Της Αναστασίας-Δήμητρας Βογιατζή,

Το χρόνιο πρόβλημα των ναρκωτικών ουσιών συνθλίβει για ακόμα μία φορά τα έδρανα της Βουλής, με το υπουργείο Πολιτικής Προστασίας να δίνει ως σαφέστατη απάντηση άλλο ένα ριζοσπαστικό νομοσχέδιο στις οθόνες της δημοσιότητας. Πρόκειται για νομοσχέδιο το οποίο τέθηκε σε λειτουργία ως ένα πιο νεοφιλελεύθερο σύστημα με ανθρωπιστικό υπόβαθρο, σε αρκετές χώρες του εξωτερικού, εντός και εκτός σαφέστατα της Ευρώπης (Ελβετία, Καναδάς, Γαλλία, Πορτογαλία, Γερμανία). Πιο συγκεκριμένα, ο Υπουργός προστασίας του πολίτη Μ. Χρυσοχοΐδης έκανε την εξής παρουσίαση του ζητήματος για τους βουλευτές οι οποίοι ισχυρίσθηκαν ότι θα το καταψηφίσουν: “Η διάταξη που προβλέπει τη δημιουργία εποπτευόμενων χώρων για χρήση ναρκωτικών ουσιών και από τους ΟΤΑ, αντιμετωπίζει ένα ανθρωπιστικό ζήτημα προστατεύοντας τόσο τους χρήστες από μολυσματικές ασθένειες όσο και τη δημόσια υγεία. Δεν έχει να κάνει με χρήση ναρκωτικών ουσιών. Δεν αφορά χρήση με τη συμμετοχή του κράτους, για τη χορήγηση ναρκωτικών ουσιών”.

Ωστόσο, το ζητούμενο περί τέτοιου είδους εξαρτήσεων είναι να βρεθεί ένα ασφαλέστερο περιβάλλον για την κατανάλωσή τους ή να αφανιστούν «από προσώπου γης» και να παγιδευτούν σε ένα πολύ μικρό ποσοστό προστατεύοντας την υγεία και την ακεραιότητα του πληθυσμού της χώρας;

Πρωταρχικά, αποτελεί έναν προβληματισμό άρρηκτα συνδεδεμένο με την υγεία και τον τρόπο ζωής. Οι ναρκωτικές ουσίες αποτελούν την μάστιγα του αιώνα ή με μια καλύτερη ονομασία μία τοξικοεξάρτηση η οποία μεταδίδεται σαν «χολέρα». Υφίστανται πάντοτε ως συνώνυμο και σύμβολο της εξέγερσης και της πρόκλησης απογυμνώνοντας οποιαδήποτε αξιοπρέπεια του ανθρώπινου όντος και επιδρώντας τόσο στην οξύτητα του εγκεφάλου όσο και στην σωματική ακεραιότητα του. Στην σύγχρονη κοινωνία οι ναρκωτικές ουσίες εικάζονται σαν δημοκρατικές και διαταξικές και δεν είναι σαφώς τυχαίο, αφού είναι η ευκολότερη οδός και η πιο άμεσα εντοπίσιμη. Από νεαρές ηλικίες μέχρι και την μέση ηλικία έρευνες ανά τον κόσμο βρίσκουν την κουλτούρα των ναρκωτικών και τους σκλάβους της. Αντίστοιχα και στον ελληνικό χώρο, ο Έλληνας γνωρίζει αδιαπραγμάτευτα που μπορεί να εμπορευτεί, να κάνει χρήση ή να αποτελέσει πωλητή και ρητά εξαρτημένο πιόνι, οικονομικά και σωματικά.  

Όλα αυτά, όμως, είναι πασίγνωστα και δεν ξεφεύγουν από τα κιάλια της πολιτικής σκηνής ειδικότερα τα τελευταία χρόνια που το τιμόνι των εξαρτήσεων έχει πάρει τον κάκιστο προσανατολισμό. Αναμφίβολα, η ελληνική κοινωνία προσπαθεί να μιμηθεί τα ευρωπαϊκά σύγχρονα πρότυπα και να ισορροπήσει στον δοκό της ανάπτυξης, παρόλα αυτά προστρέχοντας και βαδίζοντας σε λανθασμένες κατευθύνσεις που το ελληνικό πολιτικό υπόβαθρο δεν είναι σε θέση να υποστηρίξει. Η ουσία του θέματος δεν είναι η μαζική συσσώρευση των καταναλωτών σε ένα ευγενές περιβάλλον, αλλά η αποφυγή και η απεξάρτησή τους. Το ελληνικό κοινό ,αξίζει να τονιστεί και να ληφθεί υπόψη, ότι κατέχει σε λίστα πολύ μεγάλο ποσοστό πληθυσμού εμπλεκόμενο σε εξαρτήσεις αλλά και σε εμπόρευμα και διακίνηση. Το κράτος οφείλει να προστατεύσει και να θωρακίσει τους πολίτες του και σε καμία περίπτωση να τους δημιουργήσει υποδομές για την ολική καταστροφή τους.

Βάσει του νομοσχεδίου είναι σαφές και ξεκάθαρη η πρόθεση για την προστασία της υγείας των Ελλήνων πολιτών από την έκθεση τους σε αρρώστιες και κίνδυνο για επερχόμενο θάνατο. Επιπρόσθετα, ο έλεγχος που προμηνύεται εντός του νομοσχεδίου αποτελεί μία κίνηση λογική και επόμενη. Όμως, σκοπός βάσει της προστατευτικότητας και του ελέγχου είναι η σταδιακή απεμπλοκή των χρηστών και όχι η έδρευση ενός νέου τρόπου τροφοδότησης και η εμπλοκή και των ΟΤΑ σε αυτό το έργο. Είναι προαπαιτούμενο αναμφισβήτητα και οι ΟΤΑ να λάβουν θέση σε αυτόν τον αγώνα όμως με τρόπους επιλύσιμους και όχι με τρόπους έξαψης του φαινομένου όπως αυτές παρουσιάζονται στο νομοσχέδιο και συμπίπτουν με μεθόδους άλλων χωρών. Τα πρότυπα είναι παραγωγικό να υπάρχουν αλλά είναι και αναγκαίο να υλοποιούνται αυτά καθαυτά όταν υπάρχει η υποδομή και μία κοινωνία στην οποία μπορούν να τηρηθούν και να συνυπάρξουν με τις εκάστοτε ανθρώπινες νοοτροπίες και συνήθειες. Το μόνο αποδεδειγμένα σίγουρο είναι ότι η ελληνική κοινωνία δεν μπορεί να υποστηρίξει στον ύψιστο βαθμό μία τέτοιου είδους επίλυση του προβλήματος όντας οικονομικά αδύναμη και πολιτικά ασταθής.


Αναστασία-Δήμητρα Βογιατζή

Σπουδάζει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης αλλά κατάγεται από την Θεσσαλονίκη. Από μικρή ηλικία λόγω κυρίως και του σχολείου, συμμετέχει σε προσομοιώσεις, συνέδρια, διαγωνισμούς και σεμινάρια. Στον ελεύθερο της χρόνο ασχολείται με την πολιτική, την ποίηση και την λογοτεχνία.