Του Δημήτρη Τόλια,

Το συμβάν με τα συνθήματα στο σπίτι του δημοσιογράφου Άρη Πορτοσάλτε αποτελεί μια ακόμη έκφανση του πολιτικού εξτρεμισμού που γιγαντώθηκε στην Ελλάδα μετά το 2010. Όπως και σε άλλα συμβάντα, σε βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ πέρυσι λόγω της Συμφωνίας των Πρεσπών ή παλαιότερα σε πολιτικούς της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ ως αντίδραση στα μνημονιακά μέτρα, αναδεικνύεται μια βίαιη ρητορική η οποία ωστόσο -και αυτό θα αναλύσω- εξασφαλίζει τη συναίνεση και τη νομιμοποίηση μεγάλης μερίδας του πληθυσμού. 

Προσωπικά, το γεγονός που με άφησε άναυδο και μου προκάλεσε αισθήματα φόβου ήταν ο άγριος ξυλοδαρμός του τότε Δημάρχου Θεσσαλονίκης, Γιάννη Μπουτάρη τον Μάιο του 2018. Περισσότερο δε, με σόκαραν τα χιλιάδες σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που επικροτούσαν τη βίαιη και απάνθρωπη αυτή πρακτική. «Εξαγριωμένοι» πολίτες επικροτούσαν τον ξυλοδαρμό ενώ ευχόντουσαν θανάτους και ανίατες ασθένειες. Γιατί όλα αυτά; Διότι ένας πολιτικός, νόμιμα εκλεγμένος, ένα δημόσιο πρόσωπο εξέφρασε την γνώμη του εν έτει 2018. 

Επιστρέφουμε στο σήμερα. Με τον λόγο του Άρη Πορτοσάλτε διαφωνώ και δεν τον θεωρώ προσωπικά αξιόπιστο. Έχω κάθε δικαίωμα να επιχειρηματολογώ διαφωνώντας με έναν δημοσιογράφο, όπως εκείνος έχει επίσης κάθε δικαίωμα να στηρίζει τις απόψεις του ελεύθερα. Το να συμβαίνουν επιθέσεις και να στοχοποιούνται δημοσιογράφοι, που υποστηρίζουν είτε την αριστεράς, είτε την δεξιά δεν αποτελεί παρά διολίσθηση της Δημοκρατίας που οφείλει να είναι καταδικαστέα από όλους μας. 

Ο πολιτικός εξτρεμισμός δεν αφορά μια ομάδα ή ομάδες οργανωμένης βίας με ιδεολογικό πρόσημο, είτε της αριστεράς, είτε της δεξιάς. Η διολίσθηση στον πολιτικό εξτρεμισμό συμβαίνει συνειδησιακά από τον καθένα μας μέσα στην κοινωνία. Εκτός από την οργανωμένη βία, υπάρχει και η αυθόρμητη που παρακινείται και διακινείται ιδιαίτερα στα social media. Πρωτίστως υπάρχει η ευθεία βία. Όταν συμφωνείς με τις επιθέσεις και εύχεσαι μέσω post, blog και σχολίων στο διαδίκτυο τον θάνατο και την βία έναντι ενός δημοσίου προσώπου διαιωνίζεις το πνεύμα του πολιτικού εξτρεμισμού. 

Έπειτα, παρουσιάζεται και το δεύτερο σύμπτωμα το οποίο αποτελεί έμμεση αποδοχή της βίας. Ο θυματικός ανταγωνισμός που εγείρεται στις συζητήσεις μετά από ένα τέτοιο γεγονός, ουσιαστικά εσωτερικεύει και νομιμοποιεί την ίδια τη βία. Επιχειρώντας να συμψηφίσεις τα θύματα ή ενδεχομένως να φανεί το θύμα που συμπαθείς, περισσότερο θύμα από το θύμα που δεν συμπαθείς, οδηγείσαι αυτόματα στην νομιμοποίηση της βίαιης πρακτικής. 

Μετά την επίθεση στο σπίτι ενός δημοσιογράφου με αίτιο την διαφωνία στα λεγόμενά του ο πολιτικός διάλογος δεν αφορούσε την καταδίκη του γεγονότος αλλά τον συμψηφισμό του και τις συγκριτικές αναλύσεις με άλλες παρόμοιες επιθέσεις. «Ναι αλλά όταν έστελναν σφαίρες σπίτι του Κοτζιά εκείνος χλεύαζε». Άρα; Νομιμοποιούμε την επίθεση; Να πούμε καλώς έγινε η επίθεση σε έναν άνθρωπο που διατυπώνει την άποψή του;

Ως άνθρωποι ζούμε σε μια κοινωνία δημοκρατική, εκφραζόμαστε μέσα από τις κάλπες και μέσω της συμμετοχής μας σε ομάδες πίεσης ώστε οι εκλεγμένοι από εμάς αντιπρόσωποί να χαράξουν πολιτική, σε αυτή την κοινωνία έχουμε το δικαίωμα να εκφραζόμαστε ελεύθερα και να αποφεύγουμε την ωμή βία μέσω του θεσμικού οικοδομήματος και των κανόνων λειτουργίας του. 

Σε αυτή την κοινωνία πάντα θα ακούμε απόψεις που δεν θα συμφωνούν με τη δική μας. Πάντα η ιδεολογία, τα συμφέροντα και οι προτεραιότητές μας θα είναι διαφορετικές με άλλων πολιτών. Η συναίνεση σε ένα θεσμικό σύστημα, το άτυπο κοινωνικό μας συμβόλαιο, μας εξασφαλίζει την αποφυγή της ωμής βίας και της λύσης των προβλημάτων μέσω του διαλόγου και του συμβιβασμού. Γιατί η βία όμως πάντα επιστρέφει;

Οργανωμένη ή αυθόρμητη, άμεση ή έμμεση βρίσκει τόσο πρακτικούς εκτελεστές όσο και ερείσματα νομιμοποίησης μέσα στην κοινωνία. Βρίσκει μια αποδοχή που αντανακλά το συναίσθημα, την κυριαρχία των παθών και όχι της λογικής μπροστά σε γεγονότα. Η βία τείνει να νομιμοποιείται ιδιαίτερα απέναντι σε πολιτικούς. Μια αντί-πολιτική εχθροπάθεια φαντασιώνεται νόμιμα εκλεγμένους πολιτικούς που εφαρμόζουν την πολιτική τους μέσα στο θεσμικό σύστημα να υφίστανται βία με συνέπεια την παραγωγή βίαιων ρητορικών, «Ψόφος», «Κρεμάλες» κλπ. Μια βία που νομιμοποιείται λόγω των πράξεων του πολιτικού, που κρίνονται από τον πομπό του λόγου ως αρνητικές. Η ίδια βία χτυπά ομότροπα και άλλους πολιτικούς φορείς.

«Ο Πορτοσάλτε δέχθηκε βία για αυτά που έλεγε, ας πρόσεχε» διαβάζω αυτές τις μέρες. Ο Πορτοσάλτε πράγματι με αναιδή τρόπο έχει σχολιάσει τη βία σε βάρος πολιτικών του αντιπάλων και πολλές φορές τα λεγόμενά του φαντάζουν αποκρουστικά για κάποιους πολίτες. Ωστόσο, αναιδής συμπεριφορά και διαφωνία δεν ισούται με βία σε μια Δημοκρατία. Ακριβώς όπως το «Ο Κοτζίας πούλησε τη Μακεδονία, θα υποστεί τις συνέπειες». Ένας υπουργός μιας νόμιμα εκλεγμένης Κυβέρνησης προέβη σε μια πολιτική πράξη. Δεν νομιμοποιεί κανένα συναίσθημα την βία απέναντι σε ανθρώπους που εκφράζουν -και στην περίπτωση της νόμιμης εξουσίας- εφαρμόζουν τα πιστεύω τους. Συνέπειες φυσικά υπάρχουν σε μια Δημοκρατία. Για τον Πορτοσάλτε η έλλειψη αξιοπιστίας και ακροατηρίου και για τον Κοτζιά η απώλεια της ψήφου όσων διαφωνούν. Συνέπεια όμως δεν είναι η βία. 

Το πιθανότερο στην ελληνική κοινωνία καθώς δεν έχω μελετήσει τον πολιτικό εξτρεμισμό σε άλλα κράτη, είναι η βία να πηγάζει από την ελλιπή εμπέδωση των θεσμών και του δημοσίου χώρου. Η μετατροπή του προσωπικού ή ενός συλλογικού αισθήματος σε ικανό νομιμοποιητικό έρεισμα για την προτροπή στη βία, φανερώνει την απουσία ανοχής στην αντίθετη γνώμη και στην υποβάθμιση της αξίας της θεσμικής διαδικασίας. Μια τέτοια παρατήρηση υποδαυλίζει εντεινόμενους κινδύνους ως προς την συνύπαρξη.

Εν κατακλείδι, τα βίαια περιστατικά πρέπει να μας προβληματίζουν. Λερώνουν το αίσθημα ελευθερίας που είναι αναγκαίο να απολαμβάνει κάθε πολίτης. Η Δημοκρατία διαθέτει τα μέσα να κατευνάζει τα πάθη. Είναι ικανή να μετασχηματίζει το συναίσθημα σε λογική. Αποτελεί τον μόνο τρόπο να αποφύγουμε την βία, τον Χομπσιανό πόλεμο «όλων εναντίων όλων». Σε μια πυκνή κοινωνία συνύπαρξης πλήθους ερμηνειών, ιδεολογιών και συναισθημάτων, μοναδική οδός υγιούς σύγκρουσης είναι ο διάλογος. Η πολιτική αντιπαράθεση και ο συμβιβασμός μας απομακρύνουν από το σκότος της βίας και μας φέρνουν πιο κοντά στην πολιτισμική πρόοδο. Η αμοιβαία και συμβιβαστική αποφυγή του θανάτου είναι που μας χαρίζει τη διεκδίκηση της ζωής. 


Δημήτρης Τόλιας

Γεννήθηκε το 1998 και μεγάλωσε στον Ωρωπό Αττικής. Είναι προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Πολιτικών Επιστημών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ενώ έχει φοιτήσει και για ένα έτος στο ίδιο τμήμα του Πανεπιστημίου Κρήτης. Είναι λάτρης της πολιτικής ιστορικής ανάλυσης και έρευνας. Ασχολείται με την ανίχνευση της διαδικασίας διάδοσης και τις επιδράσεις των πολιτικών ιδεών στην κοινωνία τόσο στο παρελθόν όσο και φυσικά στο σήμερα.