικά και αξιοπρεπή απέναντι σε αυτά του εξωτερικού. Μήπως τελικά η κυβέρνηση της ΝΔ θα έπρεπε να επικεντρωθεί σε μία συνολική βελτίωση τη δημόσιας εκπαίδευσης; Απλές σκέψεις που έχουν μεγάλη σημασία για όλους, ή μήπως όχι;


Ανθή Ντόλα

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Πτυχιούχος του τμήματος Βαλκανικών Σλαβικών και Ανατολικών σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, με επιλογή γλώσσας την τουρκική, εργάστηκε στην Μονάδα Ερευνών Κοινής Γνώμης και Αγοράς του πανεπιστημίου της ενώ παράλληλα συμμετείχε σε πολιτικά συνέδρια και σεμινάρια. Πραγματοποίησε την πρακτική της άσκηση στην ΔΕΘ ενώ ταυτόχρονα ολοκλήρωσε την πτυχιακή της εργασία με θέμα «Ο Ζ. Ζάεφ και τα ελληνικά ΜΜΕ». Βασικά της ενδιαφέροντα τα ταξίδια, καθώς έχει ταξιδέψει σε όλες τις βαλκανικές χώρες και στην Τουρκία, το θέατρο και η μουσική, συμμετέχοντας σε θεατρικές παραστάσεις και ραδιοφωνικές εκπομπές.