16.4 C
Athens
Τρίτη, 19 Οκτωβρίου, 2021
ΑρχικήΙστορίαΗ Μεγάλη του Γένους Σχολή μέχρι σήμερα

Η Μεγάλη του Γένους Σχολή μέχρι σήμερα


Της Στεφανίας Αρβανιτάκη,

Δε θα μπορούσε να είναι αλλού χτισμένη, πέρα από την Κωνσταντινούπολη. Σήμερα βρίσκεται στη συνοικία που ονομάζεται Φανάρι, από την οποία (και εξαιτίας της εγκατάστασής τους) οι Έλληνες έλαβαν το προσωνύμιο Φαναριώτες. Ο λόφος, στο ύψωμα του οποίου έχει ιδρυθεί η Μεγάλη του Γένους Σχολή, προσφέρει θέα που αιχμαλωτίζει τον Κεράτιο Κόλπο, ένα μεγάλο φυσικό λιμάνι που χωρίζει την Πόλη. Δικαιολογημένα αποκαλείται ως Κόκκινο Κάστρο ή Κόκκινο Σχολείο, καθώς το τούβλο από το οποίο έχει κατασκευαστεί το κτίριο έχει χρώμα έντονου κόκκινου και παραπέμπει σε βυζαντινό αρχιτεκτονικό στυλ και ρυθμό, το οποίο ξεχωρίζει αρκετά ανάμεσα στα άλλα αρχιτεκτονικά συγκροτήματα της περιοχής. Αρχιτέκτονας αυτού του κτιρίου υπήρξε ο Κωνσταντίνος Δημάδης.

Χτίστηκε ένα χρόνο μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους (Μάϊος του 1453), δηλαδή το έτος 1454. Η ημερομηνία δεν είναι διόλου τυχαία, καθώς μετά την άλωση το σκηνικό άλλαξε άρδην και οι Έλληνες (πολλοί από τους οποίους εξελληνίστηκαν) έπρεπε κάτω από νέες συνθήκες να διατηρήσουν, όχι μόνο τη γλώσσα τους, μα και τη θρησκεία τους η οποία δεν ήταν άλλη από την ορθόδοξη πίστη. Αυτό οδήγησε τον Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο (1400-1473), ο οποίος εκλέχτηκε ομόφωνα και ήταν ο πρώτος που κατέλαβε τον πατριαρχικό θρόνο μετά την άλωση, στην επανίδρυση της Σχολής. Αυτό, βέβαια, ήταν κάτι που συνέβη μετά την έγκριση του Μωάμεθ Β΄ του Πορθητή (1432-1481), ο οποίος προχώρησε στην παραχώρηση προνομίων για την κατασκευή του σχολείου. Τα παραπάνω είχαν ως αποτέλεσμα να επιζήσει η ελληνική παιδεία και να συνεχιστεί το έργο της.

Στην εποχή εκείνη διαδραμάτιζε πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή της Κωνσταντινούπολης, όσον αφορά το εκπαιδευτικό κομμάτι. Υπήρχε, κυρίως, ενασχόληση με τη θεολογία (αφού η Μεγάλη του Γένους Σχολή υπήρξε η συνέχεια της Οικουμενικής Πατριαρχικής Σχολής που ίδρυσε ο Μέγας Κωνσταντίνος), με τη φιλοσοφία αλλά και με τις κλασικές σπουδές. Το πρόγραμμα σπουδών παρακολούθησαν σημαντικές προσωπικότητες και αρκετοί ανέλαβαν τη διεύθυνση της Σχολής. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου (1791-1865), ο οποίος διετέλεσε εκεί τις σπουδές του, μεταξύ των ετών 1807-1811.

Στις πηγές υπάρχουν διάφορα ονόματα τα οποία αναφέρονται στον ιστορικό αυτό χώρο. Μερικά από αυτά είναι τα παρακάτω: Πάγκοινος Ακαδημία, Μέγα του Γένους Μουσείον, Τέμενος Μουσσών, Ελληνικόν Σχολείον, Πατριαρχικόν Σχολείον, Σχολείος της Μεγαλουπόλεως κ.λπ. Το γεγονός ότι ανάμεσα στα πιο παλιά εκπαιδευτικά κέντρα του ελληνισμού που δεν ανέστειλαν τη λειτουργία τους λαμβάνει την πρώτη θέση, είναι αρκετά σημαντικό και τιμητικό. Βέβαια, το πέρασμα του χρόνου έφερε φθορές στο κτίριο και υπήρξε η ανάγκη πραγματοποίησης ανακαινίσεων για την ομαλή λειτουργία και συνέχεια του ιδρύματος. Μέρος αυτών των ανακαινίσεων έγιναν κάτω από χρηματοδοτήσεις προσώπων, οι οποίοι τιμούνται ακόμα και σήμερα ως ευεργέτες της Σχολής. Γνωστό είναι το όνομα του Παναγιώτη Αγγελόπουλου, ο οποίος δώρισε ένα μεγάλο ποσό· χάρη στο οποίο ολοκληρώθηκε η αναστύλωση μέσα σε δύο χρόνια.

Το πνευματικό αυτό ίδρυμα αποτελεί μέχρι τις μέρες μας ιστορική συνέχεια της ελληνικής παιδείας. Εξαιτίας της μείωσης των μαθητών που φοιτούν πλέον στη Σχολή, υπάρχει ένα γενικό κλίμα ανησυχίας. Μεγάλο ρόλο σε αυτό διαδραματίζουν και οι νόμοι της χώρας, οι οποίοι δεν επιτρέπουν τη λειτουργία ενός ιδρύματος, αν δεν τηρεί κάποιες προϋποθέσεις σύμφωνα με τον αριθμό των εισαχθέντων και μια σειρά από άλλες παραμέτρους. Παρ’ όλα αυτά συνεχίζει το έργο του κυρίως απέναντι σε Έλληνες μαθητές και Άραβες, παρέχοντας ένα περιβάλλον ιδανικό που θυμίζει μια άλλη εποχή.


Βιβλιογραφία


 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Στεφανία Αρβανιτάκη
Γεννημένη το 1997 στη Θεσσαλονίκη. Προπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με κατεύθυνση Ιστορίας. Έχει επιλέξει να ασχοληθεί με Βυζαντινές σπουδές και ξενάγηση. Τα τελευταία χρόνια ασχολήθηκε με το Θέατρο και συμμετείχε σε διαγωνισμούς εκφραστικής ανάγνωσης στους οποίους και διακρίθηκε. Στόχος της να χρησιμοποιήσει το Θέατρο ως μέσο διδασκαλίας της Ιστορίας.