Της Φωτεινής Μήσκου, 

Το κράτος, ως έννομη τάξη, εξασφαλίζει την ομαλή κοινωνική διαβίωση και την ειρηνική συνύπαρξη των εννόμων αγαθών. Επεμβαίνει δυναμικά με τον μηχανισμό καταναγκασμού που διαθέτει, αποκρούει τη διατάραξη των αγαθών, αποκαθιστώντας την ειρήνευσή τους. Το κράτος, όμως, δεν μπορεί να είναι «πανταχού παρόν». «Παραχωρεί» το σχετικό του δικαίωμα στα φυσικά πρόσωπα, αφήνοντας την πρωτοβουλία της προστασίας του αγαθού στον ιδιώτη. Το άρθρο 22 του Ποινικού Κώδικα (εφεξής ΠΚ), λοιπόν, εισάγει το δικαίωμα της άμυνας, το οποίο φτάνει στην προσβολή του δράστη της διατάραξης.

Η παράγραφος 1 ορίζει ότι δεν είναι άδικη τελικά η πράξη που τελείται σε κατάσταση άμυνας. Δηλαδή η πράξη πραγματώνει αρχικά την αντικειμενική υπόσταση ενός εγκλήματος, αλλά κρίνεται τελικά ως μη άδικη. Ο αμυνόμενος προβαίνει είτε σε πράξη είτε σε παράλειψη από αναμενόμενη κοινωνικά άμεση ενέργεια. Η αμυντική κατάσταση προκαλείται από μια προγενέστερη επίθεση κατά εννόμου αγαθού του αμυνόμενου (παράγραφος 2).

 Ο όρος «επίθεση» δεν λαμβάνεται εδώ με την καθημερινή έννοια της λέξης, που αναφέρεται μόνο σε επιθετικές πράξεις βίας κατά της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας, της ελευθερίας ή της τιμής. Κάθε προσβολή (βλάβη ή διακινδύνευση) εννόμου αγαθού, που γίνεται είτε με πράξη είτε με παράλειψη, αποτελεί επίθεση. Ως κοινωνική πράξη, έχει ως υποκείμενο (δράστη) φυσικό πρόσωπο (άνθρωπο) και όχι ζώα. Η επίθεση πρέπει να είναι άδικη, δηλαδή να προσβάλλει αγαθό και να μην υπάρχει φυσικά λόγος που αίρει τον αρχικά άδικο χαρακτήρα της. Αυτό σημαίνει πως κατά της αμυντικής πράξης δε χωρεί νόμιμη αντ-άμυνα, αφού η αμυντική πράξη δεν είναι τελικά άδικη. Αντίθετα, μια πράξη, που δεν καταλογίζεται σε ενοχή του δράστη της λόγω συγγνώμης, εξακολουθεί να είναι τελικά άδικη και συνεπώς χωρεί άμυνα εναντίον της. Έτσι, επιτρέπεται άμυνα σε επίθεση ακαταλόγιστου προσώπου, παράφρονα ή ανηλίκου, ή προσώπου που βρίσκεται σε συγγνωστή νομική πλάνη. Η άδικη συμπεριφορά πρέπει να είναι άμεση, να εκθέτει δηλαδή σε άμεσο κίνδυνο το έννομο αγαθό ή να το βλάπτει, καθώς και παρούσα. Επομένως, άμυνα κατά της πρόκλησης του ηθικού αυτουργού δεν είναι επιτρεπτή με το άρθρο 22 του ΠΚ.Η άμυνα απευθύνεται κατά του ίδιου του αμυνόμενου ή και άλλου (άμυνα τρίτου). Η αμυντική πράξη αντιπροσβολής μπορεί να προσβάλλει οποιοδήποτε έννομο αγαθό του ίδιου του επιτιθέμενου προσώπου: τιμή, ελευθερία, σωματική ακεραιότητα, ιδιοκτησία, ακόμα και τη ζωή του. Εξαίρεση αποτελούν τα διατομικά αγαθά (οικογένεια). Επίσης, η αμυντική πράξη πρέπει να τελείται προς υπεράσπιση του προσβαλλόμενου αγαθού και να μην είναι άσχετη με αυτή. Για παράδειγμα, αν ο Α δέχεται επίθεση με χτυπήματα από τον Β και επ’ ευκαιρία, αμυνόμενος του κλέβει το πορτοφόλι, τότε δεν πρόκειται για άμυνα αλλά για αυτοτελή αξιόποινη πράξη.

Ακόμη, πρέπει να τηρείται το αναγκαίο μέτρο, διαφορετικά έχουμε υπέρβαση της άμυνας (άρθρο 23 ΠΚ). Η υπέρβαση που γίνεται με δόλο τιμωρείται με ποινή ελαττωμένη (83 ΠΚ) και αυτή που οφείλεται σε αμέλεια τιμωρείται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις. Το μέτρο κρίνεται από τον βαθμό επικινδυνότητας της επίθεσης, το είδος της απειλούμενης βλάβης (όχι στάθμιση αγαθών), τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης καθώς και από τις λοιπές περιστάσεις. Έτσι, αν ο ιδιοκτήτης κήπου πυροβολήσει εναντίον παιδιού, που σκαρφάλωσε στα κάγκελα για να κλέψει ένα φρούτο, έχει φανερά πια ξεπεράσει τα όρια της νόμιμης άμυνας. Στο άρθρο 24 ΠΚ θεσπίζεται μία εξαίρεση στο δικαίωμα της άμυνας. Αν δεχτεί κανείς επίθεση που ο ίδιος προκάλεσε για να διαπράξει εναντίον του αξιόποινη πράξη με το πρόσχημα της άμυνας, παρόλο που είναι παρούσα και άδικη, δε δικαιολογείται να αμυνθεί. Δεν μιλάμε βέβαια για απλή πρόκληση, αλλά χρειάζεται δόλος α΄ βαθμού. Φυσικά, δεν απαλλάσσεται από την ποινή.

Τέλος, αξίζει να αναφερθούν οι περιπτώσεις της αγνοούμενης άμυνας, η οποία εξακολουθεί να αίρει αντικειμενικά τον άδικο χαρακτήρα της πράξης ανεξάρτητα από τις εντυπώσεις του δράστη γι’ αυτή και της νομιζόμενης άμυνας, όπου ο δράστης πιστεύει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της, ενώ δεν υπάρχει καν επίθεση. Σε αυτή την περίπτωση θεωρείται πως ο δράστης βρίσκεται σε νομική πλάνη που αίρει τον καταλογισμό, αν κριθεί συγγνωστή.


Πηγές
  • Μ.Καϊάφα-Γκμπάντι, Ν.Μπιτζιλέκης, Ε.Συμεωνίδου-Καστανίδου, Δίκαιο ποινικών κυρώσεων, 2016
  • Ι. Μανωλεδάκης, Ποινικό Δίκαιο, 2005

Φωτεινή Μήσκου

Γεννήθηκε το 2000 και είναι φοιτήτρια της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Είναι μέλος της European Law Students' Association (ELSA). Γνωρίζει αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά. Στον ελεύθερό της χρόνο ασχολείται με την ανάγνωση βιβλίων, τον κινηματογράφο και το θέατρο. Παρακολουθεί συνέδρια και ημερίδες με νομικό κυρίως περιεχόμενο και αρθρογραφεί στην κατηγορία των νομικών και κοινωνικών θεμάτων.