Της Μαρίας Τάκη,

Αγαπημένε μου παππού,

Ποτέ δεν είχα καλή σχέση με τους αποχωρισμούς. Ίσως γιατί η μέχρι τώρα ζωή μου είναι γεμάτη από δαύτους. Και τώρα, αποχαιρέτισα εσένα, που έφυγες ένα ηλιόλουστο πρωινό του Φλεβάρη. Ακόμη και τώρα που το γράφω, δεν μπορώ να συνειδητοποιήσω τι ακριβώς εννοώ. Γι’ αυτό, αποφάσισα να σου γράψω για όλα τα υπόλοιπα, αυτά που συνειδητοποίησα, αυτά που κατάλαβα, αυτά που θέλω να σου πω.

Παππού μου, ήσουν Βλάχος από τα βουνά της Ηπείρου. Δυνατός, σωματικά και ψυχικά, τα βουνά σκληραίνουν τους ανθρώπους. Περήφανος για την καταγωγή σου. Κάπως υποσυνείδητα το πέρασες και σε εμένα, που καμαρώνω για την κατά το ήμισυ βλάχικη ρίζα μου. Μπορεί να μην καταλάβαινα λέξη όταν μιλούσατε οι δυο σας με τη γιαγιά, ωστόσο, μου άρεσε να σας ακούω. «Είναι εύηχη και άγραφη γλώσσα τα βλάχικα Μαρία μου», έλεγες. Είχες μια πηγαία καλοσύνη και ευγένεια. Δε σε θυμάμαι ποτέ να φωνάζεις. Ήσουν ήρεμος. Έλυνες τις διαφωνίες σου με διάλογο, έλεγες τη γνώμη σου χωρίς να επιβάλλεις το δικό σου για σωστό. Γι’ αυτό και σε άκουγαν όλοι, μικροί και μεγάλοι.

Παππού μου, έλεγες πάντα ιστορίες. Διαφορετικές, ασυνήθιστες, από εποχές μακρινές και δύσκολες. Ιστορίες που δεν άκουγα από ανθρώπους της πόλης. Είχαν να κάνουν με το μπόλιασμα των δέντρων, με το πώς φτιάχνεται το τσίπουρο, με τη βοσκή. Άκουγα για την Αθήνα του ’60 και του ’70, για τον εμφύλιο και τους αντάρτες στα βουνά, για τη φτώχεια στα ορεινά. Γι’ αυτό, κάθε φορά που ερχόμουν στο χωρίο, έλεγα από μέσα μου, «άντε να δούμε τι ιστορία θα ακούσουμε αυτή τη φορά απ’ τον παππού!». Κι ακόμη κι όταν διαφωνούσαμε (το χάσμα γενεών δεν κάνει χάρες), δεν κρατούσες κακία.

Όταν ήμουν μικρή, έπιανες το πιο μικρό κατσικάκι του κοπαδιού σας, το έβαζες δίπλα μου και μου έλεγες «κοίτα, ίδιο ύψος είστε, κι αυτό μικρό είναι σαν κι εσένα!». Μου έδινες λίγο καλαμπόκι στη χούφτα μου για να το ταΐσω κι αυτό το μύριζε, μου έγλυφε την παλάμη κι εγώ γελούσα! Μας ανέβαζες στο φυλάκιο της Κατάρας, για να δούμε τα εκχιονιστικά με τα οποία κρατούσατε τους δρόμους ανοιχτούς το χειμώνα. «Να, εκεί πίσω από το τζάμι κάθεται ο παππούς και οδηγάει και βγάζει το χιόνι από το δρόμο και τα αυτοκίνητα μπορούν να συνεχίσουν το ταξίδι τους», μου έλεγες. Κι εγώ με την αδερφή μου, περιεργαζόμασταν τα μηχανήματα που στα δικά μας παιδικά μάτια φαίνονταν τεράστια. Και ήταν.

Τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων είχαν βουνίσια χροιά και μια ξεγνοιασιά αλλιώτικη απ’ αυτή των αστικών κέντρων. Μαζί με τα υπόλοιπα ξαδέρφια, μας έβαζες ταινίες western το μεσημέρι κι εμείς το απόγευμα, που ο ήλιος έπεφτε, το παίζαμε σύγχρονοι Ρομπέν των Δασών στην πλατεία του χωριού. Μας ανέβαζες στο χορτοκοπτικό και πηγαίναμε όλοι μαζί στα χωράφια. Το μηχάνημα έκανε τρελή φασαρία, όμως, για εμάς ήταν το ωραιότερο παιχνίδι. Μας έμαθες να ξεχωρίζουμε τα ώριμα γκόρτσα και να μαζεύουμε γλυκά μούρα. Οι μπλούζες μας γίνονταν μωβ στην προσπάθειά μας να πάμε λίγα πίσω στη γιαγιά, αλλά δεν τα καταφέρναμε γιατί τα ζουλούσαμε. Κι εσύ έλεγες, «δεν πειράζει, πάμε να δείξετε τι ωραίο χρώμα έγιναν τα ρούχα σας!», για να μας πειράξεις.

Οι ζεστές μέρες του Αυγούστου, όμως, ήταν οι καλύτερές. Γιατί μας φόρτωνες στην καρότσα του αγροτικού και μας πήγαινες για μπάνιο στη στέρνα. Στη διαδρομή γελούσαμε, παίζαμε και βλέπαμε τη θέα με τα βουνά. Και μόλις φτάναμε, πηδούσαμε κάτω και τρέχαμε να μπούμε στο νερό που ήταν μπούζι κι ας έσκαγε ο τζίτζικας. Δε μας ένοιαζε όμως. Η χαρά μας σκέπαζε όλα τ’ άλλα!

Χάρη σε σένα έμαθα να οδηγάω, όταν στα δεκαπέντε, αντί να κάτσω στην καρότσα του αγροτικού, με έβαλες στη θέση του οδηγού. «Δε θα ακούς όποιον σου λέει πως δεν μπορείς να οδηγήσεις. Σ’ αυτά θα είσαι αντράκι. Το αυτοκίνητο είναι απλώς μια μηχανή. Το μόνο που χρειάζεται είναι να μάθεις να την ακούς.» Τη φύλαξα αυτή τη συμβουλή…

Και το οδήγημά μου, και το «αντράκι» (όχι μόνο στην οδήγηση), και πολλά ακόμα, σου τα χρωστάω. Μ’ έμαθες να μη φοβάμαι τη φύση και την αλήθεια. Μεγαλώνοντας, παίζαμε ρεμπέτικα με τον μπαμπά κι εσύ τραγουδούσες (είχες ωραία φωνή!) και οι ιστορίες μετατρέπονταν σε κουβέντες που πάντα είχαν κάτι να μου αφήσουν. «Θα είσαι ευγενική, με τους πάντες. Από την ευγένεια δεν έχασε ποτέ κανείς. Πριν μιλήσεις, να σκέφτεσαι. Έτσι, θα βγάζεις στους ανθρώπους την καλύτερη εκδοχή του εαυτού τους. Κι αν δεις ότι δεν παίρνεις όλα όσα σου αξίζουν, να φεύγεις. Γιατί αξίζεις πολλά. Και είμαι περήφανος για σένα. Πολύ! Μπράβο σου που τα κατάφερες. Να προχωράς πάντα μπροστά. «Εγώ σ’ αγαπώ πολύ και θα σε καμαρώνω από μακριά», μου είχες πει τη μέρα που σου έφερα το πτυχίο μου. Με συγκίνησες τόσο πολύ!!

Γι’ αυτό και σ’ ευχαριστώ. Για όλα όσα μου έμαθες, για όλα όσα μου δίδαξες. Οι παιδικές μου αναμνήσεις θα ήταν πολύ πιο φτωχές χωρίς εσένα. Μόνο που να… με στεναχωρεί που δεν θα έχω καινούργιες ιστορίες να προσθέσω στη συλλογή μου. Θα έχω τις παλιές συντροφιά. Και είναι πολύτιμες γιατί δεν αγοράζονται, ούτε με όλο το χρυσάφι της Γης. Θα σε θυμάμαι πάντα με αγάπη, αυτή δε χάνεται ξέρεις. Είναι το ομορφότερο συναίσθημα του κόσμου, δεν μπορεί να χαθεί. Όταν παίζω ρεμπέτικα θα σε σκέφτομαι και θα χαμογελάω, γιατί είμαι σίγουρη πως δε θα ήθελες να βλέπεις τους ανθρώπους σου λυπημένους.

Πονάει παππού, αλλά ηρέμησες, είμαι σίγουρη γι’ αυτό. Και όσα χρόνια κι αν περάσουν, εγώ πάντα θα είμαι έτοιμη να με ανεβάσεις στην καρότσα και να πάμε βόλτα στο ποτάμι…

Σ’ αγαπώ πολύ!

Η εγγονή σου.


Μαρία Τάκη, Αρχισυντάκτρια Ελεύθερου

Γεννήθηκε στην Έδεσσα. Είναι απόφοιτη του τρίτου ευρωπαϊκού σχολείου Βρυξελλών και της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Γνωρίζει άριστα Αγγλικά και Γαλλικά. Παίζει ακορντεόν και πιάνο και έχει κάνει μαθήματα φωνητικής. Χορεύει μπαλέτο και λάτιν και ασχολείται ερασιτεχνικά με το θέατρο και την φωτογραφία. Η αγάπη της για την λογοτεχνία και την ποίηση την οδήγησε στην αρθρογραφία, ενώ τα ταξίδια και η επαφή με διαφορετικές κουλτούρες και πολιτισμούς είναι το διάλειμμα από την καθημερινότητά της.