Του Αναστάση Μπάρλα,

Ένα από τα πιο τραγικά κομμάτια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας αποτελεί ο Εμφύλιος Πόλεμος του 1946-1949, που ήρθε ως συνέπεια της αδυναμίας της Ελλάδας να διαχειριστεί τόσο τις εσωτερικές όσο και τις εξωτερικές πολιτικές υποθέσεις της. Εξ’ άλλου είναι γνωστή η συμμετοχή ξένων δυνάμεων στα πολιτικά (και όχι μόνο) δρώμενα της χώρας μας καθ’ όλη την ιστορική μας πορεία από την ανεξαρτητοποίηση (1832) του κράτους και έπειτα. Όσον αφορά, όμως, στη συγκεκριμένη περίοδο (1944-1947) το σημαντικότερο ρόλο διαδραμάτισαν οι Βρετανοί, οι οποίοι μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας (Οκτώβριος 1944) ήταν συνεχώς παρόντες σε όλα τα πολιτικά προσκήνια. Οι ελληνικές κυβερνήσεις ελέγχονταν σε μεγάλο βαθμό από τη βρετανική πολιτική, εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, ο οποίος “έπαιξε” κομβικό ρόλο, ώστε να οδηγηθούμε στον προανεφερθέντα Εμφύλιο. Είναι δεδομένο πως η ανάμειξη των Βρετανών έφερε ισχυρές πολιτικές εξελίξεις στη χώρα μας, καθώς η αδιάλλακτη πολιτική τους είχε ως αποτέλεσμα την αιτία της Συμφωνίας της Βάρκιζας, τα λεγόμενα Δεκεμβριανά.

Θα ήταν άστοχο να κάνουμε λόγο για μία από τις πιο οδυνηρές συμφωνίες στην ελληνική ιστορία και να μην αναφέρουμε, έστω και εν συντομία, τα αίτιά της. Αρχικά, τα Δεκεμβριανά θεωρώ ότι είναι ανακριβές να τα αναφέρουμε ως η “δεύτερη φάση του Εμφυλίου” (πρώτη φάση θεωρούνται από πολλούς οι διαμάχες μεταξύ αριστερών και δεξιών οργανώσεων κατά τη διάρκεια της κατοχής). Αποτελούν ένα μεμονωμένο ιστορικό γεγονός, που ίσως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο προάγγελος του Ελληνικού Εμφυλίου, αλλά σε καμία περίπτωση ως “φάση” του. Τα Δεκεμβριανά, λοιπόν, αφορούν τις διαμάχες ανάμεσα στις δυνάμεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και των βρετανικών κυβερνητικών δυνάμεων στην Αθήνα. Διήρκεσαν έναν ολόκληρο μήνα (4 Δεκεμβρίου 1944–11 Ιανουαρίου 1945) και οι συνέπειές τους ήταν καταστροφικές. Ποια ήταν, όμως, η αφορμή που οδήγησε σε αυτό το τραγικό γεγονός και εν συνεχεία στη Συμφωνία της Βάρκιζας;

Ήδη απο τα χρόνια της κατοχής ήταν φανερό πως οι ιδεολογικές συγκρούσεις (και κατ’ επέκταση πολεμικές-στρατιωτικές) μεταξύ αριστεράς-δεξιάς είχαν προσλάβει πολύ έντονο χαρακτήρα. Όταν πια η ήττα της Ναζιστικής Γερμανίας φαινόταν πια αναπόφευκτη, παράλληλα άρχισε να πλανάται και ένα καίριο ζήτημα. Ποιος θα αναλάβει την εξουσία ή πιο συγκεκριμένα με ποιο ιδεολογικό στρατόπεδο θα “συμπορευτεί” η Ελλάδα; Βέβαια τα πράγματα ήταν προκαθορισμένα. Η μοίρα του ελληνικού κράτους είχε προαποφασιστεί από τη Διάσκεψη της Γιάλτας να περάσει στη σφαίρα επιρροής του Δυτικού μπλοκ και της φιλελεύθερης δημοκρατίας κατ’ επέκταση. Όταν με το καλό, απελευθερώθηκε η Ελλάδα, οι Βρετανοί ανέλαβαν άμεσα έργο, ώστε να αποτρέψουν την ελληνική επικράτεια από τον «κομμουνιστικό κίνδυνο». Τι σήμαινε αυτό στην πραγματικότητα;

Η κυβέρνηση εθνικής ενότητας επί Γ. Παπανδρέου έπρεπε να αναλάβει τον ειρηνικό αφοπλισμό  του ΕΛΑΣ, ενώ παράλληλα έπρεπε να ενισχύσει τον εθνικό στρατό, χωρίς όμως να υπονομεύσει με τις πρακτικές της το ρόλο που είχε ο ΕΛΑΣ σε όλη την κατοχή (ας μην ξεχνάμε ότι ο ΕΛΑΣ εκείνη την περίοδο είχε μεγάλη απήχηση σε αρκετά κομμάτια του πληθυσμού με αρκετούς υποστηρικτές), πράγμα που δεν κατάφερε να διαχειριστεί επιτυχώς. Η κατάσταση οξύνθηκε και ύστερα δύο μήνες από την απελευθέρωση φτάσαμε στη “μάχη της πρωτεύουσας”, μια μάχη ουσιαστικά που θα έκρινε την πολιτική πορεία της Ελλάδας.

Στις 12 Φεβρουαρίου 1945 υπογράφεται η Συμφωνία της Βάρκιζας, η οποία σηματοδοτεί και το τέλος των εμφύλιων εχθροπραξιών στην Αθήνα. Οι δύο πλευρές (ΕΑΜ-κυβέρνηση Πλαστήρα, από τις 3 Ιανουαρίου του ίδιου χρόνου) συμφώνησαν σε κατάπαυση του πυρός και στον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ, με αντάλλαγμα την ελληνική κυβέρνηση να υπόσχεται γενική αμνηστία και τον εκκαθαρισμό του ελληνικού στρατού από τους συνεργάτες των Γερμανών. Ο Πλαστήρας, παρά τις προσδοκίες των Βρετανών, αποδείχθηκε κατώτερος των περιστάσεων και δε μπόρεσε να ελέγξει τις μετέπειτα εξελίξεις. Για ένα χρόνο ακολούθησαν εκτελέσεις εκατέρωθεν και οι αριστεροί βρέθηκαν να κυνηγιούνται από παρακρατικές οργανώσεις, παρά τη γενική αμνηστία, χαρακτηριστικές μάλιστα πρακτικές βίας αποτέλεσαν εκείνες που χρησιμοποιούσε η «Οργάνωση Χ» του Γρίβα στην Πελοπόννησο.

Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα αστάθειας, βίας και αρνησικυρίας ο Πλαστήρας οδηγείται σε παραίτηση και ύστερα απο πιέσεις των Βρετανών ανέλαβε πρωθυπουργικά καθήκοντα ο Θεμιστοκλής Σοφούλης. Ο τελευταίος κάτω από ασταθείς συνθήκες, προκήρυξε εκλογές για τις 31 Μαρτίου 1946.

Τα κύρια σημεία της συμφωνίας της Βάρκιζας ήταν:

  • Δημιουργία δημοκρατικής πολιτείας με πλήρεις πολιτικές ελευθερίες
  • Άρση στρατιωτικού νόμου
  • Αμνηστία πολιτικών αδικημάτων μετά τις 3 Δεκεμβρίου 1944
  • Απελευθέρωση συλληφθέντων από τον ΕΛΑΣ
  • Δημιουργία νέου Εθνικού Στρατού
  • Αποστράτευση και αφοπλισμός ΕΛΑΣ
  • Εκκαθάριση δημόσιων υπηρεσιών και σωμάτων ασφαλείας
  • Διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το πολιτειακό ζήτημα

Οι εκλογές του 1946 αποτελούν τρανή απόδειξη γιατί η συμφωνία της Βάρκιζας κάθε άλλο παρά αποτελεσματική μπορεί να χαρακτηριστεί και δεν απέκτησε τελικά την ισχύ που προσδοκούσαν οι δύο πλευρές. Το ΚΚΕ αποφάσισε να απέχει με το πρόσχημα ότι το χρονικό διάστημα ήταν πολύ σύντομο για να δείξει ποια θα ήταν η πραγματική εικόνα της πολιτικής σκηνής.

Νικητής των εκλογών αναδείχθηκε το  δεξιό Λαϊκό Κόμμα με ηγέτη τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη. Το κατά πόσο νομιμοποιημένες ήταν οι εκλογές του 1946 είναι ένα ζήτημα που ενδέχεται πολλές συζητήσεις, καθώς υπάρχουν ισχυρισμοί, κυρίως από την πλευρά του ΚΚΕ, ότι το 51% των ψηφοφόρων ακολούθησε την πολιτική αποχής. Εν τέλει, όμως, αυτό που θα πρέπει να αποκομίσουμε από αυτά τα γεγονότα είναι πως η συμφωνία της Βάρκιζας, μία συμφωνία με σκοπό την ομαλοποίηση της κατάστασης, δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα καθώς και οι πολιτικοί παράγοντες της Ελλάδας δε μπόρεσαν να αποτρέψουν το αναπόφευκτο, τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο. Έναν  Εμφύλιο, ο οποίος δημιούργησε πληγές που έκαναν πολλά  χρόνια να κλείσουν.


Βιβλιογραφία

  • RICHARD CLOGG, (2012), Σύντομη Ιστορία Της Νεώτερης Ελλάδας, εκδ. ΚΑΡΔΑΜΙΤΣΑ, Αθήνα
  • Κώστας Καραγεώργης, Από τη Βάρκιζα στον Εμφύλιο, εκδ. Προσκήνιο

Αναστάσης Μπάρλας

Είναι γεννημένος το 2000 και σπουδάζει στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Φέρει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην νεώτερη και σύγχρονη ιστορία.