Του Πέτρου-Ορέστη Κατσούλα,

To καινούριο σπίτι είναι ένα σπίτι που φτιάχνεται για να μην κατοικηθεί ποτέ, ένα σύμβολο της ματαιότητας, του ναρκισσισμού και του υλιστικού εγωκεντρισμού της βενετσιάνικης κοινωνίας του 18ου αιώνα. Ένα σπίτι το οποίο αποτελεί έναν διακαή πόθο της ιδιότροπης και φιλόδοξης Καικιλίας να το αποκτήσει, πόθος που τελικά θα είναι η καταστροφή του νεαρού συζύγου της Αντζολέτο, ο  αδύναμος χαρακτήρας του οποίου και η επιρροή που του ασκεί η Καικιλία θα τον παρασύρουν σε μία δίνη αποσαρθρωτικής καταστροφής.

Το μοτίβο αυτό εντάσσεται στην ανανεωτική φόρμα του γκολντονικού θεάτρου, ο οποίος ήρθε σε ρήξη με τον αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα της comediadellarte -χωρίς βέβαια να σταματήσει αυτή να αποτελεί βασική πηγή έμπνευσής του- και δημιούργησε ήρωες ολοκληρωμένους και πολύπλευρους, μέσα από τους οποίους ανέδειξε με έναν ιδιαίτερα ευφάνταστο τρόπο μία συναισθηματική και κοινωνική ανθρωπογεωγραφία της Βενετίας, με σύνηθες μοτίβο την υποκρισία της βενετικής αριστοκρατίας και τις πολυποίκιλες σχέσεις που αναδύονται μέσα σ’ αυτήν.

Η σκηνοθετική προσέγγιση του Γιάννη Σκουρλέτη χαρακτηρίζεται από έναν εικαστικό πλουραλισμό, για την επίτευξη του οποίου επιστρατεύονται αναγνωρίσιμοι από το κοινό ήρωες  της POP κουλτούρας (γιαπωνέζικα μάνκγα , κινηματογράφος, νοσταλγική και γκόθικ αισθητική).Στο κυρίαρχο αναγεννησιακό σκηνικό του ιταλικού κοιμητηρίου με τις γαλήνιες μορφές των αγγέλων, οι ήρωες, έντονα φορμαλιστικά αποδοσμένες φιγούρες ενός διαχρονικού παρελθόντος που ακυρώνει τον θεατρικό χρόνο, κινούνται στο πλαίσιο της πλοκής του έργου, υπηρετώντας παράλληλα την δική τους αισθητική. Μια υπηρέτρια ενσάρκωση της Saylor Moon, ηρωίδας των γιαπωνέζικών μάγκα (Λουτσέτα), ένας ταπετσιέρης ως καρικατούρα Elvis Presley (Σιγκουάλντο), ένας ερωτευμένος τυχοδιώκτης σε απόδοση Dracula by Francis Ford Copola (Λορέντσο),  βενετσιάνες ευγενείς με ροκοκό κρινολίνο και περούκα αλλά Μαρία Αντουανέτα (Καικίλια) και βαμπιρικά στοιχεία (Κέκα), που παραπέμπουν στη Συνέντευξη με ένα Βρικόλακα του Nil Jordan, ένας κόμης με χρυσή φόρμα γυμναστικής, μια disco girl (Μενεγκίνα) και μια γκόθικ κινούμενη βουβή περσόνα χορευτή με τατουάζ (άγγελος), δημιουργούν ένα θεατρικό καλειδοσκόπιο μέσα στη γκολντονική ατμόσφαιρα της Βενετίας του 18ου αιώνα. Όλες οι ανδρικές φιγούρες παρουσιάζονται ως drag φιγούρες, παρωδιακή απόδοση της αδυναμίας επιβολής τους αλλά και της παράδοσης τους σε έναν επιθετικό υλισμό. Η εργαλειοποίηση στοιχείων περφόρμανς σε σκηνοθετικό και κινησιολογικό επίπεδο, όχι μόνο δεν ακυρώνουν το πνεύμα του Γκολντόνι, αλλά καθιστούν επίκαιρη όσο ποτέ την κριτική του συγγραφέα για την ανθρώπινη ματαιοδοξία, την αλαζονεία του πλούτου, τον ναρκισσισμό  και την υποκρισία.

Σαφώς, η σκηνοθετική αυτή αποτύπωση αποτελεί μία μεταθεώρηση του γκολντονικού κόσμου, μένοντας όμως πιστή τόσο στα νοήματα, όσο και στο πνεύμα του μεγάλου Ιταλού συγγραφέα. Ο Γιάννης Σκουρλέτης επιδιώκει μία νέα τυποποίηση των ηρώων, παρουσιάζοντάς τους σαν στυλιζαρισμένες καρικατούρες, ένα είδος μεταμοντέρνας μάσκας, η οποία διαχέεται σε όλη την παράσταση, εντείνοντας την αίσθηση της βιτριολικής επιτήδεσης των σχέσεων που σταδιακά ξεδιπλώνονται στο θεατή. Το σαρωτικό γίγνεσθαι του έργου με τον ανταγωνισμό, τη διάθεση επίδειξης, την κακοβουλία,  την κρυψίνοια και τη νωθρότητα -μοτίβα που ο Γκολντόνι θα αναδείξει με ιδιαίτερα εύγλωττη γλαφυρότητα στο έργο του- θα αποτυπωθεί σε μία αφοπλιστική κινησιολογία, η οποία θα μετασχηματίσει τις μύχιες σκέψεις των ηρώων σε μία ρυθμική διαρκή σωματική έκφραση, κινούμενη μεταξύ τυποποίσης και αποδόμησης της φόρμας.

Το καινούριο σπίτι, αποδιδόμενο ως ένα πομπώδες ταφικό μνημείο, γίνεται έτσι ένας γεωμετρικός τόπος συνένωσης ετερόκλητων στοιχείων, στοιχείων όμως που κινούνται γύρω από το βασικό άξονα της ματαιότητας και του φαίνεσθαι.  Η μουσική επένδυση, αποτελούμενη από ένα μείγμα κλασικιστικών μοτίβων και διάσπαρτων διαφωνιών, επενδύει μία αέναη κίνηση. Οι σκηνογραφικές επιλογές μένουν πιστές στην εποχή που γράφει ο Κάρλο Γκολντόνι, γεγονός που δημιουργεί αντίφαση με τη μεταμοντέρνα πρόσληψη του έργου, το οποίο ο Γιάννης Σκουρλέτης επενδύει με ένα διάχυτο μυστήριο γύρω από τις έννοιες, τα πράγματα, τα συναισθήματα, τις προθέσεις. Η παράσταση εισάγει έτσι το θεατή σε έναν πολυεπίπεδο κόσμο, όπου η γκολντονική θεατρική σκηνή αναδημιουργείται μέσα σε ένα πνεύμα δημιουργικής πρωτοπορίας και αμφισβήτησης της παραδοσιακής πρόσληψης του ιταλικού θεάτρου.


Πέτρος-Ορέστης Κατσούλας

Είναι υποψήφιος διδάκτωρ συγκριτικού, δημοσίου και ευρωπαϊκού δικαίου (Πανεπιστήμιο Paris II Panthéon-Assas). Πτυχιούχος της Νομικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στο Δημόσιο Δίκαιο του Πανεπιστημίου Paris II Panthéon-Assas, με ισχυρή βάση στο ευρωπαϊκό δίκαιο, το δημόσιο δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Φέρει δικηγορική εμπειρία σε αντικείμενα δημοσίου δικαίου αλλά και πολιτικής και διοικητικής δικονομίας, από άσκηση στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Κατά το παρελθόν είχε ενεργή συμμετοχή στην ELSA ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, συμμετοχή σε προσομοιώσεις οργανισμών και πρακτική άσκηση στο Υπουργείο Εξωτερικών.