Της Ελένης Σιαπικούδη,

Κατά την περίοδο του πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία το εύρος των εγκλημάτων πολέμου που διαπράχθηκαν ήταν ιδιαίτερα διευρυμένο και σε αυτό συνέβαλλαν όλες οι πλευρές. Τα εν λόγω εγκλήματα ξύπνησαν μνήμες του παρελθόντος στην Ευρωπαϊκή ήπειρο. Μνήμες που οι λαοί προσπαθούσαν να ξεχάσουν και είχαν υποσχεθεί «Never Again». Παρόλα αυτά, διωγμοί, βίαιες εκτοπίσεις πληθυσμών, βασανιστήρια και βιασμοί ήταν μια καθημερινή πραγματικότητα για τους κατοίκους της πρώην Γιουγκοσλαβίας κατά την πενταετία 1990-1995. Αδιαμφισβήτητα, αποκορύφωμα αποτέλεσε η γενοκτονία στη Σρεμπρένιτσα, όπου και τελικά δόθηκε το έναυσμα για την επέμβαση της Διεθνούς Κοινότητας και την υπογραφή Συμφωνίας Ειρήνης μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών.

Όπως γίνεται κατανοητό, μια συμφωνία δεν μπορούσε να καθορίσει πλήρως τη μεταπολεμική περίοδο, καθώς χρειαζόταν μια περίοδος μετάβασης για να εξεταστούν και να καθοριστούν πλήρως οι νομικές, πολιτικές και πολιτιστικές αλλαγές στα διάδοχα κράτη. Στο πλαίσιο αυτό κρίθηκε αναγκαίο να δημιουργηθεί ένα διεθνές δικαστήριο που θα δίκαζε τα εγκλήματα πολέμου που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Με αυτόν τον τρόπο, οι κοινωνίες θα μπορούσαν να αναδομηθούν από την αρχή, αφήνοντας πίσω τις μνήμες του παρελθόντος, αφού πρώτα οι υπαίτιοι θα είχαν τιμωρηθεί και τα θύματα θα ένιωθαν ότι είχε αποδοθεί δικαιοσύνη.

Υπό το πρίσμα αυτό, στις 25 Μαΐου 1993 δημιουργήθηκε στη Χάγη το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία, που θα εκδίκαζε υποθέσεις εγκλημάτων πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Ουσιαστικά, το δικαστήριο έπαψε να λειτουργεί μετά από 10.800 ημέρες ακροαματικής διαδικασίας, αφού εξέδωσε 84 δικαστικές αποφάσεις για 161 κατηγορουμένους (πολιτικούς και στρατιωτικούς), εκ των οποίων οι 90 καταδικάστηκαν, και αφού εξετάστηκαν 4.650 μάρτυρες και συντάχθηκαν περί τις 2,5 εκ. σελίδες δικογραφίας. Το ΔΠΔΓ ήταν το πρώτο διεθνές δικαστήριο για εγκλήματα πολέμου στην Ευρώπη μετά το 1945. Ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματά του είναι ότι αναγνώρισε τη σεξουαλική βία ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Σήμερα πλέον, οι υποθέσεις που εκκρεμούν εκδικάζονται στα εθνικά δικαστήρια της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη, ή όπως ονομάζεται “μεταβατική δικαιοσύνη”. Στόχος αυτής της διαδικασίας είναι να εξιλεωθούν οι δράστες και να επουλωθούν οι πληγές των θυμάτων, ώστε η κοινωνία να λειτουργήσει ξανά αρμονικά χωρίς εντάσεις και προστριβές.

Ωστόσο, οι οικογένειες των θυμάτων δεν είναι ικανοποιημένες με τα αποτελέσματα και την ταχύτητα των διαδικασιών. Υποστηρίζουν ότι «η δικαιοσύνη είναι πολύ αργή», καθώς μεγάλος αριθμός των κατηγορουμένων πεθαίνουν πριν προλάβει να εκδικαστεί η υπόθεσή τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Μίλαν Μπογκντάνοβιτς, ο οποίος είχε αθωωθεί το Μάρτιο του 2019, όμως ο θάνατός του επήλθε και πλέον τα θύματά του δεν μπορούν να ασκήσουν έφεση κατά της αθώωσής του.

Συγκεκριμένα, ο Μπογκντάνοβιτς είχε κατηγορηθεί ότι ήταν υπεύθυνος για την αιχμαλωσία Μουσουλμάνων ανδρών μετά τη σφαγή στη Σρεμπρένιτσα το 1995, μεταφέροντάς τους σε διάφορες τοποθεσίες, μέχρι τον τελικό βασανισμό και την εξόντωσή τους. Οι κατήγοροί του υποστηρίζουν, λοιπόν, ότι κατανοούν πως το πέρας του χρόνου έχει παρέλθει, ωστόσο τονίζουν ότι τα διερευνητικά όργανα εργάζονται σε αργούς ρυθμούς, καθιστώντας τη μεταβατική δικαιοσύνη αναποτελεσματική και αβέβαιη.

Οι ανησυχίες των θυμάτων και των οικογενειών τους είναι έκδηλες, καθώς υπάρχει η αίσθηση ότι όσο περνάει ο καιρός τα εγκλήματα θα «ξεχαστούν», ή ο κόσμος θα τα ξεχάσει. Είναι πολύ σημαντικό για τους ίδιους τα δικαστήρια να γίνουν αποδοτικότερα, ώστε να επιτευχθεί τελικά η εθνική συμφιλίωση.


Ελένη Σιαπικούδη

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1996. Είναι απόφοιτη του τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών και μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο αγγλόφωνο πρόγραμμα Politics and Economics of Contemporary Eastern and Southeastern Europe του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Έχει συμμετάσχει σε επιστημονικά συνέδρια πολιτικής, ιστορίας και διεθνών σχέσεων.