Του Βασίλειου Τρικούπη,

Η απελθούσα Διάσκεψη του Βερολίνου για τη Λιβύη, την Κυριακή, αποτέλεσε το πρώτο βήμα για την ειρήνευση από τον εμφύλιο σπαραγμό της χώρας μετά την πτώση του Μουαμάρ Καντάφι. Αποτέλεσε ίσως μοναδική στιγμή στην οποία οι εξωτερικοί δρώντες που επηρεάζουν τις εξελίξεις υποστηρίζοντας τη μια ή την άλλη πλευρά ήρθαν σαφώς πιο κοντά αποδεχόμενοι την ανάγκη για κατάπαυση του πυρός αλλά και μόνιμη εκεχειρία με σεβασμό του εμπάργκο όπλων από όλες τις πλευρές, ώστε να μπει η χώρα σε κανονική τροχιά οικοδομήσεως. Η αναμενόμενη 10μελής Επιτροπή για την παρακολούθηση των συμφωνηθέντων με την συμμετοχή των αντιπροσώπων των αντιμαχόμενων πλευρών αλλά και άλλων υποψηφίων και άμεσα επηρεαζόμενων δρώντων που δεν παρευρέθησαν στο Βερολίνο, θα αποτελέσει αναμφισβήτητα μια αρκετά ευρεία δομή υπό τη σκεπή και τη νομιμοποίηση του ΟΗΕ. Οι θεματικές ομάδες εργασίας δε θα αποτελέσουν απαραίτητα εργαλεία την επόμενη μέρα.

Ωστόσο, μέχρι νεωτέρας, οποιαδήποτε φιλόδοξη διακήρυξη μάλλον θα έμοιαζε με ευχολόγια, καθώς η Διάσκεψη δεν ήταν άλλο από Διάσκεψη των κρατών είτε που επιδιώκουν σθεναρά να εδραιώσουν τα πετρελαϊκά τους συμφέροντα την επαύριο, είτε να αποφύγουν οιαδήποτε επικίνδυνη κλιμάκωση στη γειτονιά τους, με Σάρατζ (τον διεθνώς αναγνωρισμένο πρωθυπουργό της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφιλίωσης) και Χαφτάρ (τον στρατάρχη του Λιβυκού Εθνικού Στρατού) να ενημερώνονται απλώς εκ των υστέρων για τα αποτελέσματα της Διακήρυξης και τις ΗΠΑ να παρακολουθούν αναδιπλούμενες τις εξελίξεις. Και ενώ η τήρηση του εμπάργκο όπλων και η εκεχειρία υπάρχουν ως απώτεροι στόχοι, τα μέσα δεν ανέκυψαν στη συζήτηση. Φυσικά, η διαχρονική ολιγωρία της Δύσης, με ενασχόληση σχεδόν αποκλειστική με τη Συρία, αλλά και οι διασπαστικοί για τα συνολικά συμφέροντα της Ένωσης προσανατολισμοί των κρατών-μελών, παρά τα πολλαπλά ανακύπτοντα ζητήματα ασφαλείας, δημιούργησαν ένα πεδίο δόξης λαμπρόν για την Τουρκία που με ταχύτητα και χωρίς τους δυτικούς ενδοιασμούς, τα οργανωτικά και διαδικαστικά κωλύματα, εξαπλώθηκε με τη συμμετοχή της στο πλευρό της κυβέρνησης Σάρατζ.

Το πρόσφατο μνημόνιο συναντίληψης που υπογράφηκε ανάμεσα σε Τουρκία και την κυβέρνηση Σάρατζ με πίστη στο δόγμα για την μειωμένη έως μηδενική επήρεια των νησιών στη χάραξη των θαλάσσιων ζωνών αποτελεί την αρχή και η αποστολή στρατευμάτων στην Λιβύη, τη συνέχεια ενός παραλόγου αφηγήματος. Ένα αφήγημα με πολλά κεφάλαια, καθώς, όπως ανακοίνωσε την ίδια μέρα με τη Διάσκεψη του Βερολίνου το Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η Τουρκία έχει ήδη στείλει 2.400 Σύριους μαχητές στο πλευρό του Σάρατζ με άλλους 1.700 να εκπαιδεύονται και με τελικό στόχο να αποστείλει στο πεδίο της μάχης 6.000 μαχητές. Εν ολίγοις, μιλάμε για φθηνούς και εξαθλιωμένους μισθοφόρους επί των οποίων η Τουρκία δε διστάζει να παίξει βρώμικο παιχνίδι «για την προστασία των ζωτικών της συμφερόντων στη Μεσόγειο». Σημειωτέον, αυτή η άκρως φιλόδοξη κίνηση της Τουρκίας είναι ενάντια στο διεθνές δίκαιο σύμφωνα με τη Σύμβαση του ΟΗΕ κατά της στρατολόγησης, χρήσης, χρηματοδότησης και εκπαίδευσης μισθοφόρων του 1989. Πέραν, όμως, των νομικών και ηθικών ενδοιασμών σχετικά με το ζήτημα, ανακύπτουν νέοι κίνδυνοι καθώς ήδη ένας αριθμός Σύριων έχει κατευθυνθεί προς την Αλγερία ή απευθείας στην Ιταλία προς αναζήτηση ενός καλύτερου μέλλοντος, με ενδεχόμενα νέα ναυάγια και κόστος σε ανθρώπινες ζωές.

Και ενώ η Ευρώπη συνειδητοποιεί πως τα συμφέροντά της διακυβεύονται με τη δυναμική είσοδο της Ρωσίας και της Τουρκίας, το τελευταίο διάστημα, στο λιβυκό ζήτημα και μετά το κλείσιμο της στρόφιγγας του πετρελαίου και των λιμανιών από τον Χαφτάρ μειώνοντας την παραγωγή κατά το ήμισυ, ενδεχομένως έχει χάσει πολύτιμες ευκαιρίες να γίνει κυρία των εξελίξεων στην περιοχή και αξιόπιστος εγγυητής ασφαλείας τόσο για τον λιβυκό λαό όσο και για τα ενωσιακά στρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα. Προς το παρόν, σε κάθε περίπτωση, η πιο εύστοχη δημόσια παρατήρηση σχετικά με τις εξελίξεις της Διάσκεψης μάλλον έγινε από τον Ρώσο Υπουργό Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, δηλώνοντας πως η Διάσκεψη ήταν πολύ χρήσιμη αλλά επί του παρόντος δεν επιτεύχθηκε η έναρξη σοβαρού και σταθερού διαλόγου. Ένας τέτοιος διάλογος άλλωστε, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τα άμεσα εμπλεκόμενα μέρη και τη σύγκλιση των λοιπών διεθνών δρώντων και ιδιαίτερα της γείτονος εξ ανατολών.


Βασίλειος Τρικούπης

Γεννήθηκε το 1999 στην Αθήνα. Είναι προπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς και εργάζεται στον χώρο της εστίασης. Ασχολείται ερευνητικά με την Ανατολική Ευρώπη, την Τουρκία και την Ανατολική Μεσόγειο στο Εργαστήριο Τουρκικών και Ευρασιατικών Μελετών του Πανεπιστημίου. Είναι ενεργός πολιτικά στα τοπικά της Ηλιούπολης στην οποία και μεγάλωσε και συμμετέχει σε ευρωπαϊκά προγράμματα ανταλλαγής Erasmus+. Μιλάει Αγγλικά και Τουρκικά.