Της Ελένης Σιαπικούδη,

Ξεκινώντας με μια ανασκόπηση των διεθνών εξελίξεων του τελευταίου χρόνου, βαρυσήμαντα γεγονότα έχουν κυριαρχήσει τόσο στον ελληνικό όσο και στο διεθνή Τύπο. Πιο συγκεκριμένα, εξελίξεις στη Συρία και τη Λιβύη δυναμίτισαν τον προηγούμενο χρόνο το πολεμικό σκηνικό. Η Τουρκία με την επιθετική εξωτερική Ερντογάν βρέθηκε πολλές φορές στο προσκήνιο των συζητήσεων. Ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε να αντιμετωπίσει όχι μόνο τα εσωτερικά της κωλύματα, όπως το Brexit και οι εσωτερικές διαφωνίες, όσο και να βρεθεί αντιμέτωπη με τις διεθνείς εξελίξεις κρατώντας μια ενιαία και αποτελεσματική πολιτική.

Στον απόηχο και ουσιαστικά στο προσκήνιο όλων αυτών των εξελίξεων βρίσκονται οι παραδοσιακές «Μεγάλες Δυνάμεις» ΗΠΑ-Ρωσία, ενώ έχουν προστεθεί και νέοι παράγοντες στη διεθνή σκακιέρα, όπως η Κίνα, η Ιαπωνία και η Ινδία. Ποιος είναι, λοιπόν, ο ρόλος των δυνάμεων αυτών; Κατά πόσο συμβάλουν στην επίλυση των διεθνών προβλημάτων και δυσχερειών ή σε ποιο βαθμό τις δυναμιτίζουν; Λαμβάνοντας υπόψη όλα αυτά τα ερωτήματα, πιστεύω ότι θα έπρεπε να ρίξουμε μια πιο εμπεριστατωμένη ματιά στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ επί των τελευταίων χρόνων της προεδρίας του Τραμπ. Παραδοσιακά, η Αμερική αποτελεί διεθνή γεω-στρατηγικό παίκτη, που καθορίζει και διαμορφώνει την πολιτική σκηνή παγκοσμίως. Ακολουθεί ο πρόεδρος Τραμπ το ίδιο μοτίβο και ποιες τροποποιήσεις έχει φέρει;

Με την ανάληψη των καθηκόντων του, ο νέος πρόεδρος κατέδειξε ότι θα ακολουθούσε διαφορετικό μονοπάτι από αυτό του προκατόχου του, Μπάρακ Ομπάμα. Σηματοδοτώντας την περιφρόνησή του για την παγκόσμια τάξη του παρελθόντος, απέσυρε τις ΗΠΑ από τη συμφωνία στο Παρίσι για το κλίμα, δήλωσε ότι θα επαναδιαπραγματευθεί τη NAFTA, εξάλειψε τη ρήση «για ένα δημοκρατικό κόσμο» από τις δηλώσεις του State Department και αντιτάχθηκε στις όλο και πιο ανοικτές πολιτικές μετανάστευσης που εφαρμόστηκαν σε πληθώρα ευρωπαϊκών κρατών, όπως τη Γερμανία. Ταυτόχρονα, οι πολιτικές του προέδρου είναι πλήρως συνυφασμένες με τη θεωρία του Ρεαλισμού, υποστηρίζοντας σθεναρά την προστασία της κυριαρχίας, τη διατήρηση της ασφάλειας και την ευημερία των κρατών.

Εκτός από την ενεργή συμμετοχή στις εξελίξεις της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, σε Συρία, Λιβύη, ακόμα και με τις τελευταίες εξελίξεις στο Ιράν, οι ΗΠΑ παραμένουν συγκριτικά ισχυρός παράγοντας και στην περιοχή των Βαλκανίων. Η τελευταία αποτελούμενη από μεγάλο αριθμό κρατών σε ένα πολύ μικρό γεωγραφικό πλαίσιο, αποτελεί πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα σε ΗΠΑ, Ρωσία, Τουρκία και ΕΕ. Κρίνεται, ωστόσο, σκόπιμο να αναφερθεί ότι η ασυνεπής και χωρίς συνοχή πολιτική της ΕΕ έχει επιτρέψει σε όλους αυτούς τους παράγοντες να διεισδύσουν στην περιοχή. Ουσιαστικά, η μεγάλη ανασφάλεια, οι οικονομικές δυσκολίες και το ιστορικό παρελθόν της περιοχής καθιστούν τις πολιτικές ηγεσίες των χωρών «ευάλωτες» σε ξένες επιρροές.

Μέλη της αμερικανικής διοίκησης, ακόμα και ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ έχουν δηλώσει ότι τα Βαλκάνια αποτελούν σημαντικό κομμάτι για τις αμερικανικές επιχειρήσεις. Η σημασία της περιοχής, άλλωστε, γίνεται εμφανής από το διπλωματικό αμερικανικό προσωπικό που έχει αποσταλεί στην περιοχή, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αυτά του Μάθιου Πάλμερ, Ειδικού Απεσταλμένου στα Δυτικά Βαλκάνια και του πρέσβη στη Γερμανία, Ρίτσαρντ Γκλένελ. Ωστόσο, η αμερικανική εξωτερική πολιτική παραμένει χωρίς συνοχή στα Βαλκάνια, με τους ίδιους τους διπλωμάτες να έρχονται πολλές φορές αντιμέτωποι με τα λεγόμενα του προέδρου που δεν συνάδουν με τις πολιτικές που προωθούνται. Αναμφισβήτητα, το αμερικανικό ενδιαφέρον στην περιοχή παραμένει αναλλοίωτο. Παρά ταύτα, η έλλειψη μιας ξεκάθαρης πολιτικής γραμμής για βασικά ζητήματα της περιοχής προκαλούν σύγχυση και ανασφάλεια. Το μόνο σίγουρο είναι ότι παραδοσιακά οι ΗΠΑ προωθούν την ένταξη των κρατών στην ΕΕ, όπου θα κάνει την περαιτέρω συνεργασία ιδιαίτερα ευοίωνη. Από την άλλη, το βασικό ζήτημα Σερβίας-Κοσόβου δεν τίθεται επί τάπητος, ούτε προβάλλεται κάποια ξεκάθαρη πολιτική γραμμή.

Συνολικά, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ο πρόεδρος Τραμπ έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της θητείας του στην εξωτερική πολιτική και συγκεκριμένα, στη συμμετοχή του στη διαμόρφωση της διεθνούς τάξης πραγμάτων με ποικίλους τρόπους. Είναι χαρακτηριστικό ότι δε διστάζει να συζητήσει και να αναμειχθεί σε οποιαδήποτε διεθνή εξέλιξη, κάτι που τον βρίσκει πολλές φορές χωρίς σχεδιασμό και προετοιμασία για να αντεπεξέλθει σε αυτές τις εξελίξεις. Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις οι βεβιασμένες κινήσεις του προέδρου και η έλλειψη συνέπειας και σταθερότητας επηρεάζουν ολοένα και περισσότερο τη διεθνή εικόνα της χώρας.


Ελένη Σιαπικούδη

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1996. Είναι απόφοιτη του τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών και μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο αγγλόφωνο πρόγραμμα Politics and Economics of Contemporary Eastern and Southeastern Europe του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Έχει συμμετάσχει σε επιστημονικά συνέδρια πολιτικής, ιστορίας και διεθνών σχέσεων.