Του Αναστάση Μπάρλα,

Η αποστασία (τα λεγόμενα Ιουλιανά) αποτελεί ένα από τα πολλά γεγονότα στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα που αποδεικνύουν την ασταθή πολιτικοκοινωνική ζωή της χώρας. Εκείνο, όμως, που τη χαρακτηρίζει σαν γεγονός είναι οι συνέπειες που επήλθαν μετά την παραίτηση του Γεώργιου Παπανδρέου (15 Ιουλίου 1965), καθώς και το ότι αποτελεί ισχυρή απόδειξη της αδυναμίας του πολιτικού μας συστήματος.

Το πώς φτάσαμε στην κρίση του 1965 θα πρέπει να το δούμε με μια μικρή εισαγωγή στις εκλογές του 1961 και των μετέπειτα συμβάντων. Στις 29 Οκτωβρίου 1961 η υπηρεσιακή κυβέρνηση Κωνσταντίνου Δόβα διεξήγαγε τις εκλογές, όπου ανέδειξαν νικητή τον Κωνσταντίνο Καραμανλή (αξιοσημείωτο αποτελεί το γεγονός πως ο Κ. Καραμανλής δεν ολοκλήρωσε σε καμία από τις κυβερνήσεις του τη προβλεπόμενη πρωθυπουργική θητεία) και στη δεύτερη θέση την Ένωση Κέντρου με αρχηγό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Ο τελευταίος κατά τη διάρκεια πρωθυπουργίας Καραμανλή ενστερνίστηκε μια αρκετά επιθετική πολιτική, φτάνοντας στο σημείο να αρνηθεί την ορκωμοσία του ιδίου και των βουλευτών του, -πολιτική φυσικά- που η Ένωση Κέντρου δεν ακολούθησε για μεγάλο διάστημα αντιλαμβανόμενη τον κίνδυνο πιθανής σύγκρουσης σε περίπτωση επόμενης εκλογικής νίκης. Το πολιτικό προσκήνιο παρέμενε έντονο και ταραχώδες με το δεύτερο σε δύναμη κόμμα να καλεί συνεχώς διαδηλώσεις και απεργίες ασκώντας με αυτόν τον τρόπο πιέσεις στην κυβέρνηση της ΕΡΕ ζητώντας την παραίτησή της. Δεν πρόλαβαν να περάσουν δύο χρόνια από την ημέρα εκλογής της ΕΡΕ όταν και συντελέστηκε μια από τις σημαντικότερες πολιτικές κρίσεις της εποχής, αυτή της δολοφονίας Λαμπράκη (Μάιος 1963). Η αρκετά δυνατή αντιπολίτευση έσπευσε να κατηγορήσει ηθικά την κυβέρνηση Καραμανλή (προφανώς για πολιτικές σκοπιμότητες), η οποία και οδηγήθηκε σε παραίτηση 1 μήνα αργότερα.

Αρκετά περιληπτικά, λοιπόν, με αυτόν τον τρόπο οδηγούμαστε στην παραίτηση Καραμανλή στις 11 Ιουνίου 1963 και 4 μήνες αργότερα στην άνοδο της Ένωσης Κέντρου στην εξουσία (3 Νοεμβρίου 1963). Η κατάσταση παρέμενε ασταθής, παρ’όλα αυτά, και η Ένωση Κέντρου δεν ανέλαβε την εξουσία παρά μόνο στις 16 Φεβρουαρίου 1964, καθώς δε δέχτηκε τη ψήφο εμπιστοσύνης της Αριστεράς με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε νέες εκλογές. Η συνέχεια, όμως, σε κάθε άλλο παρά σε σταθερότητα οδήγησε. Μέσα σε ένα μήνα απεβίωσαν ο Σοφοκλής Βενιζέλος (συναρχηγός του Γ. Παπανδρέου) και ο βασιλιάς Παύλος με αποτέλεσμα οι ταραχές του πολιτικού προσκήνιου να μεταφερθούν και στο εσωτερικό του κόμματος της Ένωσης Κέντρου. Μην ξεχνάμε ότι εκείνη την περίοδο βρισκόμασταν στα πρόθυρα πολέμου με την Τουρκία εξαιτίας του Κυπριακού ζητήματος, με αποτέλεσμα ο Παπανδρέου να μην είναι σε θέση ελέγχου των πολιτικών δρώμενων ούτε στις εσωτερικές υποθέσεις αλλά ούτε και στις εξωτερικές. Μέσα σε αυτές τις υποθέσεις, ο πρωθυπουργός έπρεπε να αντιμετωπίσει και τις εσωκομματικές συγκρούσεις και κυρίως αυτήν ανάμεσα σε Μητσοτάκη και Παπανδρέου για τη διαδοχή. Έτσι, περίπου 2 χρόνια αργότερα μετά την εκλογή του Γ. Παπανδρέου και μετά την αποκάλυψη της υπόθεσης ΑΣΠΙΔΑ, ο ίδιος έθεσε θέμα εμπιστοσύνης στη βουλή. Η απειλή πραξικοπήματος ήταν φανερή και η αποσταθεροποίηση της δημοκρατίας αναπόφευκτη.

Στις 15 Ιουλίου 1965 ο 23χρονος βασιλιάς Κωνσταντίνος Β’ (είχε διαδεχθεί τον Παύλο μετά το θάνατό του) οδήγησε τον Γεώργιο Παπανδρέου σε παραίτηση, πράγμα που αποδεικνύει, μαζί με όσα ακολούθησαν, πως ο Κωνσταντίνος γνώριζε ότι μια ομάδα της Ένωσης Κέντρου πραγματοποιούσε κινήσεις αντίθετες από την πολιτική του (τέως) πρωθυπουργού και πιο φιλοβασιλικές. Αμέσως μετά την παραίτηση Παπανδρέου ορκίστηκε πρωθυπουργός ο Γεώργιος Αθανασιάδης-Νόβας, ένας εκ των αποστατών (39 σε σύνολο), και την επόμενη μέρα ολοκληρώθηκε και το υπουργικό συμβούλιο.

Τα όσα ακολούθησαν την 15η Ιουλίου χαρακτηρίζονται κυρίως με τη λέξη “χάος”. Ο Γεώργιος Παπανδρέου απευθύνθηκε στο λαό ανακοινώνοντας «νέο ανένδοτο» αγώνα για τη δημοκρατία. Στις 19 Ιουλίου του 1965 εκατοντάδες χιλιάδες λαού κατέβηκε στους δρόμους της Αθήνας για να εκφράσει την υποστήριξή του στον Γ. Παπανδρέου και οι διαδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν (συμμετοχή και της αριστεράς) μόνο λίγες δε χαρακτηρίζονται. Χρειάστηκαν δύο ακόμα εντολές σχηματισμού κυβέρνησης από το βασιλιά Κωνσταντίνο ώστε να υπάρξει σχηματισμός που να μην καταψηφιστεί. Η πρώτη εντολή κυβέρνησης ήταν αυτή στον Αθανασιάδη-Νόβα και η δεύτερη στον Ηλία Τσιριμώκο (20 Αυγούστου 1965). Η τρίτη απόπειρα και τελικά αυτή που έλαβε τη ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής, αν και με ελάχιστη διαφορά (152 υπέρ έναντι 148 κατά), ήταν αυτή με τον Στέφανο Στεφανόπουλο.

Η κυβέρνηση του τελευταίου όμως, όπως ήταν αναμενόμενο, αποδείχτηκε άκαρπη και ανίκανη να οδηγήσει τη χώρα στην ομαλότητα. Καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας Στεφανόπουλου, η κυβέρνηση έμεινε κυριολεκτικά άπραγη σε κρίσιμα ζητήματα (εξωτερικής πολιτικής, κυρίως με το Κυπριακό αλλά και στο εσωτερικό διατήρησε την ίδια απάθεια), με αποτέλεσμα να συνεισφέρει αρνητικά στην προετοιμασία του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου. Στις 21 Δεκεμβρίου 1966 ο Γ. Παπανδρέου σε συνεννόηση με τον Π. Κανελλόπουλο ανέτρεψε την κυβέρνηση των αποστατών και στήριξαν ως πρωθυπουργό τον Ιωάννη Παρασκευόπουλο. Παρά την αρχική εντύπωση ότι η κατάσταση άρχισε να εκτονώνεται και ότι η Ελλάδα «βάδιζε» προς την ομαλοποίηση, δυο παρακρατικά συμβάντα ή μάλλον συνωμοσίες δηλώνουν ακριβώς το αντίθετο. Η πρώτη, αυτή που τελικά δεν επικράτησε, ήταν αυτή ανάμεσα στον πρέσβη Δ. Μπίτσο, διευθυντή του πολιτικού γραφείου του Κωνσταντίνου, και σταθμάρχη της CIA στην πρωτεύουσα Τ. Μόρις. Η δεύτερη ήταν η γνωστή σε όλους μας συνωμοσία των συνταγματαρχών με πρωτοστάτη τον Γεώργιο Παπαδόπουλο. Το παράδοξο σε όλη την υπόθεση, αν μπορεί να θεωρηθεί παράδοξο δεδομένων των περιστάσεων, είναι το γεγονός πως και οι δυο κινήσεις συνωμοσίας κατά της δημοκρατίας (βασιλιά-Παπαδόπουλου) αν και εχθρικές μεταξύ τους ήρθαν σε συνεργασία με τις Η.Π.Α, με τις τελευταίες να κρατάνε στάση παρατηρητή και αναμονής.

Το αναπόφευκτο δεν άργησε να πραγματοποιηθεί. Η χώρα μπήκε σε προεκλογικό κλοιό ύστερα από την τροπή που πήρε η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ με τους βουλευτές της Ένωσης Κέντρου (Ανδρέα Παπανδρέου και Παύλου Βαρδινογιάννη) να κινδυνεύουν με κατηγορίες εσχάτης προδοσίας και την επακόλουθη παραίτηση κυβέρνησης Παρασκευόπουλου. Οι εκλογές αυτές δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ, καθώς διακόπηκαν από το στρατιωτικό πραξικόπημα των συνταγματαρχών την 21η Απριλίου 1967.

Οι συνέπειες της αποστασίας ήταν κομβικές για την εξέλιξη της πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας. Καταρχάς, η πολιτική αστάθεια εδραιώθηκε σε μεγάλο βαθμό και το μεγαλύτερο κόμμα της εποχής, η Ένωση Κέντρου, διασπάστηκε με συνέπεια η κυβέρνηση της χώρας να αποτελεί όργανο του βασιλιά. Όλα αυτά οδηγούν σε μια γενικότερη απαξίωση της πολιτικής στην Ελλάδα, κυρίως από τους πολίτες της, που επέτρεψαν την επταετία της στρατιωτικής δικτατορίας, μια επταετία από την οποία μόνο αρνητικά μπορεί να αποκομίσει κανείς. Τελικά, επόμενο ήταν εξάλλου, η εμπιστοσύνη στη δημοκρατία κλονίστηκε και αποδείχθηκε πως η πολιτική στη χώρα μας δύσκολα θα έχτιζε στέρεες βάσεις για ομαλή πορεία προς τη δημοκρατία και τη σύσταση ενός κράτους δικαίου.


Βιβλιογραφία:

  • Παπαρρηγόπουλος. Κ (2010), Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τμ.25, σελ.193-202, Αθήνα: NATIONAL GEOGRAPHIC
  • Ρούσσος. Γ (1975), Νεώτερη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τμ.7, σελ. 580-603, Αθήνα: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ
  • Βασίλης Ραφαηλίδης (1993), Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους, Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου

Αναστάσης Μπάρλας

Είναι γεννημένος το 2000 και σπουδάζει στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Φέρει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην νεώτερη και σύγχρονη ιστορία.