Του Παναγιώτη Τσελέκη,

Η εγκατάσταση των προσφύγων έγινε στη Μακεδονία, σε δεύτερη μοίρα στη Δυτική Θράκη και Κρήτη και σε τρίτη στη Θεσσαλία, Ήπειρο, Εύβοια και Αττική και των λιγότερων στις υπόλοιπες περιοχές της Ελλάδας. Συνολικά, δημιουργήθηκαν 2.000 περίπου οικισμοί και από αυτούς οι περισσότεροι στη Μακεδονία. Το κολοσσιαίο έργο της αποκατάστασης 1.500.000 προσφύγων σε μια χώρα με 5.500.000 κατοίκους ήταν τρομερά δύσκολο και ιδιαίτερα για ένα κράτος που είχε εξαντληθεί από τους πολέμους της δεκαετίας 1912-1922. Παράλληλα με τη διανομή της Γης, έπρεπε να γίνουν και τα απαραίτητα αρδευτικά έργα και να ανοιχτούν αρτεσιανά φρέατα στις περιοχές που εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες. Ακόμα, έπρεπε να αποξηραθούν οι βάλτοι για την καταπολέμηση της ελονοσίας κα να χαραχθούν καινούργιοι δρόμοι. Ήταν πολύ φυσικό να δημιουργηθούν διενέξεις και προστριβές ανάμεσα στους πρόσφυγες για το ποιος θα πάρει το καλύτερο κομμάτι γης, αν και η μοιρασιά γινόταν με κλήρο στις γενικές συνελεύσεις, παρουσία αντιπροσώπων της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων. Το ίδιο παρατηρήθηκε ανάμεσα στους πρόσφυγες και τους ντόπιους ακτήμονες, γιατί οι τελευταίοι ήθελαν να πάρουν τα καλύτερα κτήματα από αυτά που καλλιεργούσαν προσωρινά.

Μεγάλη ήταν η προσφορά των τοπογραφικών υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας για τη διανομή του κλήρου. Γιατί έπρεπε όχι μονάχα να καθορίσουν επακριβώς τα όρια των χωριών και των οικισμών, όπου θα γινόταν η εγκατάσταση των προσφύγων, αλλά έπρεπε να καθοριστούν και τα όρια του κάθε κλήρου, έργο πολύ δύσκολο για μια Υπηρεσία που δε διέθετε αρκετό ειδικευμένο προσωπικό. Αλλά και οι Υγειονομικές Υπηρεσίες του Κράτους κατέβαλαν υπεράνθρωπες προσπάθειες για την καταπολέμηση των επιδημιών και ιδιαίτερα της δυσεντερίας και του εξανθηματικού τύφου, που έκαναν θραύση στους προσφυγικούς καταυλισμούς, τα πρώτα χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αρκεί να αναφερθεί πως, δύο χρόνια μετά τη μεγάλη συμφορά, υπήρχαν ακόμα στρατόπεδα προσφύγων σε διάφορα σημεία της χώρας και, ύστερα από τέσσερα χρόνια, ζούσαν ακόμα σε σκηνές. Τα ευεργετικά αποτελέσματα της αποκατάστασης των προσφύγων στις αγροτικές περιοχές της χώρας, άρχισαν να γίνονται εμφανή με την πάροδο του χρόνου. Εργατικοί, δημιουργικοί και με απεριόριστες ικανότητες, οι πρόσφυγες αγρότες επιδόθηκαν με ζήλο στην καλλιέργεια του κλήρου τους, αρκετοί από αυτούς χωρίς τα απαραίτητα ζώα και με ελάχιστα εργαλεία. Παράλληλα, ίδρυσαν αγροτικούς συνεταιρισμούς για την καλύτερη καλλιέργεια, εμπόριο και διακίνηση των προϊόντων τους και την προμήθεια των αναγκαίων γι’ αυτούς εργαλείων, λιπασμάτων και σπόρων. Από μία στατιστική της 1ης Ιανουαρίου 1926, μαθαίνουμε πως στη Μακεδονία και Θράκη υπήρχαν 404 προσφυγικοί συνεταιρισμοί, 191 ντόπιοι και 43 μικτοί. Ο συνολικός αριθμός των μελών τους έφθανε τα 53.229 και από αυτά 32.385 ήταν πρόσφυγες, δηλαδή το 60,84% και τα υπόλοιπα 20.884 ήταν γηγενείς, δηλαδή το 30,16%.

Η ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής ήταν ραγδαία τα χρόνια εκείνα, ιδιαίτερα των λαχανικών, των οπωροφόρων δέντρων, του βαμβακιού, του καπνού, του σταριού, του καλαμποκιού και της σουλτανίνας. Μέσα σε λίγα χρόνια, η παραγωγή του σταριού στη Μακεδονία και Θράκη διπλασιάστηκε, του καλαμποκιού ανέβηκε κατά 50%, του καπνού και βαμβακιού πενταπλασιάστηκε και της σουλτανίνας στην Κρήτη τριπλασιάστηκε. Ενδεικτική της εργατικότητας, αλλά και της ικανότητας των προσφύγων καλλιεργητών, ήταν εκτός από την ποσοτική ανάπτυξη της παραγωγής της σουλτανίνας στην Κρήτη, που αναφέρθηκε παραπάνω, και η ποιοτική. Η καλλιέργεια της σουλτανίνας στο νησί είχε αρχίσει στις αρχές του 20ου αιώνα. Οι πρόσφυγες αμπελουργοί της περιοχής της Σμύρνης, μόλις εγκαταστάθηκαν στα κτήματα των Τούρκων, επιδόθηκαν με μεγάλη επιτυχία, παράλληλα με την εντατική της καλλιέργεια και στην αναβάθμιση της ποιότητάς της. Κατόρθωσαν σε λίγα χρόνια, η Κρητική σουλτανίνα που η τιμή της στη διεθνή αγορά ήταν κατά 20% κατώτερη από τη Σμυρναΐικη, όχι μόνο να καλύψει τη διαφορά, αλλά και να την ξεπεράσει. Την ίδια εποχή, ιδρύθηκαν από πρόσφυγες επιχειρηματίες μεγάλοι εμπορικοί οίκοι, για την καλύτερη επεξεργασία του προϊόντος, τη διακίνηση και την εμπορία του σ’ όλη την Ευρωπαϊκή Ήπειρο και ιδιαίτερα την Αγγλία. Ακόμα, ιδρύθηκε εργοστάσιο για την κατασκευή των ξύλινων κιβωτίων, απαραίτητων για τη συσκευασία της, που μέχρι τότε εισαγόταν από το εξωτερικό. Η μεγάλη αγροτική μεταρρύθμιση που άρχισε το 1922 και επεκτάθηκε αναγκαστικά για την αποκατάσταση των προσφύγων και των ντόπιων ακτημόνων αγροτών σε όλες ανεξάρτητα τις περιοχές της Ελλάδας, με μοναδική εξαίρεση τα εκκλησιαστικά κτήματα, όχι μονάχα βελτίωσε την οικονομική κατάσταση εκατοντάδων χιλιάδων αγροτικών οικογενειών, με τη νέα ανακατανομή του αγροτικού εισοδήματος, αλλά και απελευθέρωσε τους κολίγους που έγιναν ιδιοκτήτες της γης που καλλιεργούσαν ως τότε, ενώ ταυτόχρονα εξαφάνισε την τάξη των μεγάλων γαιοκτημόνων (κοτζαμπάσηδων). Ωστόσο, χρειάστηκαν αρκετά χρόνια για να καταργηθεί η παραδοσιακή αγροτική οικογένεια, που ήταν ως τότε και κατά κανόνα αυτοκαταναλωτική και να πάρει τη θέση της ο νέος τύπος της σύγχρονης αγροτικής οικογένειας.

Μεγαλύτερη από την ανάπτυξη της Αγροτικής Οικονομίας, κι ακόμα πιο εντυπωσιακή, ήταν η ανάπτυξη της Ελληνικής Βιομηχανίας στην περίοδο 1922-1932, με την αποκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα. Από το 1912-1913, με την απελευθέρωση της Μακεδονίας, της Ηπείρου και των νησιών του Αιγαίου και με την απότομη αύξηση του πληθυσμού της Ελλάδας από 2.700.000 κατοίκους σε 5.500.000, είχαν δημιουργηθεί οι ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη της Ελληνικής Βιομηχανίας, αφού η εγχώρια αγορά διευρύνθηκε τόσο πολύ που διπλασιάστηκε. Αλλά και με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την κάθετη πτώση των διεθνών μεταφορών και τον αποκλεισμό της Ελλάδας, το 1916-1917, δόθηκε η ευκαιρία στην Ελληνική Βιομηχανία να καλύψει τις ανάγκες της εγχώριας αγοράς σε είδη του Μακεδονικού μετώπου· η Ελληνική Βιομηχανία έγινε ο κύριος προμηθευτής των μεγάλων Συμμαχικών Δυνάμεων, που συγκεντρώθηκαν σε όλη την έκταση της Βόρειας Ελλάδας. Αλλά η μοναδική ευκαιρία για την κατακόρυφη ανάπτυξή της ήταν η μαζική εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα και η μεγάλη αγροτική μεταρρύθμιση. Η διεύρυνση της εγχώριας αγοράς με τη δημιουργία εκατοντάδων χιλιάδων νέων νοικοκυριών στις αστικές και αγροτικές περιοχές της Ελλάδας, η προσφορά φθηνής και ειδικευμένης εργατικής δύναμης από τους πρόσφυγες, παράλληλα με τη δασμολογική της προστασία από τον ανταγωνισμό των ξένων προϊόντων, ήταν τα βασικά κίνητρα για τη θεαματική απογείωση της Ελληνικής Βιομηχανίας. Για να καλυφθούν οι αυξημένες ανάγκες της εγχώριας αγοράς, έγιναν τότε μεγάλες επενδύσεις από τα υπερκέρδη των επιχειρήσεων που αποκτήθηκαν, κατά τη διάρκεια του πολέμου, και από την εισροή κεφαλαίων του εξωτερικού, και ιδιαίτερα των προσφύγων επιχειρηματιών της Μικράς Ασίας. Στην περίοδο αυτή, πολλά από τα παλιά εργοστάσια εκσυγχρονίστηκαν, άλλα επεκτάθηκαν και ανηγέρθηκαν καινούργια.

Ιδιαίτερη ανάπτυξη παρουσίασαν ορισμένοι τομείς της Βιομηχανίας, όπως η κλωστοϋφαντουργία, η ταπητουργία, η μεταλλουργία, η αλευροβιομηχανία και ακόμα οι βιομηχανίες οικοδομικών υλικών, ιματισμού, διατροφής και άλλων. Στην προσπάθεια αυτή συνέβαλαν αποφασιστικά και αρκετοί πρόσφυγες μεγαλο-επιχειρηματίες, που ίδρυσαν μεγάλες βιομηχανικές μονάδες της ειδικότητάς τους, που εξελίχθηκαν με τον καιρό στις μεγαλύτερες της Ελλάδας. Γύρω από τους μεγαλοεπιχειρηματίες, συγκεντρώθηκαν πολλοί ειδικευμένοι υπάλληλοι, στελέχη μεγάλων Κρατικών και Ιδιωτικών Επιχειρήσεων στην Τουρκία. Κάτοχοι ξένων γλωσσών, με μεγάλη πείρα αλλά και μόρφωση, οι υπάλληλοι αυτοί πλαισίωσαν τις μεγάλες εμπορικές, βιομηχανικές και τραπεζικές επιχειρήσεις, που ιδρύθηκαν τα χρόνια εκείνα από τους πρόσφυγες. Για πρώτη φορά στην Ελλάδα αναπτύχθηκε την εποχή εκείνη η ταπητουργία και μέσα σε λίγα χρόνια άρχισε να ανταγωνίζεται στη διεθνή αγορά την Τουρκική. Με κέντρο τη Νέα Ιωνία, ιδρύθηκαν πολλά εργοστάσια Ταπητουργίας που διέθεταν 2.000 αργαλειούς και απασχολούσαν περίπου 6.000 εργάτριες. Ενώ, ταυτόχρονα, αναπτύχθηκε και η σχετική οικοτεχνία που απασχολούσε την περίοδο εκείνη περίπου 30.000 νοικοκυρές. Από τα στατιστικά στοιχεία που δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς για τη δεκαετία 1922-1932, μαθαίνουμε πως ο αριθμός των βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα, σχεδόν διπλασιάστηκε και έφτασε από 33.811 μονάδες στις 61.485. Η απασχόληση σε αυτές από 154.600 άτομα έφτασε τις 280.330, ενώ το Εργατικό δυναμικό της Ελληνικής Βιομηχανίας, από 60.000 εργάτες έφτασε τους 181.500, δηλαδή τριπλασιάστηκε μέσα σε δέκα χρόνια. Κι ο ετήσιος αριθμός ανάπτυξης της βιομηχανικής παραγωγής κυμαινόταν γύρω στο 7%. Ο αριθμός αυτός είναι πολύ σημαντικός, αν λάβουμε υπόψη μας, πως μονάχα τρεις χώρες σ’ ολόκληρο τον κόσμο, με την οικονομική ύφεση της δεκαετίας εκείνης και την παγκόσμια κρίση που επακολούθησε το 1929, μπόρεσαν να αυξήσουν τη βιομηχανική τους παραγωγή, με πρώτη τη Σοβιετική Ένωση, δεύτερη την Ιαπωνία και τρίτη την Ελλάδα.

Καταληκτικά, η υποδοχή, περίθαλψη και αποκατάσταση των Μικρασιατών προσφύγων υπήρξε ένα τεράστιο έργο, το οποίο επηρέασε άμεσα και ποικιλοτρόπως την Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Οι επιπτώσεις της προσφυγικής εγκατάστασης αποτυπώθηκαν έντονα σε όλους τους τομείς της εθνικής ζωής. Η Ελλάδα με τους πρόσφυγες ήταν μια νέα χώρα. Το αποδυναμωμένο ελληνικό κράτος, λόγω της προσφυγικής πλημμυρίδας που κατέκλυσε τη χώρα, βρέθηκε ενώπιον πρωτόγνωρων ευθυνών, γιατί έπρεπε να αντιμετωπίσει τις ανάγκες μεγάλου τμήματος του πληθυσμού του. Η παρουσία των προσφύγων οδηγεί σε σκληρό ανταγωνισμό με τους αυτόχθονες στην αγορά εργασίας, στην προσπάθεια απόκτησης γης, αλλά και σε όλη την κλίμακα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Οι κοινωνικές διακρίσεις είναι εμφανείς στις εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής, σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Η οικονομία της χώρας επηρεάστηκε από την απότομη αύξηση του πληθυσμού της. Η υποχρέωση αποζημίωσης των νεοφερμένων, όπως επέβαλε η Συνθήκη της Ανταλλαγής, η ανάγκη αποκατάστασής τους, αλλά και η συμμετοχή των ανθρώπων αυτών στην παραγωγική διαδικασία, αποτελούν τρεις σημαντικές συνιστώσες του θέματος. Ο σπουδαιότερος κοινωνικός στόχος επιτεύχθηκε για την κρίσιμη μάζα των προσφύγων, και ήταν η ένταξή τους στην ελληνική κοινωνία, ώστε να εξαλειφθούν εστίες αναταραχής και αποσταθεροποίησης. Ο ξεριζωμός συνεισέφερε στην εθνική ομογενοποίηση της σύγχρονης Ελλάδας, χτισμένης πάνω σε τόσα δάκρυα και αίμα, σε τόσες προσωπικές και συλλογικές τραγωδίες.


Βιβλιογραφία

  • Bierstadt, E., Η μεγάλη προδοσία. Ο ρόλος των Μεγάλων Δυνάμεων στη Μικρασιατική Καταστροφή και στη Συνθήκη της Λοζάνης, Α.Α Λιβάνη
  • Λοίζος, Δ., Οι Μεγάλες Δυνάμεις, Η Μικρασιατική Καταστροφή και η εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα, Αθήνα, 1994
  • Πελαγίδης, Ε., Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία 1923-1930, Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη, 1994
  • Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2001, Ο Μεσοπόλεμος 1922-1940, Τα Νέα

Παναγιώτης Τσελέκης

Γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στην Καλαμάτα. Αποφοίτησε το 2018 από το Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Είναι μεταπτυχιακός φοιτητής του Τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών με τίτλο «Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία: Νέες θεωρήσεις και προοπτικές, ενώ παράλληλα ολοκληρώνει και το δεύτερο πτυχίο του σε προπτυχιακό επίπεδο στο Τμήμα Πολιτικών επιστημών και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Έχει συμμετάσχει σε πλήθος σεμιναρίων, ημερίδων και συνεδρίων με θέματα που άπτονται του ενδιαφέροντός του.