Της Ελένης Σιαπικούδη,

Οι εκλογές των ΗΠΑ αποτελούν σημείο αιχμής για το παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό, καθώς οι εξελίξεις στη χώρα αυτή τείνουν να επηρεάζουν τα διεθνή τεκταινόμενα. Παίρνοντας ως σημείο αναφοράς τις προεδρικές εκλογές του 1964, θα γίνει μια προσπάθεια ανάλυσης του πολιτικού σκηνικού της εποχής. Πιο συγκεκριμένα, στις 3 Νοεμβρίου 1964, διεξήχθη η πέμπτη προεκλογική αναμέτρηση στον ψυχροπολεμικό κόσμο. Αντιμέτωποι ήρθαν ο Λύντον Τζόνσον με τους Δημοκρατικούς και ο Μπάρρυ Γκολντγουότερ με τους Ρεπουμπλικάνους.

Ο Τζόνσον ουσιαστικά ενεπλάκη ενεργά με την πολιτική τη δεκαετία του 1930, όταν ανέλαβε επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας του υποψήφιου γερουσιαστή, για την πολιτεία του Τέξας, Χόπκινς. Τα επικοινωνιακά του χαρίσματα έγιναν αμέσως εμφανή, με αποτέλεσμα λίγο αργότερα να γίνει γραμματέας του γερουσιαστή Richard Clemberg. Σημαντικό σημείο στην καριέρα του αποτέλεσε η υποψηφιότητά του στο πλευρό του Τζον Κένεντι το 1960, όταν εξελέγη αντιπρόεδρος των ΗΠΑ.

Η νίκη του Τζόνσον και κατ’ επέκταση των Δημοκρατικών ήταν αναμενόμενη, καθώς οι εκλογές ακολούθησαν σε σύντομο χρονικό διάστημα από τη δολοφονία του Τζον Κένεντι. Ειδικότερα, η δολοφονία είχε λάβει χώρα στις 22 Νοεμβρίου 1963, στο Ντάλας του Τέξας. Υπό το πρίσμα αυτό, και από τις δυο πλευρές τηρήθηκε μια περίοδος πένθους με ελάχιστη πολιτική δραστηριότητα μέχρι τις αρχές του 1964, καθώς η χώρα βρισκόταν σε σύγχυση μετά από αυτό το γεγονός. Επιπλέον, αμέσως μετά τη δολοφονία, ο αντιπρόεδρος του Κένεντι, Λύντον Τζόνσον, ορκίστηκε πρόεδρος, ενώ ο δολοφόνος του Κένεντι, Λη Χάρβεϊ Όσβαλντ, δολοφονήθηκε μέσα στις επόμενες μέρες. Ομολογουμένως, αυτά τα γεγονότα δημιούργησαν ένα έντονο και βίαιο σκηνικό στη χώρα, που γινόταν κατανοητό από Αμερικανούς και ξένους αναλυτές.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε το ότι ο Τζόνσον κατάφερε να διαχειριστεί μια έκρυθμη κατάσταση που επικράτησε στις ΗΠΑ μετά τη δολοφονία του Κένεντι. Συγκεκριμένα, κατά την προεκλογική εκστρατεία, δόθηκε έμφαση στις εθνοτικές σχέσεις, ενώ ταυτόχρονα διατήρησε το εκλογικό συμβούλιο και κατάφερε να ψηφιστεί το νομοσχέδιο κατά του ρατσισμού, του οποίου τις βάσεις είχε θέσει ήδη ο Κένεντι. Επίσης, υπέγραψε το νόμο για τα Πολιτικά Δικαιώματα του 1964 και κατήργησε τις «αναλογίες» που περιόριζαν την έλευση μεταναστών στις ΗΠΑ.

Με την κίνηση αυτή, ο Τζόνσον μετέβαλε κατά κάποιο τρόπο το πολιτικό-εκλογικό σκηνικό στη χώρα. Ο «Σταθερός Νότος» ή “Solid South” όπως αλλιώς αναφέρεται, είχε να κάνει με το γεγονός ότι ιστορικά, μετά τον Αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο το 1865, οι νοτιότερες πολιτείες ψήφιζαν παραδοσιακά Δημοκρατικούς. Η πολιτική του Τζόνσον να προωθεί τη νομοθεσία για τα πολιτικά δικαιώματα, «ώθησε» τις περιοχές αυτές στην πλευρά των Ρεπουμπλικάνων.

Αυτή η εξέλιξη γίνεται εμφανής όταν ο Μπάρρυ Γκολντγουότερ, Αμερικανός γερουσιαστής στην Αριζόνα κέρδισε μερικές θέσεις-κλειδιά εναντίον του Νέλσον Ροκφέλερ, δύο βδομάδες μετά την ψήφιση της Πράξης των Πολιτικών Δικαιωμάτων. Από τη μεριά του, ο Γκολντγουότερ είχε ψηφίσει κατά της Πράξης, ενώ ήταν ένθερμος αντικομμουνιστής και υποστήριζε τη μείωση των ομοσπονδιακών δραστηριοτήτων σε όλα τα επίπεδα. Ωστόσο, και στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, οι αντιπαραθέσεις δεν έλειπαν. Ο Γκολντγουότερ δε θεωρούνταν άμεσος εκφραστής της ιδεολογίας του κόμματος, ενώ με δημοσκόπηση τον Ιούνιο, τα 3/5 των Ρεπουμπλικάνων ήταν υπέρ του Γουίλιαμ Σκράντον, κυβερνήτη στην Πενσυλβάνια, ως ανάδειξη υποψηφίου του κόμματος.

Ένα ακόμα σημείο το οποίο έδωσε προβάδισμα στον Τζόνσον, ήταν το γεγονός ότι οι Ρεπουμπλικάνοι δεν επεδίωκαν τις ψήφους των Αφρο-Αμερικάνων και έδιναν σημαντική έμφαση στη ρητορική τους στην πάταξη του εγκλήματος. Χαρακτηριστικά, ο Γκολντγουότερ είχε αναφέρει ότι «Ο εξτρεμισμός για τη διαφύλαξη της ελευθερίας δεν είναι αμαρτία. Η μετριοπάθεια για την επιδίωξη της δικαιοσύνης δεν είναι αρετή». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός αφρο-αμερικανών ψηφοφόρων να δώσουν την ψήφο τους στους Δημοκρατικούς και ο Τζόνσον να κερδίσει πλειοψηφικά σε πολιτείες όπως στη Φλόριντα, το Τένεσι και την Βιρτζίνια.

Παρά το γεγονός ότι η εξωτερική πολιτική δεν έπαιξε κεντρικό ρόλο στην προεκλογική εκστρατεία, η αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή στο Βιετνάμ καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τη θέση του Τζόνσον. Δεν ήταν λίγα τα εκλογικά σποτ και οι διαφημίσεις που χρησιμοποιήθηκαν κατά της πολιτικής του Τζόνσον στο Βιετνάμ και γενικότερα κατά της πολεμικής επιχείρησης στη χώρα, κάνοντας πάντα επίκληση στο συναίσθημα της κοινής γνώμης. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο εκλογικός του αντίπαλος έκανε λόγο για τα πυρηνικά όπλα και τις διαστάσεις του πολέμου.

Ουσιαστικά, στην εκλογές που διεξήχθησαν στις 3 Νοεμβρίου 1964 ο Τζόνσον επικράτησε του Γκολντγουότερ, λαμβάνοντας το 61% της λαϊκής ψήφου, το υψηλότερο ποσοστό που συγκέντρωσε ποτέ υποψήφιος πρόεδρος μετά τον Τζέιμς Μονρόε. Παράλληλα, πολιτείες όπως το Μισισίπι και η Αλαμπάμα, οι οποίες δεν είχαν ψηφίσει Ρεπουμπλικάνο σε καμία προεδρική εκλογή από την Ανασυγκρότηση, όπως επίσης και η περίπτωση της Τζόρτζια με τον Γκολντγουότερ (ο πρώτος Ρεπουμπλικάνος στην ιστορία που κέρδισε την Τζόρτζια), αποτέλεσαν μείζον σημείο καμπής για το Νότο, και ένα σημαντικό βήμα στη διαδικασία με την οποία ο πρώην «Συμπαγής Νότος» των Δημοκρατικών, έγινε Ρεπουμπλικανικό προπύργιο. Στο πλαίσιο αυτό, ο Τζόνσον κατάφερε να κερδίσει οριακά την απόλυτη πλειοψηφία με 51–49% (6.307 προς 5.993 εκατομμύρια), στις έντεκα πρώην Συνομόσπονδες πολιτείες. Αντίστροφα, όμως ήταν και ο πρώτος Δημοκρατικός στα χρονικά που κέρδισε το Βέρμοντ σε Προεδρική εκλογή.

Καταληκτικά, η σαρωτική νίκη του Τζόνσον στις εκλογές του 1964, του προσέδωσαν ένα ισχυρό προβάδισμα υπέρ του συντηρητικού συνασπισμού. Συγκεκριμένα, η εκστρατεία του Τζόνσον έσπασε δύο Αμερικανικά εκλογικά ρεκόρ που προηγουμένως κατείχε ο Φράνκλιν Ρούζβελτ: τον μεγαλύτερο αριθμό ψήφων του Εκλεκτορικού Κολεγίου που κέρδισε υποψήφιος μεγάλου κόμματος που διαγωνίζεται πρώτη φορά για τον Λευκό Οίκο (με 486 προς 472 που κέρδισε ο Ρούζβελτ το 1932) και το μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων υπό τον τρέχοντα Δημοκρατικό-Ρεπουμπλικανικό συναγωνισμό (ο Ρούζβελτ κέρδισε 60.8% πανεθνικά, ο Τζόνσον 61.1%). Ως πρόεδρος, προσέφερε σημαντικό έργο στο εσωτερικό της χώρας, με την ψήφιση των πολιτικών δικαιωμάτων και του ριζοσπαστικού νομοσχεδίου κατά του ρατσισμού, γεγονός που τον καθιστά ιδιαίτερα δημοφιλή. Ωστόσο, η αδυναμία του να διαχειριστεί τη στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στο Βιετνάμ, χαρακτήρισαν σε μεγάλο βαθμό την περίοδο διακυβέρνησής του.


Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Ελένη Σιαπικούδη

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1996. Είναι απόφοιτη του τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών και μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο αγγλόφωνο πρόγραμμα Politics and Economics of Contemporary Eastern and Southeastern Europe του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Έχει συμμετάσχει σε επιστημονικά συνέδρια πολιτικής, ιστορίας και διεθνών σχέσεων.