Της Συμέλας Θεοδοσιάδου,

Στον απόηχο των διεργασιών της Βουλής δρώσας ως Αναθεωρητικής, στις 28 Νοεμβρίου δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το Ψήφισμα της Θ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων με τίτλο: «Ψήφιση, δημοσίευση και έναρξη ισχύος των αναθεωρημένων διατάξεων του Συντάγματος». Με την έκδοση του ΦΕΚ υπ’αριθμόν 187/28-11-2019, ολοκληρώθηκε η τέταρτη κατά σειρά αναθεώρηση του Ελληνικού Συντάγματος του 1975 (εφεξής «Σ»), με τις προηγούμενες να συντελούνται το 1986/2001/2008 αντιστοίχως. Σύμφωνα με το στοιχεία για την αναθεώρηση του αυτού έτους, ενώ η Προτείνουσα Βουλή είχε θέσει προς αναθεώρηση 49 διατάξεις, τελικώς μόνο οι 18 έλαβαν την απαραίτητη πλειοψηφία στο στάδιο της Αναθεωρητικής Βουλής και τελικώς αναθεωρήθηκαν.

Ένα από τα άρθρα που αναθεωρήθηκαν ήταν και το 62Σ, συγκεντρώνοντας 179 θετικές ψήφους έναντι 117 αρνητικών. Σημειωτέον ότι στο στάδιο της Προτείνουσας Βουλής είχε συγκεντρώσει την αυξημένη πλειοψηφία των 3/5 του συνόλου των βουλευτών, ήτοι 180 ψήφους, οπότε στο στάδιο της Αναθεωρητικής Βουλής αρκούσε η απλή πλειοψηφία των 151 ψήφων, για να αναθεωρηθεί.

Το άρθρο 62Σ θεσπίζει το ακαταδίωκτο του Βουλευτή ως ειδικότερη έκφανση της βουλευτικής ασυλίας. Σύμφωνα με το γράμμα της προϊσχύσασας διάταξης: «Όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος. Eπίσης δεν διώκεται για πολιτικά εγκλήματα βουλευτής της Bουλής που διαλύθηκε, από τη διάλυσή της και έως την ανακήρυξη των βουλευτών της νέας Bουλής. H άδεια θεωρείται ότι δεν δόθηκε, αν η Bουλή δεν αποφανθεί μέσα σε τρεις μήνες αφότου η αίτηση του εισαγγελέα για δίωξη διαβιβάστηκε στον Πρόεδρο της Bουλής. H τρίμηνη προθεσμία αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των διακοπών της Bουλής. Δεν απαιτείται άδεια για τα αυτόφωρα κακουργήματα».

Ο σκοπός της ρύθμισης αυτής δεν είναι η παροχή μιας ασυλίας τόσο ιδιότυπης, αλλά η ορθή και απρόσκοπτη λειτουργία του βουλευτικού σώματος και επομένως η σωστή πραγμάτωση της αντιπροσωπευτικής αρχής. Η απαγόρευση της δίωξης βουλευτή χωρίς άδεια από τη Βουλή περιλαμβάνει κάθε λόγο δίωξης που αναφύεται, πριν ή μετά την εκλογή του βουλευτή σε αυτό το αξίωμα και αφορά γινομένη πράξη και όχι λόγο, δηλαδή ποινικό ή πειθαρχικό μέτρο περιοριστικό της ελευθερίας ή διοικητικό περιοριστικό μέτρο. Σε αυτό το σημείο, είναι σκόπιμο να αναφερθεί η ειδική μνεία που γίνεται στο άρθρο για τα πολιτικά εγκλήματα, για τα οποία το ακαταδίωκτο διαρκεί ως και την ανάδειξη νέας Βουλής κι όχι οσο η βουλευτική περίοδος. Ως προς τη διάρκεια του ακαταδίωκτου, αυτή είναι όσο κι η διάρκεια της κοινοβουλευτικής θητείας του βουλευτή, εκτός κι αν αρθεί με άδεια της Βουλής.Ωστόσο, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου άδεια από το σώμα δεν απαιτείται για τα αυτόφωρα κακουργήματα, καθώς θεωρείται ότι η τέλεση της αξιόποινης πράξης δεν επιδέχεται εύκολα αμφισβήτηση. Με αυτό τον τρόπο, το Σύνταγμα θέτει κάποιες θεσμικές εγγυήσεις, διασφαλίζοντας την ανεμπόδιστη συμμετοχή των βουλευτών στις διεργασίες του κοινοβουλευτικού σώματος, αλλά και θέτει τη δικαιοσύνη σε μία απόσταση από τα πολιτικά δρώμενα, καθώς δεν αποκλείεται η άρση του ακαταδιώκτου να αποτελέσει μέσο κομματικής αντιπαράθεσης. Εντούτοις, ως ασυλία που συνδέεται άμεσα με την βουλευτική ιδιότητα, το ακαταδίωκτο δεν έχει ως επακόλουθο ότι ο βουλευτής δε μπορεί να τεθεί υπό τη δικαστική κρίση, εαν η Βουλή αρνείται να χορηγήσει την απαραίτητη άδεια για να ξεκινήσει η κίνηση της ποινικής δίωξης κατά βουλευτή.

Η πρακτική του Ελληνικού Κοινοβουλίου να μη χορηγεί άδεια άρσης του ακαταδίωκτου βουλευτών σύμφωνα με την οριζόμενη διαδικασία του άρθρου 83 του Κανονισμού της Βουλής (εφεξής «ΚτΒ») έχει προκαλέσει ένα αίσθημα αμφισβήτησης ως προς τη σκοπιμότητα του ακαταδίωκτου, το οποίο εντείνεται όλο και περισσότερο με την έντονη αμφισβήτηση προς τα πολιτικά πρόσωπα και γεγονότα που συντελούνται. Αυτό το ζήτημα οδηγήθηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρωπου (εφεξής «ΕΔΔΑ») και αφού είχαν προηγηθεί ανάλογες υποθέσεις που είχαν εξεταστεί κι αφορούσαν τη βουλευτική ασυλία στο Ιταλικό Κοινοβούλιο. Το Δικαστήριο εξέτασε το καθεστώς του ακαταδίωκτου υπό το πρίσμα της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας μεταξύ του δικαιώματος της δίκαιης δίκης του άρθρου 6§1 της ΕΣΔΑ και του σκοπού του 62Σ, ήτοι την απρόσκοπτη ενασχόληση του βουλευτή με το κοινοβουλευτικό έργο. Τελικώς, απεφάνθη πως έπρεπε να εξεταστεί το αν οι αποδιδόμενες πράξεις συνδέονται με την άσκηση βουλευτικών καθηκόντων stricto sensu, ώστε να αχθεί σε συμπέρασμα σχετικά με την αναλογικότητα ή τη μη αναλογικότητα του επίμαχου μέτρου σε σχέση με το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο.

Ως προς το αναθεωρημένο πλέον 62Σ, αυτό έχει διαμορφωθεί ως εξής: «Όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος, ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος. Επίσης δεν διώκεται για πολιτικά εγκλήματα βουλευτής της Βουλής που διαλύθηκε, από τη διάλυσή της και έως την ανακήρυξη των βουλευτών της νέας Βουλής. Η σχετική άδεια δίδεται από τη Βουλή υποχρεωτικά εφόσον η αίτηση της εισαγγελικής αρχής αφορά αδίκημα το οποίο δεν συνδέεται με την άσκηση των καθηκόντων ή την πολιτική δραστηριότητα του βουλευτή. Η Βουλή, με ευθύνη του Προέδρου της, αποφαίνεται υποχρεωτικά σχετικά με το αίτημα μέσα σε τρεις μήνες αφότου η αίτηση του εισαγγελέα για δίωξη διαβιβάστηκε στον Πρόεδρο της Βουλής. Η τρίμηνη προθεσμία αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των διακοπών της Βουλής. Δεν απαιτείται άδεια για τα αυτόφωρα κακουργήματα».Απο το νέο τρίτο εδάφιο του αναθεωρημένου πλέον 62Σ, γίνεται φανερή πως η πρόβλεψη του Συντάγματος προνοεί και τείνει προς τον περιορισμό της καταστρατήγησης του θεσμού της βουλευτικής ασυλίας ως προς το ακαταδίωκτο, υιοθετώντας το σκεπτικό της νομολογίας του ΕΔΔΑ. Πιο συγκεκριμένα, πλέον η Βουλή έχει συνταγματική υποχρέωση να δώσει την άδεια άρσης του ακαταδιώκτου κατόπιν αιτήματος της εισαγελικής αρχής, όταν το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο βουλευτής δε συνδέεται με την άσκηση πολιτικής ή βουλευτικής δραστηριότητας. Επίσης, το Κοινοβούλιο πλέον είναι υποχρεωμένο να απαντήσει στο αίτημα της εισαγγελικής αρχής εντός της οριζόμενης προθεσμίας.

Είναι σαφές λοιπόν, ότι το αναθεωρημένο 62Σ τείνει προς την ορθότερη πρακτική εφαρμογή του ακαταδίωκτου, καθώς το συνδέει με την πολιτική και βουλευτική δράση του Βουλευτή. Δηλαδή για αδικήματα που δεν συνδέονται με αυτή τη δραστηριότητα, το ακαταδίωκτο παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας σε σχέση με το δικαίωμα της δικαίης δίκης που καθιερώνεται στο άρθρο 6§1 της ΕΣΔΑ, καθώς το περιορίζει κατά τρόπο δυσανάλογο. Τέλος, το γεγονός της υποχρεωτικής απόφασης της Βουλής ως προς το τεθέν αίτημα για άρση του ακαταδιώκτου από την εισαγγελική αρχή παρέχει μία ασφαλέστερη θεσμική εγγύηση, σχετικά με την απομάκρυνση του θεσμού από πολιτικές και κομματικές σκοπιμότητες και αντιπαραθέσεις.


Πηγές

Συμέλα Θεοδοσιάδου

Γεννηθείσα το 1996, είναι επί πτυχίω φοιτήτρια στο Τμήμα Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από ξένες γλώσσες, κατέχει άριστη γνώση της αγγλικής. Έχει παρακολουθήσει ημερίδες και συζητήσεις με νομικό περιεχόμενο. Μέσα από την αρθρογραφία, ευελπιστεί ότι θα κατανοήσει, διευρύνει κι ερευνήσει περαιτέρω το αντικείμενο σπουδών της. Στον ελεύθερό της χρόνο, ανάμεσα στις ασχολίες της, ξεχωρίζει τη δραστηριοποίησή της ως ενεργού μέλους φοιτητικού πολιτιστικού συλλόγου της Θεσσαλονίκης. Συμμετέχει στο εγχείρημα του OffLine Post αρθρογραφώντας κυρίως με νομικό άξονα.