Της Ματίλντας Γεωργελέ, 

H Βαλέτα βάλλεται από παντού και μαζί με αυτή και ο πρωθυπουργός της Τζόσεφ Μουσκάτ ο οποίος βρίσκεται αδιαμφισβήτητα στη πιο δεινή θέση της πολιτικής του σταδιοδρομίας, η οποία έλαβε χώρα με την αναγκαστική και καθόλου εθελούσια παραίτησή του στις 12 Ιανουαρίου. Η αιτία πίσω από αυτή τη συνθήκη αντηχεί φυσικά στο όνομα  της Καρούνα Γκαλιζία, Μαλτέζας δημοσιογράφου η οποία κατόρθωσε να φέρει στην επιφάνεια μια ιδιαίτερα περίπλοκη και πολυδιάστατη ιστορία σχετικά με μια σειρά από μυστικές εταιρείες με έδρα τον Παναμά που συνδέονταν με Μαλτέζους πολιτικούς εμφανίζοντας εμπλεκόμενη ταυτόχρονα σε αυτό το πέπλο διαφθοράς την ίδια τη γυναίκα του πρωθυπουργού. Αυτή της η ανακάλυψη φυσικά συνετέλεσε στη δολοφονία της, αφού τον Οκτώβριο του 2017 βρήκε φρικτό θάνατο κατά την έκρηξη του παγιδευμένου της αυτοκινήτου. Όμως, ας πάρουμε τα γεγονότα με τη σειρά.

Όλα ξεκίνησαν το 2017, όταν η δημοσίευση των Panama Papers που αποκάλυπταν την ύπαρξη λογαριασμών στον Παναμά που είχαν ανοίξει διάφορες εταιρείες αμφισβητούμενης αξιοπιστίας καθώς και προσωπικότητες παγκόσμιου βεληνεκούς, ενέπλεκε άτομα του στενού περιβάλλοντος του πρωθυπουργού. Όμως, παρόλες τις σχεδόν αδιάψευστες κατηγορίες για αδιαφάνεια και διαφθορά στο περιβάλλον του, ο  Μουσκάτ επανεξελέγη. Το σκέλος ακριβώς αυτό που αφορούσε το στενό κύκλο του πρωθυπουργού εξετάστηκε από την Γκαλιζία η οποία ανακάλυψε ότι οι εταιρείες που ανήκαν στον τότε Υπουργό Ενέργειας ,Μίτσι, καθώς και στον διευθυντή του γραφείου του τότε πρωθυπουργού Σέμπρι, είχαν λάβει το χρηματικό ποσό των 17 εκατομμυρίων ευρώ από την εταιρεία ονόματι 17 Black με έδρα το Ντουμπάι για υπηρεσίες οι οποίες όμως δε διευκρινίζονταν καθόλου. Στις έρευνες που συνεχίστηκαν μετά τον θάνατο της Γκαλιζία, ανακαλύφθηκε ότι η εταιρεία 17 Black ανήκε στον επιχειρηματία Γιόργκεν Φένες, για τον οποίο πλέον υπάρχουν βάσιμες υποψήφιες ότι αποτελούσε έναν από τους εντολείς της δολοφονίας της δημοσιογράφου.

Η ανακάλυψη της αυτή όμως δεν αποτέλεσε την πρώτη φορά που η Γκαλιζία απειλήθηκε και εκφοβίστηκε. Κατά τη διάρκεια της ζωής της  σε πολυάριθμες περιπτώσεις αντιμετώπισε απειλές και για τον λόγο αυτό ακριβώς, βρισκόταν υπό αστυνομική προστασία για ένα ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα. Από 2010 όμως τα πράγματα μεταστράφηκαν ριζικά, αφού την ίδια χρονιά η αστυνομική της προστασία μειώθηκε στο μισό και το 2013 όταν το Εργατικό Κόμμα -ένας συχνός στόχος των ερευνών της- επέστρεψε στην εξουσία,  αφαιρέθηκε εξ ολοκλήρου. Παρά τις συνεχόμενες εκκλήσεις της προς την κυβέρνηση για παροχή της στοιχειώδους προστασίας, ουδέποτε τα αιτήματα της εισακούστηκαν. Η οικογένεια της εμμένει στο αίτημά της να εξεταστεί το κατά πόσο η στέρηση αστυνομικής προστασίας συντέλεσε στη δολοφονία της. Σχετική έρευνα δεν έχει διενεργηθεί ακόμα, πάντως η κυβέρνηση από την πλευρά της διατηρώντας ένα ουδέτερο και απόμακρο προφίλ απέδωσε το γεγονός αυτό στις ευρύτερες περικοπές στην αστυνομική προστασία και τη μείωση του προϋπολογισμού ,χωρίς όμως να εξηγεί τον λόγο που απέσυρε την προστασία της συγκεκριμένης δημοσιογράφου δεδομένης της κρισιμότητας και επικινδυνότητας της κατάστασης.

Το βασικό και πιο θεμελιώδες ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: Ποιος είναι ο υπαίτιος της δολοφονίας; Η απάντηση του είναι δυστυχώς άγνωστη ωστόσο η οικογένεια της δημοσιογράφου, καθώς και πολλοί άλλοι έχουν εξαπολύσει σκληρές επικρίσεις προς την έρευνα που διεξάγεται από την πλευρά της κυβέρνησης κατηγορώντας την ότι αφενός είναι στρατευμένη και αφετέρου ότι είναι αναληθής καθότι εάν διεξάγετο με αδέκαστα και ουδέτερα κίνητρα θα οδηγούσε κατευθείαν στον πρωθυπουργό,  κάτι που φυσικά τώρα δεν μπορεί να γίνει αφού ο ίδιος είναι ο επικεφαλής της. Ο ίδιος ο Μουσκάτ ήταν συχνός στόχος των ερευνών της Γκαλιζία αναφορικά με τα κυκλώματα διαφθοράς και αδιαφάνειας κυρίως λόγω της εμπλοκής της συζύγου του στις εταιρείες του Παναμά, όπως προαναφέρθηκε. Για τον λόγο αυτό η οικογένεια της δημοσιογράφου επιμένει σθεναρά ότι ο πρωθυπουργός την ήθελε νεκρή. Ο Μουσκάτ αρνείται όλες τις κατηγορίες της Γκαλιζία και της οικογένειάς της για παρατυπίες, ενώ δηλώνει σθεναρά ότι δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τη δολοφονία της.

Οι βασικοί λόγοι για τους οποίους το θέμα αυτό επανήλθε στην επικαιρότητα ύστερα από  σχεδόν 2,5 χρόνια είναι οι εξής: Αρχικά, τον Νοέμβριο ο Υπουργός Οικονομίας της Μάλτας, Κρις Κορντόνα, παραιτήθηκε ξαφνικά, ενώ προηγουμένως είχαν προηγηθεί κλήσεις του από την αστυνομία με σκοπό να δώσει εξηγήσεις για διάφορα θέματα, χωρίς να γίνει όμως γνωστό εάν στη θεματολογία αυτή συμπεριλαμβάνεται και η δολοφονία της Γκαλιζία. Έπειτα, το τετραήμερο 16-19 Δεκεμβρίου διεξήχθη στο Στρασβούργο η Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όπου συζητήθηκε διεξοδικά το ζήτημα της δολοφονίας της δημοσιογράφου καθώς και της ιδιότητας του Μουσκάτ ως πρωθυπουργός. Το Κοινοβούλιο τόνισε ότι “πρέπει να γίνουν τα πάντα προκειμένου να αποφευχθεί κάθε κίνδυνος, πραγματικός ή υποτιθέμενος, για την έρευνα” σημειώνοντας ότι όσο ο πρωθυπουργός εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντα του και να έχει την απόλυτη εξουσία ο κίνδυνο αυτός εμμένει και πολλαπλασιάζεται διασφαλίζοντας την άποψη αυτή με το  ψήφισμα μη υποχρεωτικού  χαρακτήρα που εξέδωσε, το οποίο εγκρίθηκε με 581 ψήφους υπέρ (έναντι 26 κατά, και 83 αποχές).

Ανέκαθεν η θέση  της ΕΕ και του Κοινοβουλίου έναντι στην δολοφονία της δημοσιογράφου ήταν μια, σταθερή και ακλόνητη, να ανακαλυφθεί ο πραγματικός υπεύθυνος και να λάμψει δυνατά η απόλυτη αλήθεια. Δεν υπάρχει θέση στην ΕΕ για τη δολοφονία δημοσιογράφων, καταλήγουν ομόφωνα. Την Τρίτη 17 Δεκεμβρίου μιλώντας ενώπιον του ΕΚ ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου ,Σαρλ Μισέλ, τόνισε πως “η ελευθερία του Τύπου είναι ένα από τα θεμέλια του ευρωπαϊκού σχεδίου”, σημειώνοντας πως έρευνες για τη δολοφονία «πρέπει να στηρίζονται στις αρχές του κράτους δικαίου». Ακολουθώντας το ίδιο μοτίβο, η αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Βέρα Τζούροβα κάλεσε την κυβέρνηση της Μάλτας να ενεργήσει άμεσα και επειγόντως με στόχο “να ενισχύσει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, τη μάχη κατά της διαφθοράς και κατά του ξεπλύματος χρήματος”, όπως σημείωσε. Τέλος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με μια ρητή δήλωση κατέστησε απολύτως σαφές ότι “δεν θα διστάσει να λάβει τα απαραίτητα μέτρα” προκειμένου να διασφαλιστεί ο καθολικός σεβασμός και η τήρηση του κράτους δικαίου στη Μάλτα.

Είναι λοιπόν έκδηλο ότι αυτή τη στιγμή το πολιτικό σκηνικό στη Μάλτα είναι διχασμένο και κυμαίνεται σε επικίνδυνα υψηλές θερμοκρασίες. Από τη μια πλευρά το κράτος δικαίου, η ελευθεροτυπία, η παρρησία, το σωστό και το ηθικό και από την άλλη τα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, η διαφθορά, η αδιαφάνεια, δυο πλευρές σε συνεχή μετωπική σύγκρουση. Θα υπερισχύσουν τα πρώτα; Θα δικαιωθεί η Γκαλιζία; Θα σωθεί η χώρα από τις  υψηλές θερμοκρασίες ή θα γίνουμε θεατές μιας Μelting Malta? Οψόμεθα στο μέλλον.


Ματίλντα (Σταματίνα) Γεωργελέ

Είναι τριτοετής φοιτήτρια Διεθνών και Ευρωπακών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Την παρούσα στιγμή βρίσκεται στο Παρίσι, όπου έχει επιλεγεί να φοιτήσει μέσω Εράσμους στο Πανεπιστήμιο Paris 1 Panthéon Sorbonne στο τμήμα του Διεθνούς Δικαίου. Tην περίοδο Σεπτεμβρίου-Δεκεμβρίου, βρισκόταν στις Βρυξέλλες οπου πραγματοποίησε πρακτική άσκηση στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στην ΕΕ με αντικείμενο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Έχει συμμετάσχει σε πληθώρα σεμιναρίων και συνεδρίων Προσομοίωσης Ηνωμένων Εθνών όπως το HARVARD WORLD MUN στη Μαδρίτη, το FWWMUN (στη Νεα Υόρκη υπό την αιγίδα του ΟΗΕ), καθώς και στο European Youth Debate υπό την αιγίδα του Πανεπιστήμιου Βοcconi στο Μιλάνο. Κατά την περσινή χρονία συμμετείχε ως βουλευτής στο 22 ΠΚΝ.Ομιλεί 4 γλώσσες, Ελληνικά, Αγγλικά, Γαλλικά σε επίπεδο μητρικής και Κινέζικα σε επίπεδο Lower. Είναι λάτρης της ιστιοπλοϊας καθώς και του χειμερινού σκι.