Της Μαρίας Μαλανδράκη,

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της έντονης μετακίνησης ανθρώπων, τα άτομα έρχονται σε άμεση επαφή με ξένες κουλτούρες και ιδεολογίες γεγονός που επαναφέρει ένα ζήτημα που απασχόλησε και απασχολεί τις νεωτερικές κοινωνίες. Αυτό δεν είναι άλλο από τα ανθρώπινα δικαιώματα. Στο πλαίσιο των συζητήσεων σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα η lgbt+ κοινότητα έρχεται στο προσκήνιο, ακούγεται, διεκδικεί και αποστιγματίζει τον εαυτό της από την ταμπέλα της “μειονότητας”. Σε αυτό το κλίμα, το φεμινιστικό κίνημα μπαίνει στην εικόνα με τον ανάλογο δυναμισμό και διάλογοι σχετικά με το ζήτημα της αυτοδιάθεσης του γυναικείου σώματος ανασυγκροτούνται, προκαλώντας -ενδεχομένως προς έκπληξη αρκετών- έντονες αντιδράσεις και αντίλογο. Τι σημαίνει, όμως, αυτοδιάθεση του σώματος; Ποιά είναι τα ζητήματα που την αφορούν; Και πώς εμφανίζονται αυτοί οι προβληματισμοί και οι τρόποι επίλυσής τους στην ελληνική πραγματικότητα;

Αποσαφηνίζοντας τον όρο της αυτοδιάθεσης του γυναικείου σώματος (women’s physical independence), αναφερόμαστε στο δικαίωμα των γυναικών να διαθέτουν το σώμα τους με τον τρόπο που θέλουν και στο άτομο το οποίο επιθυμούν οι ίδιες να το διαθέσουν. Αξίζει να τονίσουμε πως ο όρος ήρθε στο προσκήνιο με το δεύτερο κύμα φεμινισμού (second-wave feminism) μεταξύ των δεκαετιών του ‘60 και ‘70. Ο όρος αφορά ένα πλήθος ζητημάτων, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνο της έκφρασης της σεξουαλικότητας και το αν υπάρχουν όρια σε αυτή, καθώς και αυτό του δικαιώματος στην άμβλωση, τα οποία θα πραγματευτούμε στη συνέχεια.

Ξεκινώντας, όμως, απ’ τα βασικά παρατηρούμε πως στην ελληνική κοινωνία ακόμη και η ίδια αυτοδιάθεση του σώματος και ο τρόπος διαχείρισής της από τις γυναίκες αποτελεί ένα θέμα “ταμπού”. Οι γυναίκες που εναλλάσσουν ταχύρρυθμα τους ερωτικούς συντρόφους τους, στιγματίζονται κοινωνικά και δέχονται χαρακτηρισμούς από τον κοινωνικό περίγυρο. Φυσικά, τονίζουμε πως η αντιμετώπιση αυτή δεν έχει την ίδια ένταση και δε φέρει την έντονη κοινωνική κατακραυγή που είχε πριν 50 χρόνια, ούτε μπορούμε να ισχυριστούμε πως οι Έλληνες άνδρες δε δέχονται καμία απολύτως κριτική για τον τρόπο διαχείρισης της προσωπικής τους ζωής, επειδή όμως το άρθρο αφορά τις γυναίκες, θα εστιάσουμε στην περίπτωσή τους. Η κριτική λοιπόν, γίνεται πιο έντονη όταν αυτές οι γυναίκες είναι χωρισμένες και έχουν παιδιά, ή όταν είναι μεγαλύτερες σε ηλικία από το σύντροφό τους.

Την ίδια στιγμή ακόμη και ο τρόπος ντυσίματος μπαίνει στα στενά πλαίσια της κοινωνικής κριτικής, ιδιαίτερα όταν αυτός αγκαλιάζει τη σεξουαλικότητα και γίνεται τρόπος έκφρασής της. Η σεξουαλικότητα και η έκφρασή της μέσω της εμφάνισης πολλές φορές ταυτίζεται με την “πρόκληση” φτάνοντας σε ακραίους ισχυρισμούς, όπως αυτούς που έρχονται να κατηγορήσουν θύματα βιασμού για το έγκλημα που διεπράχθη σε βάρος τους. Οι διαφωνίες σχετικά με την αυτοδιάθεση του σώματος γίνονται πιο έντονες όταν αφορούν το ζήτημα της άμβλωσης και στο βαθμό που μια γυναίκα έχει το δικαίωμα να αποφασίζει η ίδια για το αν θα κρατήσει ή όχι το παιδί. Τι λέει, όμως, ο φεμινισμός σαν απάντηση σε όλα τα παραπάνω και πώς αντιμετωπίζονται οι απαντήσεις του απ’ την ελληνική κοινωνία;

Η ιδεολογία του φεμινισμού έχει ένα πλήθος προσεγγίσεων σχετικά με το πώς προέκυψαν τα παραπάνω ζητήματα, καθώς και τον τρόπο αντιμετώπισής τους, εστιάζοντας όμως στη βασική του αρχή, ο φεμινισμός επιζητά την ισότητα των δύο φύλων μέσω της χειραφέτησης του γυναικείου φύλου από ιδέες που προέκυψαν σε κοινωνίες πατριαρχικά διαμορφωμένες. Συνεπώς, βάσει αυτής της αρχής μία γυναίκα έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για την προσωπική της ζωή, να ντύνεται όπως η ίδια επιθυμεί και να αποφασίζει για την άμβλωση ή όχι του παιδιού της χωρίς συνέπειες.

Τα παραπάνω ζητήματα είναι πιο πολυδιάστατα και σύνθετα απ’ ό,τι φαίνεται να είναι με μια πρώτη προσέγγιση. Απ’ τη μια μεριά -όσον αφορά τη διαχείριση της προσωπικής ζωής μιας γυναίκας- είναι εύλογο εν έτει 2020 να υποστηρίζει κανείς πως τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο σε αυτή την έχει η ίδια η γυναίκα. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να λάβουμε υπόψιν πως η Ελλάδα σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες παραμένει μια βαθύτατα θρησκευτική και ως εκ τούτου παραδοσιακή κοινωνία. Το τελευταίο οφείλεται στο γεγονός ότι σε σχέση με τις άλλες χώρες η Ελλάδα δεν πέρασε Διαφωτισμό και οι άρχουσες ιδεολογίες σχετικά με τα δικαιώματα της γυναίκας δεν είχαν το χρόνο να δεχτούν τη ζύμωση, που δέχτηκαν στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Σε αυτόν τον παραδοσιακό χαρακτήρα οφείλονται και οι αντιλήψεις σχετικά με τη σεμνή εμφάνιση, η οποία δε δίνει έμφαση στη σεξουαλικότητα, καθώς η τελευταία σκανδαλίζει και ενοχοποιείται διότι μια “τίμια” γυναίκα που πρόκειται να γίνει μητέρα ή που είναι ήδη μητέρα θεωρείται άσεμνο και άκομψο να εκφράζει μέσω της εμφάνισης τη σεξουαλικότητά της, ανεξάρτητα απ’ τον τόπο και το χρόνο. Τέλος, οι αντιρρήσεις σχετικά με το δικαίωμα της γυναίκας να κάνει άμβλωση χωρίς συναίνεση του συντρόφου της και χωρίς να δέχεται κάποια ποινή, εκκινούν συνήθως από παραδοσιακά ή και θρησκευτικά αισθήματα -ενδεχομένως πατριαρχικού χαρακτήρα- που λαμβάνουν ένα περιτύλιγμα ανθρωπισμού υποστηρίζοντας πως με αυτήν την απόφαση στερεί κανείς έννομα μια ζωή και άρα διαπράττει φόνο. Το βασικό πρόβλημα, αυτής της άποψης είναι πως μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το ίδιο επιχείρημα σχετικά με τον ανδρικό αυνανισμό, ότι δηλαδή η άγονη χρήση του σπέρματος αποτελεί επίσης ένα φόνο και πως “η ζωή” υπάρχει ήδη απ’ την εκσπερμάτωση. Συνεπώς με αυτή τη λογική η πράξη του αυνανισμού καθώς και οι μορφές έρωτα που δεν οδηγούν στην αναπαραγωγή είναι εγκληματικές.

Όσον αφορά την ελληνική πραγματικότητα και τον τρόπο που η κοινωνία εκλαμβάνει γενικά τις φεμινιστικές θεωρίες, οφείλουμε να κάνουμε μια πολύ σημαντική παρατήρηση σχετικά με τον όρο του φεμινισμού. Στην ελληνική γλώσσα, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στις άλλες, οι λέξεις-όροι που διαθέτουν την κατάληξη -ισμός παραπέμπουν σε λέξεις-όρους που αφορούν ένα ριζοσπαστικό περιεχόμενο (ρατσ-ισμός, φασ-ισμός, μαρξ-ισμός, ναζ-ισμός, βενιζελ-ισμός κ.α). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα σχεδόν ασυνείδητα και αυτόματα, η ελληνική κοινωνία να εκλαμβάνει το φεμινισμό σαν μια ακόμη θεωρία της οποίας οι υποστηρικτές ενστερνίζονται μια ριζοσπαστική θέση που θέλει το γυναικείο φύλο να είναι ανώτερο από το ανδρικό. Συνεπώς η καχυποψία και ίσως η προκατάληψη αυτή να είναι ως έναν πολύ μικρό βαθμό δικαιολογημένες και είναι και ο λόγος που οι προαναφερθείσες αντιλήψεις που πηγάζουν απ’ τη φεμινιστική θεωρία δε βρίσκουν στην ελληνική κοινωνία την απήχηση που απολαμβάνουν στις υπόλοιπες δυτικές κοινωνίες. Μπορεί όμως να αλλάξει αυτό και αν ναι με ποιόν τρόπο;

Η απάντηση βρίσκεται σε μια λέξη κλειδί: χρόνος. Μέσα στο κλίμα της παγκοσμιοποίησης και της ταχύτατης διάδοσης ιδεών μέσω του διαδικτύου οι νεότερες γενιές της ελληνικής κοινωνίας μοιραία υιοθετούν πιο εύκαμπτες αντιλήψεις σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα και κατ’ επέκταση σχετικά με τα δικαιώματα των γυναικών. Με άλλα λόγια η επιρροή από το κλίμα της παγκοσμιοποίησης, καθώς και ο άμεσος χαρακτήρας που αυτή έχει λάβει χάρη στην τεχνολογία, είναι αυτά που θα επηρεάσουν και θα διαμορφώσουν την ιστορικότητα των αντιλήψεων της ελληνικής κοινωνίας.


Μαρία Μαλανδράκη

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1999. Είναι προπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ήδη από τα σχολικά της χρόνια είχε αναπτύξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην συγγραφή δοκιμιακών και λογοτεχνικών και κειμένων γνώμης. Πλέον ως σπουδάστρια κοινωνιολογίας ασχολείται ενεργά με την παρακολούθηση της εξέλιξης των επιστημονικών θεωριών στον κλάδο της καθώς και με τα νέο-εμφανισθέντα κοινωνικά προβλήματα στις δυτικές κοινωνίες. Στον ελεύθερο χρόνο της ασχολείται ενεργά με τον εθελοντισμό και τον αθλητισμό στο προ-ολυμπιακό άθλημα του Muay thai.