10.4 C
Athens
Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου, 2021
ΑρχικήΠολιτικήΓνώμηΣκοταδισμού και ενοχοποίησης το ανάγνωσμα

Σκοταδισμού και ενοχοποίησης το ανάγνωσμα


Της Αναστασίας Χατζηιωαννίδου,

«Η Δημοκρατία της Γαλαάδ προσφέρει στην Τουφρέντ μόνο μία επιλογή: την αναπαραγωγή. Αν παρεκκλίνει απ’ τον σκοπό της, θα καταλήξει, όπως όλοι οι αντιφρονούντες, κρεμασμένη στο Τείχος, ή θα σταλεί στις Αποικίες, όπου θα βρει αργό και μαρτυρικό θάνατο από ραδιενέργεια». Έτσι ξεκινά η περίληψη στο οπισθόφυλλο του βιβλίου της Μάργκαρετ Άτγουντ, Η ιστορία της θεραπαινίδας, ενός από τα γνωστότερα έργα στην κατηγορία της δυστοπίας. Δυστοπίας, βεβαίως, για κάποιους. Το βιβλίο, γραμμένο στο όχι και τόσο μακρινό 1985, μας έρχεται από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, απ’ όπου προσφάτως έχει εισαχθεί, έχοντας επανέλθει στην επικαιρότητα, η ρητορική των αυτοαποκαλούμενων «pro life» (σε αντιπαραβολή με τους αντιπάλους τους, τους pro – choice), των ανθρώπων δηλαδή εκείνων που –θεωρητικά– υποστηρίζουν το δικαίωμα του εμβρύου στη ζωή, το θεωρούν ολοκληρωμένο ον και βασίζουν σε αυτές τους τις εικασίες το αίτημά τους για περιορισμό (σε ακραίες περιπτώσεις έως και ποινικοποίηση) της πρόσβασης στην άμβλωση ως πράξης ανήθικης, ενδεικτικής της ανευθυνότητας της μέλλουσας μητέρας (ο μέλλων πατέρας δεν υπάρχει πουθενά στη φωτογραφία), καθώς και της γενικότερης ηθικής κατάπτωσης της κοινωνίας, που φυσικά της αρμόζει στην καλύτερη περίπτωση ένας νέος κατακλυσμός, αν όχι κατευθείαν το πυρ το εξώτερον. Στην ψηφιακή εποχή, η διάδοση των ιδεών πραγματοποιείται πλέον με ασύλληπτες ταχύτητες. Υπό αυτές τις συνθήκες, και δεδομένου τόσο του γενικότερου κλίματος οπισθοδρόμησης που επικρατεί στη διεθνή πολιτική σκηνή, όσο και της διαχρονικής ροπής προς το σκοταδισμό που χαρακτηρίζει ορισμένες κοινωνίες (η ελληνική μεταξύ αυτών), η ρητορική αυτή κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος. 

Αρχής γενομένης από την καθιέρωση της «Μέρας του Αγέννητου Παιδιού» από την Ιερά Σύνοδο, η αμφισβήτηση του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση του σώματος επανέρχεται με αντίστοιχα αυξανόμενους ρυθμούς, αν και η δράση παρόμοιων ομάδων δεν είναι καθόλου νέα: οι χρήστες που δραστηριοποιούνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης την τελευταία δεκαετία θα θυμούνται ίσως ένα σπαρακτικό κείμενο που είχε γίνει viral πριν μερικά χρόνια («κάνει το γύρο του διαδικτύου» λέγαμε τότε) στο οποίο κεντρικός ομιλητής και ήρωας ήταν το έμβρυο «Γιάννης» που είχε ξανθά μαλλάκια, ήθελε να γίνει γιατρός και ενόσω διενεργείτο από το γιατρό η διαδικασία της άμβλωσης εκείνο πονούσε φρικτά και αναρωτιόταν «γιατί του το κάνει αυτό η μανούλα» και «τι χρώμα να είναι άραγε τα μάτια της». Κατ’ απόλυτη συνέπεια, οι προσφάτως νεκραναστηθείσες καμπάνιες χρησιμοποιούν αυτόν ακριβώς το χυδαίο συνδυασμό συναισθηματικού εκβιασμού και ψευδεπιστημονικών τεκμηριώσεων. Δε χρειάζεται να προκαλεί άλλωστε έκπληξη η δίχως προηγούμενο σύμπτωση ότι όλα τα στοιχεία περί της ανάπτυξης του εμβρύου στα χρονικά σημεία στα οποία επιτρέπεται η διακοπή της κύησης – σε κάθε περίπτωση μέχρι τη δωδέκατη εβδομάδα, χρονικό όριο το οποίο μπορεί υπό προϋποθέσεις να φτάσει έως και τις είκοσι τέσσερις – είναι στο σύνολο των περιπτώσεων παραποιημένα προς το τραγικότερον, με πιο πρόσφατο παράδειγμα, μετά το εξώφυλλο της αθλητικής (!) εφημερίδας Sportime, τις αφίσες που αναρτήθηκαν την Δευτέρα 13 Ιανουαρίου σε 17 σταθμούς του μετρό, αρχικά με σκοπό να παραμείνουν εκεί για τις επόμενες δύο εβδομάδες. Εντούτοις, οι μαζικές αντιδράσεις που προκάλεσε το κατάπτυστο περιεχόμενό τους επέσυραν την άμεση αντίδραση του αρμόδιου υπουργού, στο δελτίο τύπου του οποίου η διοίκηση της ΣΤΑΣΥ καλείται να παράσχει εξηγήσεις για την παραχώρηση του αντίστοιχου διαφημιστικού χώρου που τελεί υπό την εποπτεία της, ενώ ρητή αναφορά γίνεται στο απολύτως κατοχυρωμένο και αδιαμφισβήτητο δικαίωμα των γυναικών (sic). Κι ενώ είναι δύσκολο κανείς να αποφανθεί αν αποτελεί μεγαλύτερη και πιο ευχάριστη έκπληξη η αμεσότητα και η μαζικότητα της κατακραυγής εκ μέρους των πολιτών ή η εξίσου άμεση και ξεκάθαρη αντίδραση εκ μέρους του κρατικού μηχανισμού, μια μεγάλη συζήτηση έχει ανοίξει στα ηλεκτρονικά fora σχετικά με το ζήτημα της ελευθερίας του λόγου ως τον άλλο πόλο του διλήμματος στο υπό εξέταση συμβάν.

 Αφήνοντας κατά μέρος το προφανές της παραπληροφόρησης και τη σκόπιμη και τόσο ύπουλα όσο και χοντροκομμένα κεκαλυμμένη μεθόδευση της ενοχοποίησης των γυναικών σχετικά με θεμελιώδη ζητήματα προσωπικής αυτοδιάθεσης, σκόπιμο είναι να γίνει μία βασική διαφοροποίηση: η εν λόγω υπουργική εντολή δεν απευθύνθηκε σε κάποιο ιδιωτικό φορέα, όπως για παράδειγμα το προαναφερθέν εξώφυλλο του περασμένου Δεκεμβρίου, περίπτωση στην οποία θα μιλούσαμε όντως για καταπάτηση του δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση. Είναι προφανές πως η χρήση ενός δημόσιου φορέα δεν φέρει μαζί της την ίδια ελευθερία επιλογής που χαρακτηρίζει την ιδιωτική πρωτοβουλία: μπορώ να διαλέξω να μην έχω εμπορικές συναλλαγές με μια επιχείρηση οι ιθύνοντες της οποίας εκφράζουν απόψεις που θεωρώ αντιδημοκρατικές και επικίνδυνες, δεν μπορώ όμως να επιλέξω ποιο μετρό θα χρησιμοποιήσω ή σε ποια ΔΟΥ θα εξυπηρετηθώ. Παράλληλα όμως, οι φορείς που εκπροσωπούνται από τον σύλλογο που ανάρτησε τις αφίσες (στη συντριπτική τους πλειοψηφία θρησκευτικές οργανώσεις και σωματεία πολυτέκνων), ωρύονται για την καταπάτηση της ελευθεροστομίας τους, την ίδια στιγμή που το καθ’ ημάς διαδίκτυο βρίθει ιστοσελίδων και ιστολογίων που συστηματικά και ύπουλα προπαγανδίζουν τη σκοταδιστική τους ατζέντα, κατασκευασμένες ειδήσεις και «έρευνες» διασπείρονται και βιβλία εκδίδονται προκειμένου οι σκοποί τους να περιβληθούν την απαραίτητη ψευδεπιστημονική αίγλη. Προς επίρρωσιν όλων αυτών, και σαν να μην αρκούσαν τα προαναφερθέντα παράδοξα, οι ίδιοι αυτοί κύκλοι που αξιώνουν να επιβραβεύεται και να ενθαρρύνεται η δράση τους αφού «οι γυναίκες δεν είναι κατάλληλα ενημερωμένες», λειτουργούν ως η διαχρονική τροχοπέδη για την εισαγωγή μαθήματος σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στα ελληνικά σχολεία αφού, κατά δήλωση πλείστων εξ αυτών των φορέων, δεν είναι απλώς κατά της άμβλωσης, αλλά και κατά της αντισύλληψης. 

Εν ολίγοις, και παρόλο που οι αντιδράσεις πολιτών –ιδανικά, και πολιτικών– σε αντίστοιχες προπαγανδιστικές ενέργειες αυξάνονται και πληθύνονται τόσο σε αριθμό όσο και σε ένταση, ο περιρρέων μισογυνισμός καλά κρατεί. Όπως και κάθε τι άλλο στον δημόσιο λόγο, θα ήταν λογικό σφάλμα να εξετάζουμε ενέργειες εκτός του ιδεολογικού context στο οποίο ενεργούνται, αξιολογούνται και πραγματώνονται. Όσο κι αν επιχειρούνται ψευδεπίγραφες συνδέσεις της πρόσβασης στην έκτρωση με το δικαίωμα στη ζωή ή το δημογραφικό πρόβλημα –πράγμα ιδιαίτερα βαρύνουσας σημασίας όταν υιοθετείται διά στόματος υπουργού, δεδομένων των δηλώσεων Άδωνη Γεωργιάδη μόλις τον περασμένο Δεκέμβριο– στο τέλος της ημέρας το διακύβευμα είναι πάντα το ίδιο: όταν εσκεμμένα, συστηματικά και ύπουλα επιχειρείται ο στιγματισμός μιας ομάδας ανθρώπων για το δικαίωμα το οποίο (ρητά, κατοχυρωμένα, μετά από αιώνες καταπίεσης) απολαμβάνουν, αυτό δεν γίνεται χωρίς να ταράζεται ο ίδιος ο πυρήνας του δικαιώματος, χωρίς να σχετικοποιείται εκ του πονηρού. Η αισχρή προπαγάνδα και η αιώνια επίκληση μιας ρηχότατης ανθρωπιστικής ευαισθησίας είναι δυστυχώς πανίσχυρα όπλα, όσο οι πολίτες στους οποίους απευθύνονται παραμένουν ανενημέρωτοι, και ίσως ενίοτε βαθιά απαίδευτοι, βορά στους ποταπούς σκοπούς των εκάστοτε σκοταδιστών. Με την βαθιά πεποίθηση ότι κάτι αλλάζει, ότι κάτι έχει ήδη αλλάξει, ότι τελικά πολλά έχουν αλλάξει προς το καλύτερο, ο κίνδυνος εδώ δεν είναι η περιστολή ενός δικαιώματος αδιαπραγμάτευτου. Κάτι τέτοιο η κυβέρνηση ούτε έχει δείξει πως έχει σκοπό να κάνει, ούτε και επρόκειτο να τολμήσει ποτέ. Ας το τονίσουμε απλώς για μελλοντική αναφορά: κανένα δικαίωμα δεν είναι δεδομένο. Όσο ακόμα αναβιώνει η προσπάθεια δημιουργίας ενός κλίματος κατάφωρα σεξιστικού και ενοχοποιητικού, όσο επιζεί το στίγμα της «ανευθυνότητας», της σκληρής και επιπόλαιης γυναίκας που, στο μυαλό ορισμένων, παίρνει μια τόσο σοβαρή απόφαση ελαφρά τη καρδία, όσο επιχειρείται η θέαση της θηλυκής σεξουαλικότητας υπό το φως ενός γραναζιού στην υπηρεσία κάποιου ανώτερου σκοπού, θα μαχόμαστε για όσα έχουν έπειτα από διεκδικήσεις νομοθετικά κατακτηθεί.


TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Αναστασία Χατζηιωαννίδου
Γεννηθείσα το 1997 και μεγαλωμένη μεταξύ Θεσσαλονίκης και Αθήνας, είναι τεταρτοετής φοιτήτρια της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Στη διάρκεια των σπουδών της έχει πάρει μέρος σε αρκετές προσομοιώσεις στα όργανα των Ηνωμένων Εθνών (MUN), καθώς το Διεθνές Δίκαιο αποτελεί τη μεγάλη της επιστημονική αγάπη, όπως επίσης και κύριο ακαδημαϊκό της ενδιαφέρον, μαζί με το Ποινικό Δίκαιο και την Πολιτική Φιλοσοφία.