Της Ελευθερίας Γκίκα,

Mετά την τηλεφωνική επικοινωνία του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Αιγύπτιο Πρόεδρο Αμπντέλ Φατάχ Αλ Σίσι, γίνονται εμφανείς ακόμη μία φορά οι διμερείς δεσμοί Αιγύπτου και Ελλάδας σε ποικίλα ζητήματα. Οι δύο χώρες διατηρούν αρκετά στενές σχέσεις, καθώς μπορούμε να μιλήσουμε για ένα κοινό ιστορικό και γεωγραφικό χώρο, χρονολογώντας πολλούς αιώνες πίσω. Στη συζήτηση των δύο ηγετών, όπως μαθαίνουμε από τον εκπρόσωπο της Αιγυπτιακής προεδρίας Μπάσαμ Ράντι, αναλύθηκαν μεταξύ άλλων, απόψεις περί περιφερειακών ζητημάτων, κοινού ενδιαφέροντος, αναδεικνύοντας τη σημασία ενίσχυσης της συνεργασίας των δύο κρατών στα ζητήματα αυτά, που πρέπει να επιτευχθούν σε διμερές ή και τριμερές επίπεδο, θίγοντας τη συνεργασία πλέον Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου. Εκτός των αναμενόμενα πολυσυζητημένων θεμάτων που αφορούν την Ανατολική Μεσόγειο, από το τραπέζι δεν έλειψαν και τα θέματα της αντιμετώπισης της τρομοκρατίας αλλά και της παράνομης μετανάστευσης. Από το αιγυπτιακό προεδρείο, επισημάνθηκαν οι άριστες σχέσεις Αθήνας-Καΐρου, καθώς η Αίγυπτος προσβλέπει, όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε, σε διεύρυνση της συνεργασίας της με την Ελλάδα σε όλα τα επίπεδα, εμμένοντας σε θέματα ασφάλειας, στρατιωτικής και οικονομικής συνεργασίας.

Η σημασία, φυσικά, της τριμερούς αυτής συνεργασίας ανέκαθεν θεωρούνταν ύψιστη. Πρόκειται, εξάλλου, για σύνθεση ενός κοινού ιστορικού και γεωγραφικού χώρου -όπως ανέφερα και νωρίτερα- που έχει συνδεθεί για αιώνες με οικονομικούς, εμπορικούς και πολιτιστικούς δεσμούς. Στο Συνέδριο «Μεσόγειος, η δική μας θάλασσα, η δική μας πατρίδα», που φιλοξενήθηκε στην αίθουσα Συνεδρίων του Υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης, τον Απρίλιο του τρέχοντος έτους, ανέδειξε αυτή τη μείζονος σημασίας συνεργασία. Κεντρικός άξονας γύρω από τον οποίο κινήθηκε η συζήτηση, υπήρξε και πάλι η επέκταση της συνεργασίας. Προτάθηκαν η δικτύωση επαγγελματιών από τους χώρους των Οπτικοακουστικών, του Τουρισμού και της Ναυτιλίας, αλλά και η «εκμετάλλευση» του πλούσιου πολιτισμικού τους παρελθόντος. Η τελευταία, θα αποτελούσε μέσο ανάδειξης των δυνατοτήτων που διανοίγονται για το μέλλον.

Αν μη τι άλλο, πρόκειται για μια προσπάθεια από την οποία κανένα συμμετέχον κράτος, δε βγαίνει ζημιωμένο -με όση απολυτότητα χωράει φυσικά ένα πολιτικοοικονομικό ζήτημα-. Η όποια βεβαιότητα γι’αυτό, προκύπτει από τη δυνατότητα να συνεργαστούν σε πληθώρα ζητημάτων, συμπεριλαμβάνοντας τις βιομηχανικές κοινοπραξίες, τον ακαδημαϊκό χώρο, τους κυβερνητικούς τομείς, αλλά και τους τομείς που αφορούν την τεχνολογία, την πληροφορική και την επικοινωνία μέσω της δημιουργίας δικτύων. Μιλώντας από στρατηγικής πλευράς, φυσικά, θα διευκόλυνε την ανάδειξη καθενός κράτους-μέλους να αναδειχθεί σε ισχυρό πόλο έλξης για τις παγκόσμιες τουριστικές ροές, σε όλες τις πιθανές μορφές τουρισμού. Αξιοσημείωτο, κρίνεται εδώ, να αναφέρουμε και ότι η Μεσόγειος αποτελούσε ανέκαθεν χώρο παγκόσμιου ενδιαφέροντος, καθώς μέσω αυτής διακινείται το 30% του παγκόσμιου πετρελαίου, ενώ βρίσκεται επί των θαλασσίων οδών προς τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες της Μέσης Ανατολής, του Περσικού Κόλπου και της Κασπίας Θάλασσας. Συγκεκριμένα, η θαλάσσια αρτηρία «Ατλαντικός-Μεσόγειος-Ερυθρά Θάλασσα-Ινδικός Ωκεανός» είναι τουλάχιστον ζωτικής σημασίας για τον σύγχρονο κόσμο, όπως τον γνωρίζουμε σήμερα.

Σχετικά με το επίπεδο της Ναυτιλίας σε μια τέτοια συνεργασία, η χώρα μας αποτελεί αδιαμφισβήτητα έναν πολύ βασικό παράγοντα, όντας παραδοσιακά σημαντική ναυτιλιακή δύναμη. Η Ελλάδα κατέχει λιμάνια υψίστης σημασίας, που δύνανται να εξυπηρετήσουν τη διακίνηση πάσης φύσεως αγαθών, πάσης φύσεως υπηρεσιών. Η ναυπηγική βιομηχανία της χώρας, σε συνδυασμό με τον εφοδιασμό πλοίων και τα logistics μπορούν να φέρουν στη χώρα μας έσοδα ύψους 18 δις. ευρώ ετησίως. Η Ελλάδα, ενώ διαθέτει τις υποδομές, την τεχνογνωσία, την τεχνολογία και το εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, δυστυχώς δεν αποκομίζει τα ανάλογα κέρδη.

Η χώρα μας έχει την «ευτυχή ατυχία» να διαθέτει πολύτιμο υπέδαφος, να αποτελεί φυσικό σύνορο της Ευρώπης με την Εγγύς Ανατολή, να αποτελεί περιοχή που περνούν βασικές θαλάσσιες γραμμές επικοινωνιών που μεταφέρουν εφόδια, υλικά, ενέργεια, από και προς πλούσιες ενεργειακές πηγές. Όλες αυτές οι ευλογίες, έχουν συχνά υπάρξει αιτίες εντεινόμενων και πολυεπίπεδων κρίσεων, κάνοντας επιτακτική την ανάγκη σεβασμού του διεθνούς δικαίου και ειδικά την αρχή της καλής γειτονίας, ως βάση για την ανάπτυξη των σχέσεων των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου. Η Ελλάδα, συμμετέχοντας στο τριμερές αυτό μοντέλο συνεργασίας με συγκεκριμένες δράσεις στον τομέα των επενδύσεων, της ενέργειας, του περιβάλλοντος, του πολιτισμού και της νεολαίας, αξιοποιεί τη γεωστρατηγική της θέση, στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων.

Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, είναι το πολυτιμότερο εργαλείο της για την πολυπόθητη ώθηση την οποία χρειάζεται η οικονομία της. Η προσέλκυση στρατηγικών κεφαλαίων και επενδυτών σε κομβικούς τομείς ανάπτυξης, όπως είναι τα λιμάνια, τα αεροδρόμια της χώρας, επενδύσεις που αφορούν τον τομέα της ενέργειας και η δημιουργική συνεργασία με τους γείτονές της, μπορούν να της αποφέρουν μεγάλα κέρδη που θα την καταστήσουν σημαντική δύναμη στην περιοχή.


Ελευθερία-Μαρία Γκίκα

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1998, όπου και διαμένει σήμερα, έχοντας στο μεταξύ ζήσει σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Είναι φοιτήτρια του Τμήματος Ρωσικής Φιλολογίας και Σλαβικών Σπουδών στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Αγαπά τις ξένες γλώσσες και τη συμμετοχή σε προγράμματα που προωθούν την εκμάθηση και διδασκαλία τους -summer schools κοκ. Στον ελεύθερό της χρόνο ασχολείται με το τραγούδι, τη γυμναστική, τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία.