Της Σοφίας Σιδερίδου,

Σήμερα το ΟffLine Post μου δίνει την ευκαιρία να γίνω λίγο πιο προσωπική, με την πεποίθηση βέβαια ότι πολλοί θα ανατρέξουν ίσως στη δική τους καθοριστική στιγμή ή, αν θέλετε, στη δική τους δυναμική φιγούρα.

Πριν λίγες μέρες, έπεσα κατά τύχη σε ένα από τα χιλιοδιαβασμένα παιδικά μου παραμύθια και σε μια πολύ αγαπημένη μου παιδική φιγούρα. Οι ιδιαίτερες ιστορίες και οι ευφάνταστες φιγούρες του Ευγένιου Τριβιζά, είμαι παραπάνω από σίγουρη ότι μάγεψαν πολλά ακόμα παιδιά, πέρα από μένα, και κάπως βοήθησαν στη δύσκολη εκείνη ώρα του ύπνου. Είτε ο χαμένος μανάβης, είτε το ποντικάκι ήταν πάντα εκεί. Η μάγισσα Φουφήχτρα με την ηλεκτρική της σκούπα δε γινόταν ποτέ βαρετή, όσες φορές και αν την διάβαζα. Αλήθεια δεν ξέρω το γιατί. Ο Τριβιζάς είχε καταφέρει να με κρατάει καθηλωμένη και ήσυχη.

Δεν ήξερα, όμως, τότε ότι θα σηματοδοτούσε πολλά ακόμα για μένα, πέρα από τον αγαπημένο μου παραμυθά και θα με κρατούσε καθηλωμένη σε ένα στόχο, που πλέον γίνεται το επάγγελμά μου, γιατί στην πορεία το αγάπησα πολύ. Γενικά, δε θυμάμαι με λεπτομέρειες περιστατικά και ιστορίες από το δημοτικό, παρά μόνο σκόρπιες εικόνες, ίσως και συναισθήματα. Αλλά την πρώτη μου γνωριμία με το τωρινό μου επάγγελμα τη “βλέπω” ξανά και ξανά, με πολλές λεπτομέρειες και μια ξεκάθαρη έκπληξη στο πρόσωπό μου.

Πηγαίνοντας πίσω στο 2008, καλεσμένος σε μια εκπομπή, λοιπόν, ο Ευγένιος Τριβιζάς, νόμιζα ότι θα μιλήσει ξανά για τα παραμύθια του και θα μοιραστεί μερικές ακόμα ξεχωριστές ιστορίες. Κρεμάστηκα από την τηλεόραση εκείνη την ημέρα και τον άκουσα για πρώτη φορά να μιλάει για την άλλη του ιδιότητα, αυτή του εγκληματολόγου. Ένας εγκληματολόγος που «παραμυθιάζει» μικρούς και μεγάλους. Έτσι τον έχουν ορίσει, αυτή την ιδιότητα κουβαλάει, και αυτή του η ιδιότητα τον ξεχώρισε μέσα μου.

Θυμάμαι ότι φορούσε ένα σακάκι και κουβαλούσε στις τσέπες του διάφορα μικρά εγκληματολογικά εργαλεία, θέλοντας να «μιλήσει» και να «επικοινωνήσει» πιο άμεσα την ιδιότητά του. Και το έκανε. Τουλάχιστον με μένα.

Όταν είπα εκείνη την ημέρα στη μαμά μου ότι θέλω να γίνω εγκληματολόγος, φαντάζομαι ότι δε θα έδωσε και πολλή σημασία, γιατί δεν ήμουν ούτε 12 χρόνων. Η κίνησή του, όμως, ο τρόπος που άγγιζε τα εργαλεία και εξηγούσε κάτι τόσο βαρύ, με μια μοναδική ελαφρότητα και αμεσότητα, είχαν ήδη χαράξει ένα όνειρο για μένα. Ένα στόχο που ίσως υπήρχε από πριν μέσα μου, όταν συνειδητοποίησα ότι δεν υπάρχει Άϊ Βασίλης· όταν αναγνώρισα το γραφικό χαρακτήρα της μαμάς στην καρτούλα του δώρου μου.

Ο Τριβιζάς βρήκε τη σύνδεση της ψυχής ενός μικρού παιδιού και ενός μεγάλου δολοφόνου. Κατάφερε να ανακαλύψει ότι, τόσο η ερώτηση ενός πιτσιρικά, όσο και η απάντηση ενός δολοφόνου μπορούσαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο να τον εκπλήξουν. Ότι και τα δύο απαιτούσαν προσοχή στη λεπτομέρεια, που κάθε άλλος άνθρωπος θα προσπερνούσε. Και η σύνδεσή του αυτή με συγκλόνισε, με στιγμάτισε και έγινε ο στόχος που κυνήγησα. Το link με μια από τις πολύ ξεχωριστές συνεντεύξεις του είναι πάντα στα αγαπημένα μου και λειτουργεί σαν κίνητρο, κάθε φορά που τα πράγματα σκουραίνουν.

Ο Τριβιζάς, λοιπόν, συνόδευσε την παιδική μου ηλικία και με την ιδιότητά του κατάφερε να οργανώσει κάπως και να κατευθύνει και την ενήλικη ζωή μου. Ήταν και είναι ένας σταθμός στις επιλογές μου και μια μορφή που γλυκαίνει συνήθως τις πιο δύσκολες σκέψεις μου, όταν το διάβασμα πιέζει, όταν οι προθεσμίες εργασιών πλησιάζουν, και κυρίως όταν αναρωτιέμαι τι ακριβώς κάνω και αν είμαι στο σωστό δρόμο. Όταν τον ακούω να μιλάει ξαναανακαλύπτω την ομορφιά της εγκληματολογίας και βεβαιώνομαι για το πόσο υπέροχος είναι ο δρόμος προς τα κει.

Κάποιοι μπήκαν τυχαία σε έναν επαγγελματικό δρόμο. Κάποιοι άλλοι μπήκαν γιατί ήταν οι γονείς τους σε αυτόν και είτε απλώς βολεύτηκαν, είτε πράγματι εμπνεύστηκαν από αυτούς. Κάποιοι άλλοι μπήκαν δειλά και τον αγάπησαν στην πορεία. Ενώ κάποιοι μπήκαν με πολλή θέληση και συνειδητοποίησαν ότι η καρδιά τους χτυπά κάπου αλλού.

Το θέμα είναι ότι από αυτούς κάποιοι εγκλωβίστηκαν στη λάθος επιλογή που έκαναν στα 18 τους, ενώ άλλοι βρήκαν τη δύναμη να αλλάξουν στην πορεία. Να τραβήξουν γραμμή και να κυνηγήσουν τους καινούριους στόχους.

Όσο δύσκολο είναι να μείνεις στην κορυφή που χτίζεις με κόπο, θα τολμήσω να πω ότι ακόμα πιο δύσκολο είναι να γκρεμίσεις ό,τι λίγο έχτισες και να το πιάσεις πάλι από την αρχή, χτίζοντας το νέο πύργο σου. Αν δεν είσαι από τους τυχερούς, λοιπόν, που ήξεραν από την αρχή τι ήθελαν και το αγάπησαν ακόμα περισσότερο στην πορεία, βρες τη δύναμη να το αλλάξεις και να μη φοβηθείς να το πιάσεις πάλι από την αρχή.

Γιατί ποτέ δεν είναι αργά για να βάλεις κάτι στη σωστή του θέση… Ποτέ δεν είναι αργά να γίνεις ευτυχισμένος!


Σοφία Σιδερίδου

Απόφοιτη του τμήματος Νομικής του ΑΠΘ. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο Βέλγιο και κάνει πρακτική στο Human Rights Centre του Πανεπιστημίου της Γάνδης. Παράλληλα, συμμετέχει στη Νομική Κλινική του ίδιου Πανεπιστημίου, που σε συνεργασία με τη SAR (Ιnternational Νetwork of institutions and individuals), ασχολείται με την ακαδημαϊκή ελευθερία στην Τουρκία, και αντίστοιχες υποθέσεις που βρίσκονται ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αρθρογραφεί για επίκαιρα κοινωνικά ζητήματα.