Του Κωνσταντίνου Πίχλιαβα,

Αφού στα προηγούμενά μας άρθρα ασχοληθήκαμε με τη δημιουργία των γενιτσαρικών ταγμάτων, την άνοδο και το μεσουράνημά τους ως την αποτελεσματικότερη ευρωπαϊκή στρατιωτική δύναμη, στο σημερινό μας άρθρο θα δούμε τις απαρχές της παρακμής τους μέχρι και την κατάργησή τους από τον Σουλτάνο Μαχμούτ το Β΄ τον Ιούνιο του 1826 κατά τη διάρκεια μιας επανάστασής τους. Ας δούμε, όμως, αναλυτικότερα τα γεγονότα:

Η παρακμή των γενιτσαρικών ταγμάτων ακολουθεί την πορεία της πάλαι ποτέ ένδοξης Αυτοκρατορίας τους, της Οθωμανικής. Όπως είδαμε στο προηγούμενό μας άρθρο, ο Γενίτσαρος αρχικά δεν επιτρεπόταν να αποκτήσει οικογένεια, δικαίωμα που απέκτησε στα χρόνια του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή· αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αλλαγή στην ισορροπία της οργάνωσης των Γενιτσάρων. Πέραν του παιδομαζώματος ως πηγής στρατολόγησης, τα παιδιά των Γενιτσάρων εγγράφονταν κανονικά στους στρατολογικούς καταλόγους συνεχίζοντας την «οικογενειακή» (ούτως ειπείν) παράδοση. Οι αριθμοί των εκ «γενετής» Γενιτσάρων αυξάνονταν, σταδιακά το παιδομάζωμα περιήλθε σε αχρηστία, όλο και λιγότεροι χριστιανόπαιδες στρατολογούνταν. Τελευταία απόπειρα διεξαγωγής παιδομαζώματος έχουμε στα 1705, γεγονός που προκάλεσε την επανάσταση των κατοίκων της Νάουσας· από εκεί και πέρα η δυνατότητα διενέργειας παιδομαζώματος καταργείται οριστικά από την κεντρική διοίκηση.

Οι Γενίτσαροι, οπαδοί των «αιρετικών» Σούφι και μεβλεβίδων δερβίσηδων, όρχησαν να εγείρουν απαιτήσεις προς την κεντρική διοίκηση σε μια περίοδο έξαρσης του ισλαμικού φονταμενταλισμού, αυτής των kadizadeli, και έντονης προσπάθειας επιβολής της σουνιτικής «ορθοδοξίας» στους μουσουλμάνους από τη σουλτανική διακυβέρνηση. Έφτασαν δε σε σημείο να ανατρέπουν μεγάλους βεζίρηδες και σουλτάνους ακόμα. Η αρχή έγινε το 1618 με την ανατροπή του διανοητικά καθυστερημένου Μουσταφά του Α΄, λίγα χρόνια αργότερα ακολουθεί η καθαίρεση του Οσμάν του Β΄ και ο θάνατός του· μαζί του θανατώθηκε και ο μεγάλος βεζίρης. Το γεγονός ήταν πρωτάκουστο, αν κρίνουμε από μια ενδεικτική καταγραφή του ιερέα παπά-Συναδινού από την πόλη των Σερρών:

«…και έκαμαν τέρατα και εχάλασαν τον βεζήρι και έπνηξαν και τον Σουλτάν Οσμάνη και έκαμαν παρανομίαν οπού ποτέ τους είς το γένος τους δεν έκαμαν. Κρίμα εις αυτούς και κρίμα εις τον βασιλέα τον νεούτζηκον και έμορφον· πρέπον είναι όλοι μας να τον λυπηθούμε.»

Ας προσέξουμε λίγο καλύτερα πώς χαρακτηρίζεται το περιστατικό από έναν άσημο ιερέα κάπου στα Βαλκάνια, πρωτάκουστο· όντως, πριν τον Οσμάν ο μόνος σουλτάνος που είχε σκοτωθεί ήταν ο Βαγιαζήτ ο Κεραυνός από τον Ταμερλάνο, έναν εχθρό, ποτέ από Οθωμανούς (!), εξ’ ου και το πρωτάκουστο του γεγονότος. Αιτία ήταν η αρνητική τροπή των πολεμικών επιχειρήσεων, για την οποία υπεύθυνους ο νεαρός σουλτάνος θεωρούσε τους Γενίτσαρους. Ακολούθησαν και άλλες πολλές ανατροπές και θανατώσεις σουλτάνων, οι άλλοτε πιστοί Γενίτσαροι είχαν γίνει ο φόβος και ο τρόμος των ηγεμόνων, τους οποίους υποτίθεται πως προστάτευαν. Στα μάτια, όμως, του λαού είχαν αναδειχτεί κάτι σαν λαϊκοί ήρωες, υπερασπιστές τους απέναντι στις αυθαιρεσίες των κρατικών αξιωματούχων, οι περισσότεροι άλλωστε ήταν μέλη των διάφορων εσναφιών (συντεχνιών) μη υπηρετώντας στην πράξη, αλλά πλασματικά.

Η αρχή της παρακμής των Γενιτσάρων, σε στρατιωτικό τουλάχιστον επίπεδο, γίνεται εμφανής με τη Β΄ πολιορκία της Βιέννης, το συνασπισμό της «Ιεράς Συμμαχίας» και την αρνητική τροπή των επιχειρήσεων σε όλα σχεδόν τα μέτωπα πολέμου· μικρές τοπικές νίκες δε θα λείψουν, είναι όμως μεμονωμένες και χωρίς μεγάλη σημασία. Ιδιαίτερη οργάνωση είχαν οι Γενίτσαροι της Κρήτης, γνωστοί ως γερλήδες, διάσημοι για τη βαρβαρότητά τους κατά των χριστιανών και την απείθειά τους απέναντι στους εκπροσώπους της Πύλης, με ξεχωριστό διοικητή τον Γερλή Αγά. Η κεντρική διοίκηση αρχίζει να δίνει βάρος στους Αλβανούς ατάκτους για τις πολεμικές ενέργειες, δεν είναι τυχαίο που οι περισσότεροι «μεγάλοι» στρατιωτικοί της ύστερης περιόδου ήταν αλβανικής καταγωγής. Οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι θα δείξουν την εμφανή υστέρηση της αυτοκρατορίας σε πολεμική οργάνωση και αποτελεσματικότητα, η Αίγυπτος χάνεται, στα Βαλκάνια (και όχι μόνο) οι διάφοροι τοπικοί «ηγεμονίσκοι», ο Αλή πασάς Ιωαννίνων, ο Πασβαντζόγλου του Βιδινίου και άλλοι, αρχίζουν να χειραφετούνται από τον έλεγχο της Κωνσταντινούπολης.

Ο νεωτεριστής σουλτάνος Σελίμ ο Γ΄, αποφασίζει να προβεί στη δημιουργία ενός νέου στρατιωτικού σχηματισμού με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα οργάνωσης, εκπαίδευσης και ενδυμασίας. Το νέο σώμα ονομάζεται «Νέα Τάξη», Nιzam-ι Çedid, για την εκπαίδευση του οποίου προσλαμβάνονται Γάλλοι αξιωματικοί, το σώμα αυτό στρατωνίζεται ξεχωριστά από τα υπόλοιπα. Συντηρητικοί ουλεμάδες και γενίτσαροι συσπειρώνονται κατά του σουλτάνου, με αποτέλεσμα πέραν του αξιώματός του να χάσει και τη ζωή του. Μετά το θάνατό του, το νέο σώμα διαλύεται και καταργείται με νόμο του κράτους. Η ελληνική επανάσταση θα δείξει για άλλη μια φορά την παρακμή των γενιτσαρικών ταγμάτων, ώσπου το 1826 διαμαρτύρονται και απαιτούν από το νέο σουλτάνο, κατά το πάγιό τους συνήθειο, μισθολογική αύξηση. Ο σουλτάνος Μαχμούτ ο Β΄ αντιδρά και με τη βοήθεια πιστών σε αυτόν σπαχήδων και βασιβουζούκων διατάζει τη διάλυση των γενιτσαρικών ταγμάτων. Πολλοί Γενίτσαροι εκτελούνται στην Πόλη, οι διωγμοί επεκτείνονται και στην περιφέρεια, το γεγονός αυτό ονομάζεται «Βακά-ι χαϊριγιέ», το ευχάριστο γεγονός. Στη θέση τους δημιουργείται το σώμα του «νικηφόρου στρατού του Μωάμεθ».

Έχοντας δει αναλυτικά την πορεία τους στο χρόνο κλείνουμε τη σειρά των άρθρων μας για τα γενιτσαρικά τάγματα, με την ιστορία των οποίων καταπιαστήκαμε από τη δημιουργία τους μέχρι και την κατάργησή τους.


Βιβλιογραφία

  • Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία του νέου Ελληνισμού, Τόμος Α΄, Θεσσαλονίκη, 1964
  • Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία του νέου Ελληνισμού, Τόμος Β΄, Θεσσαλονίκη, 1974
  • Donald Quartaert, H Οθωμανική Αυτοκρατορία Οι τελευταίοι αιώνες, 1700-1922, Αθήνα, 2006
  •  Δ. Παπασταματίου Φ. Κοτζαγεώργης, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Πολιτικής Κυριαρχίας, ΣΕΑΒ, 2015

Κωνσταντίνος Πίχλιαβας

Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη τον Ιούλιο του 1998. Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στον Δρυμό Θεσσαλονίκης και φοιτά στο τμήμα Ιστορίας- Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ερευνητικά του ενδιαφέροντα είναι, η μελέτη της Αρχαίας και Μεσαιωνικής (Βυζαντινής) Ιστορίας, η Ύστερη Αρχαιότητα (200 – 641 μ.Χ.) καθώς και τα υπό οθωμανική κατοχή Βαλκάνια (1356 -1922).