Της Ιωάννας Παπαγεωργακοπούλου,

Πόσο δύσκολο είναι άραγε να είσαι ιδιαίτερος και να ζεις σε έναν κόσμο που δε σέβεται αλλά ισοπεδώνει την ιδιαιτερότητα; Πόσο επαχθές είναι να φέρεις το στίγμα του «σημαδιακού» και «αταίριαστου» επειδή απλώς ανήκεις σε μια κοινωνία που έχει μυηθεί στο να στοιβάζει τους ανθρώπους της στα ήδη υφιστάμενα «κουτάκια» και στο πρόσωπο των ωφέλιμων ανθρώπων να αποτυπώνει χαρακτηριστικά που αν κάποιος δεν τα διαθέτει εντάσσεται αυτόματα στην κατηγορία των «ανίκανων» και «δυσλειτουργικών»; Πόσο επώδυνο είναι η μισάνθρωπη και στερεοτυπική ιδεολογία των διπλανών σου να σου προκαλεί ντροπή για ένα χαρακτηριστικό του εαυτού σου που δεν εξαρτάται από εσένα; Και ξαφνικά φταις. Φταις που έχεις κάποια σωματική αναπηρία, αντιμετωπίζεις προβλήματα όρασης, ακοής, μαθησιακές δυσκολίες ή ψυχικές ασθένειες. Φταις που ανήκεις σε αυτό το 11% του παγκόσμιου πληθυσμού που τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις δεν του επιτρέπουν να θεωρείται «φυσιολογικός» ή «ικανός». Φταις που ο κόσμος γύρω σου έχει ασκηθεί στο να κρίνει με την πρώτη ματιά και να σε τοποθετεί αυτόματα σε μια κατηγορία από τις πολλές που έχει στερεοτυπικά σχηματισμένες στο μυαλό του, γι’ αυτό και σε κοιτάζει επίμονα στο λεωφορείο, στο δρόμο, στη δουλειά. Ακόμη και το ίδιο το κράτος σε αντιμετωπίζει ως ένοχο εξαιτίας ενός ιδιαίτερου χαρακτηριστικού σου.

Μιλώντας για την Ελλάδα, οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων ανθρώπων με αναπηρία σαν εσένα είναι πολλαπλές και σημαντικές. Αδυναμία πρόσβασης σε κοινόχρηστους χώρους, δημόσια κτίρια και μέσα συγκοινωνίας, διακρίσεις στον εργασιακό χώρο, περικοπές προνομιακών επιδομάτων και συντάξεων αποτελούν ενδεικτικά κάποιες από αυτές. Σε περίπτωση δηλαδή που αντιμετωπίζεις κάποια σωματική αναπηρία δε δικαιούσαι να χρησιμοποιήσεις αυτόνομα τα μέσα μεταφοράς, αλλά θα χρειαστείς οπωσδήποτε τη βοήθεια ενός «ικανού» συνοδού. Κι αυτό γιατί τα μέσα συγκοινωνίας, και όχι μόνο, είναι κατασκευασμένα για τους «εκλεκτούς» της ζωής και όχι για τις «ασήμαντες» για κάποιους μειοψηφίες. Δεν μπορείς να περιπλανηθείς αμέριμνος στους δρόμους της Αθήνας χωρίς συνοδό, αν λάβεις υπόψη τα σπασμένα πεζοδρόμια, τη δραματική ανεπάρκεια σε ράμπες, τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα σε χώρους στάθμευσης για ΑμεΑ, τα σταθμευμένα μηχανάκια σε ειδικές διαδρομές για τυφλά άτομα. Επιλέγεις λοιπόν να μείνεις και σήμερα σπίτι σου προκειμένου να μην επιφορτίσεις τον εαυτό σου με ένα ακόμη ψυχικό και σωματικό βάρος, διότι το πιο πιθανό είναι ή να τραυματιστείς ή να εγκλωβιστείς ανάμεσα σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα και να στεναχωρηθείς που διαφέρεις, δεν είσαι σαν τους «άλλους».

Δεν έχεις εξάλλου δικαίωμα στην εργασία, καθώς στα μάτια του εργοδότη δεν αντιπροσωπεύεις την εικόνα του συνεπούς και απόλυτα λειτουργικού εργαζόμενου κι ας οι σπουδές και η προσωπικότητά σου λένε το αντίθετο. Ωστόσο, η υποκρισία και ο δήθεν σεβασμός των δικαιωμάτων θα προβάλουν ως δικαιολογία για τη μη πρόσληψή σου την έλλειψη, για παράδειγμα, πρόσβασης για αναπηρικά αμαξίδια σε κτίρια.  Η αναπηρία σου στέκεται αυθαίρετα εμπόδιο στην επαγγελματική σου ανέλιξη, στην προσωπική σου ζωή και όχι μόνο. Τα επιδόματα και οι συντάξεις αναπηρίας υφίστανται και αυτές περικοπές, με αποτέλεσμα το κράτος να δίνει για ακόμη μια φορά την εντύπωση ότι θεωρεί αυτές τις μειοψηφίες ασήμαντες.

Ωστόσο, η περιφρόνηση και η ρατσιστική αντιμετώπιση των ατόμων με αναπηρία δεν εντοπίζεται μόνο στο κράτος. Πολλές φορές και οι συνάνθρωποί σου σε αντιμετωπίζουν ως «δυσλειτουργικό» και σε «τιμωρούν» απομονώνοντάς σε για μια ιδιαιτερότητα που δεν περνά από το χέρι σου να την ελέγξεις ή να τη διορθώσεις. Όμως ποιος και με ποια κριτήρια χαρακτηρίζει κάποιον «δυσλειτουργικό»; Η έλλειψη παιδείας και η προκατειλημμένη στάση απέναντι σε ό,τι φαντάζει διαφορετικό και απάδει προς τη στερεοτυπική τους κοσμοθεωρία τους ωθεί να κατακρίνουν τα άτομα με αναπηρία. Και το χειρότερο: θεωρούν τα άτομα αυτά αξιολύπητα και αξιοθρήνητα επειδή απλώς δε φτάνουν τον πήχη κανονικότητας που οι ίδιοι έχουν θέσει. Η συνήθης συμπεριφορά είναι αυτή του οίκτου. Πρόκειται για μια συνηθισμένη τακτική που ακολουθούν οι προκατειλημμένοι, διότι πιστεύουν ότι το άτομο με κάποια αναπηρία χρειάζεται απελπισμένα τη βοήθειά τους, δεν είναι ικανό να αυτοεξυπηρετηθεί επειδή «δεν είναι φυσιολογικός». Τα άτομα αυτά εντούτοις δε χρειάζονται λύπηση, αλλά ισότιμη αντιμετώπιση και σεβασμό. Αυτό όμως δεν έχει σημασία αρκεί να δείξουμε ότι είμαστε ανεκτικοί με τη διαφορετικότητα (τι ειρωνεία, έτσι;).

Ενώ λοιπόν γύρω μας λαμβάνει χώρα μια καταφανής παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, επιλέγουμε να αποστασιοποιηθούμε και να θεωρήσουμε ότι δεν είναι δικό μας πρόβλημα (εμείς άλλωστε θα αλλάξουμε τον κόσμο;). Προσποιούμαστε ότι όλα είναι καλά, καθώς βλέπουμε ανθρώπους αρτιμελείς και απόλυτα «λειτουργικούς», αδιαφορούμε για τον έναν που έχει ανάγκη από κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, αποφεύγουμε την πραγματικότητα, διότι αυτό είναι πιο ασφαλές για την ψυχική μας ηρεμία και γυρνάμε την πλάτη σε μια κατάφωρη αδικία, αν δεν την δυσχεραίνουμε κι εμείς οι ίδιοι με τη συμπεριφορά μας. Μπήκαμε άραγε ποτέ στον κόπο να σκεφθούμε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένα άτομο με μια τέτοια ιδιαιτερότητα, προσπαθήσαμε να μπούμε για ένα δευτερόλεπτο στη θέση του τη στιγμή που όλοι του γυρνούν την πλάτη; Η φιλάνθρωπη και ανιδιοτελής αγάπη μας για αυτά τα άτομα εξαντλείται με δακρύβρεχτα κι υποκριτικά posts στα social media την παγκόσμια μέρα ατόμων με αναπηρία. Αλλά αν αναλογιστεί κανείς ότι τις υπόλοιπες 364 μέρες του χρόνου επικρατεί πλήρης αδιαφορία για τα άτομα αυτά, δικαιολογούνται τέτοιου είδους υπερβολές. Όταν όμως η ζωή τα φέρει έτσι ώστε εμείς ή κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο βρεθεί σε αυτή τη δυσχερή θέση του ατόμου με αναπηρία, αντιλαμβανόμαστε την πλάνη στην οποία βρισκόμασταν τόσο καιρό που πείθαμε τον εαυτό μας ότι όλα και όλοι είναι μια χαρά. Τότε συνειδητοποιούμε τις ανάγκες αυτών των ατόμων, την πολύπλευρη απαξίωση που βιώνουν, την αδιαφορία των άλλων και τη δυσκολία του να είσαι «ανάπηρος» σε έναν κόσμο ειδικά κατασκευασμένο για αρτιμελείς. Και ξαφνικά κατανοείς πώς είναι να φταις για κάτι το οποίο δεν περνάει από το χέρι σου να το αλλάξεις, να αισθάνεσαι ντροπή και να μισείς τον εαυτό σου για ένα «ελάττωμα» που δεν μπορείς να το ανατρέψεις. Και τότε ευαισθητοποιείσαι. Δεν παρκάρεις πλέον σε χώρο στάθμευσης για ΑμεΑ, δεν κλείνεις τα πεζοδρόμια με το αυτοκίνητό σου για να χαιρετήσεις τον κολλητό σου, αλλά σωπαίνεις. Γιατί τότε καταλαβαίνεις πόσο λάθος εντύπωση είχες για όλα.


Ιωάννα Παπαγεωργακοπούλου

Γεννήθηκε το 2001 στο Μαρούσι και κατάγεται από τη Ναύπακτο. Είναι πρωτοετής φοιτήτρια στο τμήμα Νομικής του ΕΚΠΑ, ενώ παράλληλα έχει συμμετάσχει σε πανευρωπαϊκές ημερίδες, όπως το Euroscola μέσα από διαγωνισμούς έκθεσης. Κατέχει την αγγλική και γερμανική γλώσσα, ενώ παρακολουθεί διαρκώς επιστημονικά συνέδρια και σεμινάρια. Στον ελεύθερό της χρόνο ασχολείται με τον εθελοντισμό, τη μουσική, το debate και τα ταξίδια. Η αρθρογραφία αποτελεί αναπόδραστη συνέπεια της αγάπης της για το λόγο και ιδιαίτερα το γραπτό λόγο.