30 C
Athens
Παρασκευή, 21 Ιουνίου, 2024
ΑρχικήΚοινωνίαΓια ποιόν θα χτυπήσει η καμπάνα;

Για ποιόν θα χτυπήσει η καμπάνα;


Της Μαντώς Γιαννή,

Την προηγούμενη εβδομάδα, στα γραφεία της Downing Street στο Λονδίνο επικράτησε μεγάλη αναστάτωση. Ο συντηρητικός βουλευτής Mark Francois θεώρησε «αδιανόητο» το γεγονός ότι «το Big Ben, το σπουδαιότερο ρολόι στον κόσμο» δε θα ηχήσει στις 31 Ιανουαρίου, την ημέρα της επίσημης εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εντός ημερών, στήθηκαν διαδικτυακές πλατφόρμες για δημόσιες δωρεές, έτσι ώστε να μαζευτούν 500,000 λίρες για να μπορέσει να χτυπήσει η καμπάνα του Big Ben. Για έναν από τους εράνους κατάφεραν να συσσωρεύσουν 227,000 λίρες μέχρι την Παρασκευή το μεσημέρι –εντός 3 ημερών από τη στιγμή που εμφανίστηκε το πρόβλημα-.

Μετά από την έντονη επικριτική ατμόσφαιρα η οποία επακολούθησε των εράνων, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι δε μπορεί να αποδεχτεί και εν συνεχεία να χρησιμοποιήσει δημόσια χρήματα για την επιτέλεση αυτού του έργου. Ως εναλλακτική, ο πρωθυπουργός, Μπόρις Τζόνσον, ανακοίνωσε ότι θα στηθεί ένα ρολόι έξω από το γραφείο της κυβέρνησης, ιστορικά γνωστό και ως No 10.

Παρακολουθώντας τη μετεξέλιξη του Brexit από το δημοψήφισμα του 2016 μέχρι σήμερα, οφείλω να ομολογήσω ότι ήμουνα πάντοτε κάπως αδιάφορη για την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Θεωρώ ότι είναι υγιές όταν οι απόψεις διίστανται. Τίποτα δεν είναι μαύρο ή άσπρο. Υπάρχει και ένα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής όπου είναι γκρι, ειδικά όταν κοιτάς ψηλά στο βορειοδυτικό ουρανό της Ευρώπης και πιο συγκεκριμένα των Βρυξελλών. Άλλωστε, για την πλειοψηφία του Βρετανικού πληθυσμού που ψήφισαν για την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου ή αλλιώς τους λεγόμενους Brexiteers, το θέμα έθιγε αισθήματα περηφάνειας, αδικίας, δημοκρατικής αλλά και οικονομικής εκμετάλλευσης.

Όταν πραγματοποιήθηκε το δημοψήφισμα, βρισκόμουν στη Σκωτία όπου σπούδαζα στο πρώτο έτος της σχολής μου. Θυμάμαι τη συγκεκριμένη ημέρα διότι ήταν μια μέρα και κατ’ επέκταση μια άσχημη περίοδος για τη βρετανική οικονομία. Αντιθέτως, ήταν μια καλή μέρα για την ευρωπαϊκή οικονομία, τις έγνοιες και τις ανάγκες ενός πρωτοετούς φοιτητή. Για τα επόμενα δύο χρόνια στο πανεπιστήμιο, ήξερα ότι ο πονοκέφαλος του Brexit υπάρχει αλλά βρισκόταν πάντα στα παρασκήνια των σκέψεών μου. Κανείς δεν το συζητούσε, κανείς δε θεωρούσε ότι ήταν ένα θέμα συζήτησης που χρήζει άμεσης προσοχής. Στον τελευταίο χρόνο της φοίτησής μου και τρία χρόνια μετά το δημοψήφισμα, μετακόμισα. Μεγάλη προσωπική αλλαγή αλλά και μεγάλη αλλαγή στη σχέση μου με την πολιτική, την Ευρώπη και το πια επικείμενο Brexit.

Ένας από τους νέους μου συγκατοίκους ήταν φανατικός υπερασπιστής του Brexit και μεγάλος αντιευρωπαϊστής. Κάθε φορά που κατέκρινε την ΕΕ, μάθαινα και κάτι παραπάνω για την προπαγάνδα του Ευρωσκεπτικισμού. Παράλληλα, έμαθα πολλά για τις σχέσεις μεταξύ Η.Β. και ΕΕ όπως για παράδειγμα πόσα χρήματα συνεισφέρει ο Βρετανός φορολογούμενος στην οικονομία της ΕΕ (δες εδώ). Επανειλημμένα προσπαθούσα να βρω επιχειρήματα για το τι σημαίνει να είσαι Ευρωπαίος αλλά κάθε φορά η εθνικότητά μου στεκόταν εμπόδιο σε μια δομημένη απάντηση. Ένιωθα πως η Ελλάδα βρίσκεται στο περιθώριο και εγώ σε καμία θέση να δικαιολογήσω τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, τη συνεισφορά της Ελλάδας στην ΕΕ και τη συμπεριφορά της απέναντι στην Ευρώπη.

Ο συγκάτοικός μου εκτός των άλλων ήταν και φοιτητής κλασικής ιστορίας και επομένως αρκετά φιλέλλην. «Η ΕΕ κλέβει από την Ελλάδα την αυθεντική της ταυτότητα. Η ελληνική κληρονομιά είναι τεράστια, τα νησιά σας είναι πανέμορφα… και η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει να σας τα πάρει» μου έλεγε. Και εγώ σκεφτόμουν το χάος του ελληνικού δημοσίου, τη νεολαία της καφετέριας και τους εκατομμύρια πρόσφυγες στους δρόμους της Αθήνας και τα λιμάνια των Δωδεκανήσων. «Δεν είναι αφελής ο ρομαντισμός με τον οποίο ο Βρετανός αντιευρωπαϊστής φαντασιώνεται την Ελλάδα;» ρωτούσα τον εαυτό μου ξανά και ξανά.

Τα νέα για την αποκατάσταση του Big Ben μου προκάλεσαν μια ανάγκη να αναθεωρήσω ρεαλιστικά τι σημαίνει αλλά και τι προσφέρει η Ευρωπαϊκή Ένωση τόσο στην Ελλάδα αλλά και σε όλες τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες ξεχωριστά. Κάποια κράτη-μέλη χρειάζονται την Ευρώπη λόγω οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών αλλά και ψυχολογικών λόγων. Η Ελλάδα, για παράδειγμα, χρειάζεται τις επιχορηγήσεις της ΕΕ για να αντιμετωπίσει το μεγάλο προσφυγικό κύμα ανθρώπων. Χρειαζόμαστε τα προγράμματα Erasmus έτσι ώστε οι νέοι να έχουν την ευκαιρία να σπουδάσουν σε ξένα πανεπιστήμια και να μάθουν παραπάνω πράγματα για τον κόσμο γύρω τους αλλά και τη θέση της Ελλάδας στον κόσμο. Χρειαζόμαστε την ευρωπαϊκή ιδέα ως πολιτικό πυλώνα για να μπορέσουμε να εδραιώσουμε τη θέση μας όσον αφορά την ελληνική εξωτερική πολιτική και τις δύσκολες σχέσεις με την Τουρκία και τις χώρες της Μέσης Ανατολής. Και τέλος, χρειαζόμαστε ένα πολιτισμικά και περιβαλλοντικά βιώσιμο μέλλον.

Το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να έχει το προνόμιο να αποφασίσει εάν θα μείνει ή θα φύγει από την ΕΕ και οι Βρετανοί πολίτες να θεώρησαν φυσιολογικό να δωρίσουν χρήματα έτσι ώστε να ακούσουν το ρολόι του Big Ben να χτυπάει την ημέρα της επίσημης εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ. Σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που προσπαθεί να προάγει μια ενωμένη ευρωπαϊκή ταυτότητα, να αντιμετωπίσει τον ψηφιακό ανασχηματισμό, να βρει βιώσιμες λύσεις για το μεταναστευτικό θέμα και παράλληλα να ανταπεξέλθει στις παγκόσμιες περιβαλλοντικές προκλήσεις, τίποτα δεν είναι φυσιολογικό με έναν «κοινωφελή» σκοπό όπως αυτός. Ευτυχώς η Βρετανική κυβέρνηση το κατάλαβε νωρίς και απέρριψε τις δημόσιες δωρεές, αποφεύγοντας το δημόσιο εξευτελισμό.


[handso

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Μαντώ Γιαννή
Μαντώ Γιαννή
Πτυχιούχος της σχολής κινηματογράφου από το πανεπιστήμιο του St Andrews στη Σκωτία. Έχει μεγαλώσει στην Αθήνα και στις Βρυξέλλες. Ήταν διευθυντής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της φοιτητικής κοινότητας του St Andrews για δύο χρόνια. Έχει ασχοληθεί με τη διαφήμιση και την επικοινωνία σε επίπεδο πρακτικής άσκησης. Την ενδιαφέρει ερασιτεχνικά η φωτογραφία και εθελοντικά η πολιτική. Γνωρίζει ελληνικά, αγγλικά και γαλλικά.