Του Γιάννη Μυταυτσή,

Στις 29 Δεκεμβρίου του 2014 ήταν η τελευταία φορά που εκλεγμένη κυβέρνηση έπεσε και η Βουλή διαλύθηκε γιατί δεν μπόρεσε να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Η τότε συγκυβέρνηση της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ δεν κατάφερε να εκλέξει για Πρόεδρο της Δημοκρατίας το Σταύρο Δήμα (μοναδικός υποψήφιος) ούτε μετά τη 3η στη σειρά ψηφοφορία, όπου έλαβε 168 ψήφους από το σύνολο των δυο κοινοβουλευτικών ομάδων καθώς και από ανεξάρτητους βουλευτές. Κάτι λιγότερα από έξι χρόνια αργότερα, η εκλογή του ΠτΔ δεν θα αποτελεί εμπόδιο στη κυβερνητική σταθερότητα. Μάλιστα, αποτέλεσε στόχος του Κυριάκου Μητσοτάκη η αναθεώρηση του άρθρου 32 που αφορά την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Από το 1975 που η Βουλή ψήφισε το Σύνταγμα, πρώτη φορά έγινε αναθεώρηση του παρόντος άρθρου, το οποίο ήταν όπλο των αντιπολιτευόμενων δυνάμεων, όπως και του Αλέξη Τσίπρα το 2014. Πλέον για να εκλεγεί ΠτΔ απαιτούνται 200 θετικές ψήφους σε δυο ψηφοφορίες, αν καταστεί αδύνατο, τότε απαιτούνται 180 και στη συνέχεια 151. 

Άρα η αναθεώρηση του άρθρου 32 δίνει στο Πρωθυπουργό το δικαίωμα να επιλέξει έναν Πρόεδρο ο οποίος θα λάβει τη μεγαλύτερη δυνατή στήριξη των υπολοίπων κοινοβουλευτικών ομάδων. Φυσικά, σ’ αυτή τη περίπτωση η ονοματολογία δίνει και παίρνει προσπαθώντας να φέρουν στο προσκήνιο ονόματα που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη. Μάλιστα, ο νέος πρόεδρος πιθανόν θα κληθεί να ασχοληθεί και με τα εθνικά θέματα που απασχολούν τη χώρα μας. Ο Πρωθυπουργός γνωρίζει ότι αν επιλέξει κάποιον Πρόεδρο από το στρατόπεδο της ΝΔ όπως τον πρώην Πρωθυπουργό Α. Σαμαρά ή τον υποψήφιο για ΠτΔ το 2014 Σταύρο Δήμα δεν θα έχει την στήριξη άλλων κοινοβουλευτικών ομάδων. Ενώ το πρόσωπο του νυν Προέδρου της Δημοκρατίας είναι ναι μεν αποδεκτό από την αξιωματική Αντιπολίτευση καθώς η ίδια ως κυβερνών κόμμα τον εξέλεξε μαζί με τις θετικές ψήφους των βουλευτών της ΝΔ πλην του Κ. Μητσοτάκη. Συνεπώς, ο Προκόπης Παυλόπουλος μπορεί να είναι αγκάθι για τον Πρωθυπουργό. Επίσης, αν ο νέος Πρόεδρος χρειαστεί να ασχοληθεί με τα εθνικά θέματα καταλαβαίνουμε πως η αναγκαιότητα ενός πολιτικού προσώπου με κύρος και λόγο στο εξωτερικό κρίνεται σημαντική. Έτσι, πρόσωπα προερχόμενα από τη κεντροαριστερά θα είναι αποδεκτά στο σύνολο τους από το Κίνημα Αλλαγής αλλά όχι από τον Αλέξη Τσίπρα. Τα ονόματα δηλαδή της Άννας Διαμαντοπούλου και της Μαρίας Δαμανάκη είναι αρεστά στο ΚΙΝΑΛ αλλά όχι στο ΣΥΡΙΖΑ. Από την άλλη πλευρά η φήμη για την πρόεδρο του ΚΙΝΑΛ Φώφη Γεννηματά φαίνεται ότι είναι αρκετά παράδοξη, καθώς η ίδια δήλωσε στο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ ότι θα βρίσκεται στην ηγεσία του κινήματος έως τη λήξη της θητείας της, δηλαδή το 2021. Θέτοντας κατά αυτόν το τρόπο εαυτόν εκτός των διαδικασιών. Ο Β. Βενιζέλος αν και είναι κεφάλαιο της διάσωσης της χώρας, διότι πρόταξε το εθνικό συμφέρον και όχι το πολιτικό αποτελεί “μαύρο πρόβατο” για τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως και ο πρώην Πρωθυπουργός Λουκάς Παπαδήμος. Σαφώς, στο «παιχνίδι των ονομάτων» μπαίνουν και τα μη πολιτικά πρόσωπα, όπως ο καθηγητής δημοσίου δικαίου Βασίλης Σκουρής και η ιστορικός-ακαδημαϊκός Μαρία Ευθυμίου, χωρίς όμως να συγκεντρώνουν σοβαρές πιθανότητες. 

Έτσι, ο πρωθυπουργός οφείλει να συγκεντρώσει διευρυμένη πλειοψηφία στην εκλογή του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας, ώστε η αναθεώρηση του άρθρου 32 να μην σημαίνει ότι υπήρξε απλώς ένα κυβερνητικό εμπόδιο στην ομαλή πορεία της κυβέρνησης και το οποίο άλλαξε. Στη πραγματικότητα το πρόσωπο του νέου Προέδρου πρέπει να είναι αποδεκτό μέσω της ευρύτερης σύγκλισης δυνάμεων και όχι μόνο με τη ψήφιση μονάχα του πλειοψηφούντος κόμματος.


Ιωάννης Μυταυτσής

Γεννήθηκε στον Άγιο Νικόλαο Χαλκιδικής. Είναι απόφοιτος του τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και μεταπτυχιακός φοιτητής στο ΠΜΣ Βυζαντινής Φιλολογίας - Παλαιογραφίας  το ίδιο τμήμα. Στις αυτοδιοικητικές εκλογές του Μαϊου ήταν υποψήφιος κοινοτικός σύμβουλος στην κοινότητα Αγίου Νικολάου.