Του Στέφανου Κωστούρου,

Λίγο έξω από τον πρώτο οργανωμένο προσφυγικό οικισμό της χώρας, που δημιουργήθηκε την Καποδιστριακή περίοδο, την Πρόνοια Ναυπλίου, βρίσκεται το μνημείο που σμιλεύθηκε προς τιμήν των νεκρών Βαυαρών στρατιωτών από το Βαυαρό γλύπτη Christian Siegel. To έργο αυτό φιλοτεχνήθηκε το 1840-41 κατόπιν παραγγελίας του βασιλιά Λουδοβίκου Α’, πατέρα του πρώτου βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα, του οίκου των Βίττελσμπαχ. Το μνημείο αφιερώθηκε για τους νεκρούς Βαυαρούς αξιωματικούς και στρατιώτες, που προσεβλήθησαν κατά τα έτη 1833-1834 από επιδημία κοιλιακού τύφου, εξαιτίας της κατανάλωσης άγουρων φρούτων και υπερώριμων αγγουριών. Μάλιστα στην περιοχή που τοποθετήθηκε το μνημείο, βρισκόταν και το μέρος όπου ετάφησαν οι νεκροί.

Το έργο αναπαριστά τη μορφή θνήσκοντος λέοντος, ο οποίος βρίσκεται εντός μιας σχεδόν ορθογώνιας κόγχης. Κάτω ακριβώς από το μνημείο, βρίσκεται η γερμανική επιγραφή: DIE /OFFIZIERE UND SOLDATEN /DER /KOENIGLICH BAYERISCHEN BRIGADE /IHREN KAMERADEN. /+/ 1833 UND 1834. ZUR ΝOLLENDUNG GEBRACHT/ DURCH/ LUDWIG I KOENIGVON BAYERN./ C(HRISTIAN) H(EINRICH) SIEGEL FCT (FECIT), που σημαίνει «Οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες της βασιλικής βαυαρικής μεραρχίας προς τους συστρατιώτες τους. + 1833 και 1834. Ανηγέρθη από τον βασιλέα Λουδοβίκο Α΄ της Βαυαρίας. Το εποίησε ο Χρ(ιστιανός) Ε(ρρίκος) Ζίγκελ».

Το ιδιαίτερο αυτό μνημείο του Ζίγκελ, μας παραπέμπει σε μια πανομοιότυπη σύνθεση που συναντάμε στη Λουκέρνη, που σχεδιάστηκε από το διαπρεπή Δανό γλύπτη του κλασικισμού, Bertel Siegel, εις μνήμην των πεσόντων Ελβετών στα ανάκτορα του Κεραμικού (Tuillerie) το 1792 και κατασκεύασε o Lucas Ahorn τo 1820/21. Μέσα σε μια λαξευμένη, βαθιά κόγχη βρίσκεται ο αποθνήσκων λέων τραυματισμένος από ένα διαμπερές δόρυ, ενώ φαίνεται η κεφαλή του ανακεκλιμένη σε μία ασπίδα διακοσμημένη με κρινάνθεμα (σύμβολο της γαλλικής μοναρχίας).

Αυτό όμως που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι το μνημείο του Thorvaldsen, με τη σειρά του σχεδιάστηκε (κατά ένα μεγάλο μέρος), στα πρότυπα ενός αρχαίου μνημείου, του λέοντα της Ιουλίδας, που βρίσκεται στο νησί της Κέας. Χρονολογείται στα τέλη 7ου–αρχές 6ου αιώνα π.Χ (αρχαϊκή περίοδος) και αποτελεί ένα μοναδικό λαξευμένο λιοντάρι στον ελλαδικό χώρο. Ο τρόπος που αποδίδεται η μορφή του λέοντα (ξαπλωμένο μοτίβο) ανάγεται σε αιγυπτιακή τεχνική και παράλληλα οι σμιλευμένες λεπτομέρειες της κεφαλής του, η πλατιά ραβδωτή μύτη, το κλειστό στόμα με ελαφρά τραβηγμένες προς τα κάτω γωνίες και τα κυματοειδή ανθέμια στο ρύγχος, παραπέμπουν σε ασσυριακές τεχνικές. Άλλωστε, κατά την αρχαϊκή περίοδο, έχουμε έντονες τις επιδράσεις από την Ανατολή. Στις αρχές του 19ου αιώνα ταξιδεύει στην Ελλάδα και την Κέα, ο Άγγλος αρχιτέκτων και περιηγητής Charles Robert Cockerell. Αυτός εντόπισε, για πρώτη φορά, στο νησί το περίφημο αρχαϊκό λιοντάρι και το σχεδίασε ελεύθερα, απεικονίζοντάς το μέσα στο φυσικό του τοπίο. Στα σχέδιά του βασίστηκε ο γερμανός ζωγράφος Johann Reinhart, του οποίου με τη σειρά του, τα έργα αποτέλεσαν το πρότυπο του σχεδιασμού του Λέοντος της Λουκέρνης από τον Thorvaldsen.

Έτσι μέσα από τα έργα του Siegel και του Thorvaldsen, φαίνεται ξεκάθαρα η δυναμική του νεοκλασικισμού, στην τέχνη του 19ου αιώνα. Με τον ερχομό του Όθωνα στην Ελλάδα, το ρεύμα του νεοκλασικισμού γιγαντώνεται και ακμάζει σημαντικά στο νεοσύστατο κράτος, αφήνοντας έργα τεράστιας αισθητικής και αρχιτεκτονικής αξίας μέχρι και σήμερα.


Βιβλιογραφία

Στέφανος Κωστούρος

Γεννήθηκε το 1998 και ζει στο Ναύπλιο, είναι προπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου στη Καλαμάτα. Το επιστημονικό του ενδιαφέρον εστιάζει στη Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική και Ευρωπαϊκή Ιστορία.