Του Γιώργου Σαλπιγγίδη,

Μέχρι στιγμής, στα δυο προηγούμενα άρθρα, έχουμε εξετάσει τη νομισματική παραγωγή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας από συστάσεώς της μέχρι και τα τέλη του 11ου αιώνα. Αυτό το άρθρο θα είναι το επιστέγασμα αυτής της τριλογίας. Τώρα, λοιπόν, θα ανατρέξουμε στους τελευταίους αιώνες αυτής της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας. Αυτή η περίοδος έχει έντονο το στοιχείο της αλλαγής, καθώς σε αυτούς τους τέσσερις τελευταίους αιώνες, θα εμφανιστούν διάφορα νομίσματα, με πολλά από αυτά να μην αντέχουν τελικά στο χρόνο, εξαιτίας της χαμηλής ποσότητας καθαρών πολύτιμων μετάλλων, αλλά και εξαιτίας της οικονομικής, νομισματικής και εμπορικής ανόδου των Δυτικών χωρών. Οι αιώνες αυτοί (τέλη 11ου με 15ο) εμπεριέχουν τρεις μεγάλες νομισματικές αλλαγές. Η πρώτη ξεκινάει με τη νομισματική μεταρρύθμιση του Αλέξιου Α` Κομνηνού το 1092 και θα φτάσει έως τα τέλη του 13ου αιώνα· μάλιστα τα χρυσά και αργυρά νομίσματα αυτής της φάσης θα έχουν κοιλόκυρτη μορφή, ενώ τα χάλκινα διατηρούν την κανονική επίπεδη μορφή. Η δεύτερη σημαντική μεταβολή έρχεται στα 1300 και διαρκεί έως τα μέσα του ίδιου αιώνα. Η τρίτη και τελευταία περίοδος αλλαγών αρχίζει από τα μέσα του 14ου και φτάνει μέχρι και την πτώση της βασιλεύουσας το 1453.

Ξεκινώντας με τις χρυσές κοπές παρατηρούμε πως το νόμισμα (ονομασία του βασικού χρυσού νομίσματος) μετονομάζεται σε υπέρπυρον. Το νέο, στην ουσία, αυτό νόμισμα δημιουργήθηκε για να αντικαταστήσει το παλιό νοθευμένο και υποτιμημένο σε αξία χρυσό νόμισμα. Το υπέρπυρο, αν και είχε περίπου 86% περιεκτικότητα σε πολύτιμα μέταλλα, μπόρεσε να καλύψει τις ανάγκες της αυτοκρατορίας. Ως προς την απεικόνιση συναντάμε στον εμπροσθότυπο συνήθως τον Χριστό ή την Θεοτόκο, ενώ στην πίσω όψη εμφανίζεται ο αυτοκράτορας, άλλοτε γονυκλινής ενώπιον του Χριστού ή της Θεοτόκου και άλλοτε όρθιος συνοδευόμενος από τον Χριστό, την Παναγία ή έναν στρατιωτικό άγιο (Γεώργιος, Δημήτριος, Θεόδωρος). Παράλληλα με το υπέρπυρο, έχουμε ως υποδιαίρεση το άσπρον τραχύ από ήλεκτρο (ήταν ένα κράμα χρυσού και αργύρου, 1/3 και 2/3 αντίστοιχα), με αξία του ενός τρίτου του υπέρπυρου. Το χρυσό υπέρπυρο, όμως, αρχίζει σταδιακά να νοθεύεται και άλλο, με την αξία του να πέφτει, στη βασιλεία του Ανδρόνικου Β` (1282-1328), στο μισό. Ως επακόλουθο αυτής της υποτίμησης είναι και η προχειρότητα της εμφάνισής του. Το οριστικό τέλος των χρυσών κοπών θα έρθει γύρω στα 1350, επί της συμβασιλείας του Ιωάννη Ε` Παλαιολόγου και του Ιωάννη Καντακουζηνού.

Στα αργυρά νομίσματα η μεταρρύθμιση του Αλέξιου Α` έφερε μεγάλες αλλαγές, καθώς δεν υπάρχουν πλέον καθαρά αργυρά νομίσματα, αλλά έχουμε πρόσμιξη του αργυρού με το χρυσό και με το χαλκό. Έχουμε ήδη αναφέρει παραπάνω το άσπρο τραχύ (μίξη χρυσού με άργυρο) [βλέπε στην κάτω εικόνα το 1]. Στη δεύτερη περίπτωση τα νομίσματα περιείχαν περίπου 7% άργυρο, με την πάροδο όμως του χρόνου αυτή η περιεκτικότητα έπεσε στο 2%. Το 13ο αιώνα το νόμισμα αυτό ήταν σχεδόν χάλκινο, ωστόσο διατήρησε το κοιλόκυρτο σχήμα του για να δίνεται η εντύπωση πως περιέχει άργυρο και να υπερτιμάται. Οι εικονογραφικές παραστάσεις αυτών των νομισμάτων είναι παρόμοιες με τις χρυσές. Μια σύντομη περίοδος ανάκαμψης έρχεται για τις αργυρές κοπές με το βασιλικόν, [βλέπε στην κάτω εικόνα το 2] που θα διαρκέσει από το 1300 και για τα 50 περίπου επόμενα χρόνια (είναι δηλαδή η δεύτερη περίοδος αλλαγών). Η κοπή αυτή ανήκει στον Ανδρόνικο Β` που επηρεάστηκε από το αργυρό δουκάτο της Βενετίας, με το οποίο έμοιαζε στην όψη (ήταν επίπεδο και όχι κοιλόκυρτο) και στο υψηλό ποσοστό καθαρού αργύρου. Ωστόσο, σταδιακά άρχισε να μειώνεται η ποσότητα του αργύρου και μετά τα μέσα του 14ου αιώνα έπαψε να κυκλοφορεί, λόγω της έλλειψής του, που παρατηρείται σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Η τρίτη περίοδος αλλαγών βρίσκει τις αργυρές κοπές με ένα νέο νόμισμα, το σταυράτον [βλέπε στην κάτω εικόνα το 3]. Το νόμισμα αυτό σταδιακά άρχισε να παίρνει τη θέση των χρυσών κοπών, που δεν υπήρχαν πλέον στην κυκλοφορία, γι’ αυτό και το βάρος του ήταν το μεγαλύτερο που υπήρξε σε όλη την περίοδο του Βυζαντίου, 8-9 γραμμάρια. Με αυτό το βάρος καλύπτονταν η μισή ποσότητα του χρυσού υπέρπυρου. Εκτός από αυτό το κύριο νόμισμα υπήρχαν και οι υποδιαιρέσεις του ½ και του 1/8. Αυτές οι κοπές θα συνεχιστούν μέχρι το τέλος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Προχωρώντας στις χάλκινες κοπές η μεταρρύθμιση του Αλέξιου Α` κατάργησε τον φολλή και εισήγαγε ένα νέο νόμισμα –επίπεδο και όχι κοιλόκυρτο όπως τα χρυσά και αργυρά νομίσματα του Αλέξιου- το τετάρτηρον ή τέταρτον [βλέπε στην κάτω εικόνα το 1]. Όλο το 12ο αιώνα το τετάρτηρον είχε μεγάλη παραγωγή. Η εικονογράφησή του έχει πολλές μορφές, άλλοτε έχει μορφές αυτοκρατόρων ολόσωμες ή σε προτομή, άλλοτε τον Χριστό, την Θεοτόκο ή διάφορους αγίους. Παράλληλα με το τέταρτον κυκλοφόρησε και μια υποδιαίρεση με τη μισή αξία. Γύρω στα 1300 τα νομίσματα αυτά καταργούνται και τη θέση τους παίρνει ένα νέο, το ασσάριο [βλέπε στην κάτω εικόνα το 2]. Στη βασιλεία του Ανδρόνικου Β` και Ανδρόνικου Γ` (1328-1341) τα ασσάρια έχουν πολλές και διαφορετικές εικονογραφικές παραστάσεις, κάτι που μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως αυτές αλλάζουν ανά έτος. Η πλειονότητα των σωζόμενων ασσαρίων εμφανίζει μια πρόχειρη χάραξη και κακή ποιότητα (μάλλον λόγω των συχνών αλλαγών στους τύπους) κάτι που δυσκολεύει την ακριβή εικονογράφηση. Στα μέσα του 14ου αιώνα (τρίτη περίοδος αλλαγών) τα ασσάρια εκλείπουν και εμφανίζονται δύο νέα, το τορνέσιον και το φόλλαρο. Το πρώτο είναι αποτέλεσμα της επίδρασης των Φράγκων που βρίσκονταν στον ελλαδικό χώρο και το δεύτερο θυμίζει τον φολλή μόνο στο όνομα, κατά τα άλλα είναι ένα μικρό κέρμα λιγότερο του 1 γραμμαρίου και απλής εικονογράφησης.

Αυτή ήταν η νομισματική παραγωγή των τελευταίων τεσσάρων αιώνων του Βυζαντίου, αιώνων με πολλές αλλαγές και διακυμάνσεις, κάτι που αποτυπώνεται και στα νομίσματα. Κλείνοντας, λοιπόν, αυτό το μακρύ κύκλο της νομισματικής ανάλυσης που ξεκίνησε από τον Κωνσταντίνο Α` μέχρι τον Κωνσταντίνο ΙΑ` Παλαιολόγο θα ήταν καλό να θυμηθούμε πως τα νομίσματα δεν είναι απλά ένα χρηστικό αντικείμενο της εποχής. Σε αυτά αντικατοπτρίζονται διάφορες μορφές αυτοκρατόρων, καθώς δεν είναι λίγες οι φορές που μέσα από αυτά αντλούμε διάφορα προσωπογραφικά χαρακτηριστικά. Τα νομίσματα, συνεπώς, αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι του ιστορικού και αρχαιολογικού παζλ και χωρίς αυτά οι γνώσεις μας είναι ελλιπείς. Την επόμενη φορά που θα συναντήσετε ένα νόμισμα, τόσο σημερινό, όσο και άλλων εποχών, ρίξτε του μια πιο προσεκτική ματιά, κάτι παραπάνω θα έχει να πει. Και μην ξεχνάτε πως τα νομίσματα έχουν πολλές όψεις και όλες είναι χρήσιμες για την έρευνα.


Βιβλιογραφία

  • Βάσω Πέννα, Το Βυζάντιο νόμισμα, Εκδόσεις Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου, Λευκωσία 2002
  • Philip Grierson, Βυζαντινή Νομισματοκοπία, μετάφραση Βαγγέλης Μαλαδάκης, Εκδόσεις Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 2007

Γιώργος Σαλπιγγίδης

Γεννημένος στην Αθήνα το 1999. Φοιτητής του Τμήματος Ιστορία, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών, της Καλαμάτας. Λάτρης της Βυζαντινής και Νεότερης Ιστορίας, του αρχαίου θεάτρου, του βιβλίου και της μαγειρικής