Του Σπύρου Αυγερινόπουλου,

Αρκετά συχνά, θεωρούμε δεδομένη την ύπαρξη πολλών αντικειμένων που βλέπουμε καθημερινά μπροστά μας. Ένα από αυτά τα αντικείμενα, το οποίο συναντάμε τόσο σε ιερούς όσο και σε ιδιωτικούς χώρους, είναι η χριστιανική εικόνα.

Είναι αρκετά γνωστό όμως πως οι χριστιανοί των πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων, απέφευγαν συνειδητά να αποδίδουν τιμές σε ξύλινες εικόνες. Σύμφωνα λοιπόν με τον Ωριγένη (184-253 μ.Χ.) οι χριστιανοί του 3ου αιώνα πρέπει να αποφεύγουν την απόδοση οποιουδήποτε είδους λατρείας στις εικόνες, γνωρίζοντας πως αυτές είναι απλά είδωλα που φέρουν παραστάσεις και όχι ο ίδιος ο θεός, ο οποίος παράλληλα είναι άυλος κι αόρατος και δε γίνεται να απεικονισθεί στην ανθρώπινη τέχνη (Κατὰ Κέλσου, 7.62-7. PG 11).

Οι απόψεις φυσικά του Ωριγένη είναι απολύτως σύμφωνες με τη δεύτερη εντολή της Παλαιάς Διαθήκης, στην οποία ο Θεός λέει στο Μωυσή «οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς.» (Έξοδος 20.4). Παρόλα αυτά η απόδοση τιμών σε ένα εικονιστικό έργο φαίνεται πως ήταν μία βαθιά ριζωμένη ελληνορωμαϊκή παράδοση, η οποία ερχόταν και σε άμεση σύγκρουση με την εβραϊκή προέλευση του χριστιανισμού. Πληροφορούμαστε για παράδειγμα από τον Πλίνιο ότι στα μέσα περίπου του 1ου αιώνα μ.Χ. οι οπαδοί της φιλοσοφίας του Επίκουρου, συνήθιζαν να κρεμάνε εικόνες του στα δωμάτια των οικιών τους, ενώ δεν παρέλειπαν να προσφέρουν και θυσίες στη μέρα της γέννησής του και να τον τιμούν με διάφορες γιορτές (Historia Naturalis 35.2). Παράλληλα, επισημαίνει πως ένας ζωγράφος θεωρούνταν πραγματικά καταξιωμένος μόνο όταν θα ζωγράφιζε πάνω σε ξύλινους πίνακες (Historia Naturalis 35.118).

Δυστυχώς λόγω του ιδιόμορφου κλίματος της Μεσογείου, ελάχιστα έργα σε φθαρτά υλικά μας σώζονται μέχρι σήμερα. Για το λόγο αυτό συχνά αντλούμε στοιχεία κυρίως από την Αίγυπτο, τη Συροπαλαιστίνη και το Σινά, περιοχές δηλαδή που λόγω του ξηρού κλίματός τους, κατόρθωσαν να διατηρήσουν μία σειρά παγανιστικών αλλά και χριστιανικών εικόνων.

Ένα λοιπόν από τα παλαιότερα σωζόμενα παραδείγματα παγανιστικών εικόνων, πιθανότατα προερχόμενο από την Αίγυπτο, αποτελεί το τρίπτυχο με τις μορφές του Σέραπη και της Ίσιδας (180-200 μ.Χ.). Τα φύλλα του τριπτύχου συνδέονταν μεταξύ τους μέσω γιγγλύμων, ενώ είχαν και τη δυνατότητα να ανοιγοκλείνουν προστατεύοντας με τον τρόπο αυτόν και την κεντρική ανδρική μορφή της σύνθεσης. Το συγκεκριμένο έργο, έχει θεωρηθεί πως συνδέεται άμεσα με τη φαραωνική παράδοση της νεκρικής λατρείας.

Τρίπτυχο με την Ίσιδα, το Σέραπη και άγνωστη ανδρική μορφή στη μέση· περ. 180-200 μ.Χ. Ξηρογραφία σε ξύλο

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και μια σειρά εικόνων που χρονολογούνται γύρω στον 3ο και 4ο αιώνα μ.Χ. και απεικονίζουν τον -αρκετά διαδεδομένο κατά την ύστερη αρχαιότητα- θεό Ήρωνα. Η θεότητα αυτή απεικονίζεται συνήθως μετωπική, με ορθάνοιχτα μάτια και δάφνινο στεφάνι. Επιπλέον είναι ενδεδυμένη με στρατιωτική περιβολή, ενώ σε πολλές περιπτώσεις συνοδεύεται και με αναπαράσταση -σε μικρότερη φυσικά κλίμακα- του δωρητή της εικόνας.

Ο θεός Ήρωνας· περ. 300 μ.Χ. Ξηρογραφία σε ξύλο

Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι αρκετά συχνά ο Ήρωνας αναπαρίσταται μαζί με το στρατιωτικό θεό Λυκούργο, ενώ σε μία περίπτωση η θεότητα αυτή αποδίδεται και με τα προσωπικά χαρακτηριστικά του Καρακάλλα. Κατά πάσα πιθανότητα ένας αριθμός παγανιστικών εικόνων, ενδέχεται να είχε αφιερωθεί σε ιερά, όπως σε εκείνο του Ήρωνα στη Θεαδέλφεια της Αιγύπτου.

Ο θεός Ήρωνας με τα χαρακτηριστικά του Καρακάλλα

Σε χριστιανικό περιβάλλον αυτή τη φορά, πληροφορούμαστε από τις Απόκρυφες Πράξεις του Ιωάννη, που γράφτηκαν γύρω στο 200 μ.Χ. στη Μικρά Ασία, ότι ο Λυκομήδης, αφού παρήγγειλε κι αγόρασε μια εικόνα για τον Ευαγγελιστή, την περιστοίχισε με λύχνους και στεφάνια και την έστησε στο δωμάτιό του. Η πράξη του εξόργισε τον Ιωάννη ο οποίος θεώρησε πως το συγκεκριμένο τελετουργικό παρέπεμπε σε αντίστοιχα παγανιστικά έθιμα. Στη συνέχεια όμως, κοιτάζοντας καλύτερα τη «ρεαλιστικά» αποδοσμένη εικόνα του, παραδέχτηκε πως «ὁμοία μοι ἡ εἰκών· κακῶς δὲ τοῦτο διεπράξω» (Πράξεις ᾿Ιωάννου, 223-24).

Είναι αρκετά σαφές ότι και ο ανώνυμος συγγραφέας των Απόκρυφων Πράξεων, ακολουθεί πιστά τις διδαχές της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίες αποκηρύττουν τη λατρεία των εικόνων. Ωστόσο γίνεται άμεση παραδοχή της «ρεαλιστικότητας» του πορτρέτου του Ευαγγελιστή, καθώς αυτό φιλοτεχνήθηκε όσο ήταν ο ίδιος εν ζωή. Η θέση αυτή των πρώτων χριστιανών απέναντι στις εικόνες, θα αρχίσει σταδιακά να μεταβάλλεται στις αρχές περίπου του 5ου αιώνα. Από μία επιστολή του ασκητή Νείλου της Άγκυρας προς τον έπαρχο Ολυμπιόδωρο, πληροφορούμαστε για την αντίληψη του πρώτου στο ερώτημα που του έθεσε ο έπαρχος σχετικά με τη διακόσμηση ενός ναού. Ο Ολυμπιόδωρος λοιπόν, πρότεινε την τοποθέτηση εικόνων διαφόρων μαρτύρων στο άδυτο του ιερού και τη διακόσμηση των υπόλοιπων τοίχων με φυτικά και ζωικά μοτίβα. Ο Νείλος, χαρακτηρίζοντάς το «βρεφοπρεπὲς» αντιπρότεινε να γίνει η διακόσμηση του άβατου με σταυρούς και να ζωγραφιστούν στους υπόλοιπους τοίχους του ναού σκηνές από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη με σκοπό την καλύτερη κατανόησή τους από τους αγράμματους ανθρώπους (Ἐπιστολαί, 4.61. PG 79). Παράλληλα ο Ιωάννης Χρυσόστομος σε έναν πανηγυρικό του λόγο για τον εκλιπόντα επίσκοπο Μελέτιο, αναφέρει ότι οι πιστοί τοποθέτησαν εικόνες του σε δαχτυλίδια, σφραγίδες, φιάλες και τοίχους για να έχουν πλέον πάντοτε μαζί τους -εκτός από τους λόγους του- και τη φυσική του εμφάνιση. Από την τελευταία πληροφορία συμπεραίνουμε ότι οι εικόνες του Μελετίου ενδέχεται να ήταν πραγματικά πορτρέτα που θα βασίζονταν στα φυσικά του χαρακτηριστικά (Ὅμιλία ἐγκωμιαστική, 516. PG 50).

Στα παραδείγματα λοιπόν που παραθέσαμε, βλέπουμε μία σταδιακή μεταβολή στην αντίληψη των χριστιανών για τις εικόνες. Η μεταβολή αυτή φαίνεται να γίνεται με πολύ διστακτικά βήματα και να σχετίζεται κυρίως με πρακτικούς λόγους, όπως ήταν η παίδευση των αγράμματων και η ψυχολογική υποστήριξη των πιστών μέσω ενός ρεαλιστικού πορτρέτου κάποιου πολυαγαπημένου τους προσώπου.

Πάντως είναι άξιο απορίας ότι οι πρώτες χριστιανικές εικόνες θα εμφανιστούν στα μέσα του 6ου αιώνα. Οι περισσότερες από αυτές προέρχονται από την Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Όρος Σινά και από την Αίγυπτο και χρονολογούνται μεταξύ 6ου και 7ου αιώνα. Είναι αρκετά βέβαιο πως οι πρώιμοι αγιογράφοι επηρεάστηκαν σε μεγάλο βαθμό από τη βαθιά ριζωμένη στις καλλιτεχνικές συνειδήσεις ελληνορωμαϊκή τέχνη. Συγκεκριμένα, σε δύο περιπτώσεις φορητών εικόνων από το Σινά μπορούμε αναμφίβολα να διακρίνουμε την επιρροή που άσκησε η ελληνορωμαϊκή παράδοση στη νεοσύστατη χριστιανική τέχνη. Στην πρώτη, απεικονίζεται ο Απόστολος Πέτρος στον κλασικό τύπο του ιματιοφόρου με το χαρακτηριστικά τυλιγμένο στο ιμάτιο χέρι του. Η συγκεκριμένη εικόνα φιλοτεχνημένη με τη μέθοδο της εγκαυστικής, χρονολογείται στα μέσα περίπου του 6ου αιώνα και πιθανότατα προέρχεται από κωνσταντινουπολίτικο εργαστήρι.

Ο Απόστολος Πέτρος· μέσα 6ου αιώνα μ.Χ. Εγκαυστική σε ξύλο

Στη δεύτερη περίπτωση, συναντάμε την περίφημη εγκαυστική εικόνα του Χριστού Παντοκράτορα που χρονολογείται επίσης στα μέσα του 6ου αιώνα. Πρέπει βέβαια να σημειώσουμε εδώ πως ο τύπος του Χριστού Παντοκράτορα δεν ήταν πάντοτε κι ο πιο αποδεκτός από την ανώτερη θρησκευτική ηγεσία. Πληροφορούμαστε για παράδειγμα πως ο Πατριάρχης Γεννάδιος γύρω στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα γιάτρεψε το χέρι ενός ζωγράφου που επιχείρησε να φιλοτεχνήσει μια εικόνα του Χριστού με τα χαρακτηριστικά του Δία, συμβουλεύοντάς τον παράλληλα πως «τὸ ἂλλο σχῆμα τοῦ Σωτῆρος, τὸ οὖλον καὶ ὀλιγότριχον, ὑπάρχει τὸ ἀληθέστερον» (Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, 1.15. PG 86). Μέσω της εικονιστικής παράδοσης, γνωρίζουμε πως οι ισχυρές ανδρικές θεότητες, όπως ο Ασκληπιός, ο Δίας ο Σέραπης είχαν αρκετά πανομοιότυπα χαρακτηριστικά. Ο εικονιστικός τύπος του Χριστού Παντοκράτορα, αν και για αρκετούς αιώνες μπορεί να παρέπεμπε σε παγανιστικές θεότητες, ήταν αυτός που τελικά κυριάρχησε. Έτσι τα γένια και τα μακριά μαλλιά των παλαιών θεών, δεν υιοθετήθηκαν από τους χριστιανούς αγιογράφους για λόγους «ιστορικότητας» αλλά για να δώσουν και στο δικό τους θεό τα συγκεκριμένα εικονιστικά χαρακτηριστικά, που σαφώς απέπνεαν ένα αίσθημα πνευματικής ανωτερότητας.

Ο Χριστός Παντοκράτωρ· μέσα 6ου αιώνα μ.Χ. Εγκαυστική σε ξύλο

Έχοντας εξετάσει, λοιπόν, συνοπτικά μερικά παραδείγματα παγανιστικών και χριστιανικών εικόνων, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως όταν οι χριστιανοί ξεκίνησαν επισήμως να φιλοτεχνούν λατρευτικές εικόνες, αυτές ήταν άμεσα επηρεασμένες από τις υπάρχουσες παγανιστικές. Αυτό φυσικά είναι απολύτως λογικό, καθώς οι χριστιανοί της ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ζούσαν σε έναν κόσμο ανοικτό και πολυπολιτισμικό, κάτι που καθιστούσε τον καλλιτεχνικό συγκρητισμό σχεδόν αναπόφευκτο.


Ενδεικτική Βιβλιογραφία

  • Βοκοτόπουλος Π., Βυζαντινές εικόνες, Αθήνα 1995
  • Mathews T., Byzantium: from antiquity to the Renaissance, London 1998
  • Mathews T., The dawn of Christian art in panel paintings and icons, Los Angeles 2016
  • Weitzmann K., The Monastery of Saint Catherine at Mount Sinai: the icons, Princeton 1976

    Σπύρος Αυγερινόπουλος

    Γεννήθηκε το 1995. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο ΕΚΠΑ, στην κατεύθυνση της Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης. Από τον Οκτώβριο του 2019, πραγματοποιεί το Μεταπτυχιακό του στο ΠΜΣ του ΕΚΠΑ: «Βυζαντινός Κόσμος: Ιστορία και Αρχαιολογία», με ειδίκευση στη Βυζαντινή Αρχαιολογία και Τέχνη.