Της Ελευθερίας-Μαρίας Γκίκας,

Αίσθημα σχετικής αισιοδοξίας αποπνέουν τα αποτελέσματα των περιφερειακών εκλογών της γείτονος χώρας, μετά την ήττα της Λέγκας του Βορρά στην Εμίλια Ρομάνια της Ιταλίας, όπως είχαν προβλέψει και τα exit poll. Το προβάδισμα της κεντροαριστεράς βασίστηκε και στην προεκλογική εκστρατεία, ιδιαίτερα στην Μπολόνια -κέντρο της περιφέρειας της Εμίλια Ρομάνια και παραδοσιακό προπύργιο της Αριστεράς -και ισχυρή παρουσία του κοινωνικού «Κινήματος των Σαρδελών», που φιλοδοξεί να αποτελέσει αντίβαρο στην άνοδο της ακροδεξιάς, του Σαλβίνι- και όχι μόνο. Τοποθετώντας τα πράγματα σε μια χρονολογική σειρά, με την ευρύτερη έννοια, θα πρέπει να θυμηθούμε πώς ξεκίνησε το κίνημα «Movimento 5 Stelle», ποια η σχέση του με τη Λέγκα του Σαλβίνι και τίνος εύρους οι επιπτώσεις τους στην κυβέρνηση και τον Τζουζέπε Κόντε. Μιλώντας για την πολιτική σκηνή μιας χώρας όπως η Ιταλία, που τη μοναδική της σταθερά αποτελεί η αστάθεια, κρίνεται σκόπιμο να ανατρέξουμε σε επιμέρους αναζητήσεις.

Το «Movimento 5 Stelle» λοιπόν, ή ελληνιστί «Κίνημα των Πέντε Αστέρων», ιδρύεται το 2009 από τον Μπέμπε Γκρίλο με θέσεις οικολογικής κατά βάση, φύσεως, τασσόμενο υπέρ του ευρωσκεπτικισμού και της άμεσης δημοκρατίας. Το 2018 κατακτά την πρώτη θέση στις εκλογές, με 31% των ψήφων καθιστώντας το την δεύτερη πολιτική δύναμη μετά την κεντροδεξιά συμμαχία. Γίνεται αντιληπτό λοιπόν, πως μιλάμε για ένα κόμμα αναδυόμενο εν καιρώ οικονομικής ευρωπαϊκής κρίσης. Στο μεταξύ, η ακροδεξιά Λέγκα του Ματέο Σαλβίνι, αναδεικνύεται σε ήσσονα κυβερνητικό εταίρο της κυβέρνησης του άγνωστου ακόμη τότε, δικηγόρου και καθηγητή, Τζουζέπε Κόντε. Έναν χρόνο αργότερα, η συμμαχία θα διαλυθεί και τα Πέντε Αστέρια θα συνεργαστούν με το Δημοκρατικό Κόμμα, ώστε να παραμείνουν στην εξουσία, με τον Κόντε να παραμένει στην πρωθυπουργία.

Η προ ολίγων ημερών, ωστόσο, παραίτηση του αρχηγού του κόμματος των Πέντε Αστέρων, Λουίτζι Ντι Μάιο, συμβάλλει δραματικά ως και καθοριστικά στην ήδη τεταμένη περίοδο την οποία διανύει το κόμμα μετά τη σύναψη νέας κυβερνητικής συμφωνίας, αυτή τη φορά με το Δημοκρατικό Κόμμα. Παράλληλα, πολλοί βουλευτές και γερουσιαστές παρεισφρείουν στο κόμμα του Σαλβίνι, και το κόμμα υφίσταται μία παράλληλη δημοσκοπική “καθίζηση”. Με την αποχώρηση του Ντι Μάιο γίνεται λόγος για «τέλος εποχής», το οποίο εύλογα γεννά το εξής ερώτημα: «Είναι το κίνημα των Πέντε Αστέρων ένα πρόσκαιρο πολιτικό φαινόμενο που καταρρέει;». Η απάντηση φαίνεται να δίδεται καταφατικά.

Αναζητώντας τα αίτια της παραίτησης, αυτά μάλλον μπορούν να αποδοθούν στην απειρία του Ντι Μάιο, καθώς και στις σπασμωδικές κινήσεις του κόμματος να συνεργαστεί πρώτα με τον ακροδεξιό Σαλβίνι και έπειτα να στραφεί σε συνεργασία με την κεντροαριστερά, οδηγώντας το σε εκρηκτική αντίφαση. Επομένως, η συνολική αποδόμηση του κόμματος φαντάζει πια περισσότερο από λογική κι αναμενόμενη. Η αλλαγη, η μεταβολή θεμελιωδών θέσεών του, οδήγησαν εύκολα τους ψηφοφόρους του σε πολιτικό αποπροσανατολισμό, που μετατράπηκε εντέλει σε εγκατάλειψη του κόμματος.

Αυτό βέβαια, γίνεται περισσότερο κατανοητό, αφήνοντας τους αριθμούς τα μιλήσουν. Στις περιφερειακές εκλογές της 26ης Ιανουαρίου, στην επαρχία της Εμίλια Ρομάνια, τα Πέντε Αστέρια συγκέντρωσαν μόλις 3,47%. Ο Σαλβίνι πάντως είχε δηλώσει πως αν κέρδιζε στη Μπολόνια, θα ζητούσε πρόωρες εθνικές εκλογές, που θα σήμαιναν την έξωση του Κόντε. Αντικρίζοντας τα γεγονότα από την πλευρά του Σαλβίνι, το σκηνικό όπως ήταν διαμορφωμένο προεκλογικά μπορούσε πράγματι να κλονίσει ως και να «ρίξει» τη δημοκρατική κυβέρνηση. Το αποτέλεσμα στην Εμίλια Ρομάνια όμως, με νίκη του υποψήφιου περιφερειάρχη της κεντροαριστεράς Στέφανο Μπονατσίνι, με 51,4% έναντι του 43,5% της υποψήφιας της Λέγκας, Λουτσία Μποργκοντζόνι, αν μη τι άλλο διέψευσε τις προσδοκίες του. Η έκβαση αυτή των γεγονότων επιβεβαιώνει την κρίση που διέρχεται το κίνημα του Γκρίλο.

Αντί του θριάμβου, στον οποίο τόσο πολύ πίστευε -ή ήθελε να πιστέψει- ο ηγέτης της Λέγκας του Βορρά, έρχεται αντιμέτωπος με μια ήττα που μολονότι δεν την παραδέχεται, φρενάρει απότομα τη φόρα του στο πολιτικό γίγνεσθαι της Ιταλίας. Αμφιβόλου αποδοτικότητας κρίνεται πάντως και η «επανεκκίνηση», καθότι, πέραν της δυναμικής του Δημοκρατικού Κόμματος που στέκεται σθεναρά απέναντί του, σημαντική αντίσταση προβάλλει και το διαρκώς ανερχόμενο, σημαντικής δυναμικής, κοινωνικό «Κίνημα των Σαρδελών», που στέκεται αγέρωχο απέναντι στις ξενοφοβικές πολιτικές του θέσεις.


Ελευθερία-Μαρία Γκίκα

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1998, όπου και διαμένει σήμερα, έχοντας στο μεταξύ ζήσει σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Είναι φοιτήτρια του Τμήματος Ρωσικής Φιλολογίας και Σλαβικών Σπουδών στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Αγαπά τις ξένες γλώσσες και τη συμμετοχή σε προγράμματα που προωθούν την εκμάθηση και διδασκαλία τους -summer schools κοκ. Στον ελεύθερό της χρόνο ασχολείται με το τραγούδι, τη γυμναστική, τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία.