Της Κατερίνας Σαμαρά,

Μια δραματική ταινία, γερμανικής παραγωγής, υπό την σκηνοθεσία του Γιούλιαν Ρόζενφελντ και την καθηλωτική ερμηνεία της Κέιτ Μπλάνσετ, που αποτελεί φόρο τιμής σε όσο το δυνατόν περισσότερα καλλιτεχνικά ρεύματα του περασμένου αιώνα. Το Manifesto αποτελεί μια γροθιά στις εύπεπτες και ρομαντικές εικόνες που έχουν οι περισσότεροι θεατές για την τέχνη και τους δημιουργούς της. Αποτελούμενη από 13 σκηνές με 13 διαφορετικούς ρόλους, μέσα από τους οποίους η Κέιτ Μπλάνσετ ξεδιπλώνει το, ακραία θα μπορούσε να πει κανείς, υποκριτικό της ταλέντο. Οι ρόλοι βρίσκονται όλοι ταυτόχρονα σε απόλυτη αντίθεση και ταυτόχρονα απόλυτη ταύτιση. Οι 13 διαφορετικές σκηνές περιγράφουν 13 διαφορετικά μανιφέστα – μονολόγους. Μερικά από αυτά είναι: το κομμουνιστικό μανιφέστο, την καταστασιακή διεθνής, τον φουτουρισμό, τον ντανταϊσμό, την εννοιολογική τέχνη, το Δόγμα 95, το fluxus, το σουρεαλισμό και πολλά άλλα.

Όλο το κλίμα της ταινίας και των μανιφέστων κινείται γύρω από το τι είναι τέχνη, ποιος είναι ο δημιουργός της τέχνης, τι μπορεί να θεωρηθεί τέχνη, πώς γεννιέται αλλά και το πώς λαμβάνει και ερμηνεύει η κοινωνία τι είναι όλα αυτά. Ποιος είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη στη σύγχρονη κοινωνία. Εντυπωσιακή είναι και η έναρξη της ταινίας με την κοντινή λήξη μιας ανάφλεξης ενός σπίρτου, κάτι που θα μπορούσε να ερμηνεύσει κανείς ως την ανάφλεξη των ιδεών και της δημιουργίας ενός καλλιτέχνη ή του μυαλού ενός παρατηρητή της τέχνης. Ακολουθούν ερμηνευτικά καθηλωτικές σκηνές από την Κείτ Μπλάνσετ, που σα δεύτερη φύση της, τρυπάει με τα λόγια και το ύφος της τον θεατή, ακόμα και αν ο τόνος της φωνής της είναι άψυχος και χωρίς καμία εμφανή ένταση. Η ηθοποιός ερμηνεύει ως άστεγη, εργάτρια, νοικοκυρά, ναρκομανής, χήρα, δασκάλα και ως κάθε άλλο είδος ανθρώπου που θα μπορούσε να χωρέσει ο κινηματογραφικός χρόνος.

Όπως αναφέραμε, όλη η ατμόσφαιρα και η φιλοσοφία της ταινίας φαίνεται να είναι επηρεασμένη από τις αρχές του ντανταϊσμού, της εννοιολογικής τέχνης και του fluxus. Ο ντανταϊσμός γεννήθηκε περίπου το 1920 και χαρακτηρίζεται από καλλιτεχνική αναρχία και ασυμβατότητα με τα κλασικά πρότυπα παραγωγής τέχνης. Επεκτάθηκε σε πολλά κομμάτια της τέχνης όπως την ζωγραφική, την λογοτεχνία, καθώς και σε φιλοσοφικά ρεύματα. Το Νταντά επικεντρώθηκε στην απόρριψη του κατεστημένου στην τέχνη αλλά και υπήρξε μέσο διαμαρτυρίας για την βία και την βαρβαρότητα του πολέμου. Κομμάτι που συνδέεται με τον πυρήνα του Νταντά είναι και η εννοιολογική τέχνη (conceptual art), στην οποία δίνεται μεγάλη σημασία στο έργο και όχι αποκλειστικά στην ολοκλήρωσή του με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο και δομή. Κεντρικό σημείο είναι η ευκαιρία που δίνεται στον θεατή να εννοιολογήσει με τον δικό του τρόπο το έργο που διαδραματίζεται μπροστά του. Δίνει, λοιπόν, τη δυνατότητα διανοητικής δημιουργίας ακόμα και στον ίδιο τον θεατή. Το fluxus εν τέλει, είναι ένας ακόμη ισχυρός συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε όλα αυτά τα είδη φιλοσοφιών, καθώς η ουσία του ίδιου έγκειται στην ανάμειξη πολλών διαφορετικών μορφών τέχνης, κάτι το οποίο γεννάει καινοτόμα και ασυνήθιστα έργα, καταργώντας τον τοίχο ανάμεσα σε δημιουργό και παρατηρητή.

Δεν μπορούμε ,ωστόσο, να αφήσουμε έξω το κινηματογραφικό Δόγμα 95, με κύριο εκπρόσωπο τον Λαρς Φον Τρίερ. Κύριο μέλημα του δόγματος αυτού είναι η ανάδειξή της πραγματικής αλήθειας χωρίς τεχνητά μέσα. Οι κανόνες που θεσπίστηκαν για το Δόγμα 95 ήταν τα γυρίσματα σε φυσικούς χώρους χωρίς τεχνητά σκηνικά, ο ήχος δεν παράγεται ποτέ εξωτερικά παρά μόνο από την ίδια της σκηνή και τους ηθοποιούς, η κάμερα είναι στο χέρι και όχι σταθεροποιημένη σε ένα σημείο, οι γεωγραφικές και χρονικές αποστάσεις απαγορεύονται, απαγορεύονται οι έντονες σκηνές βίας καθώς και η επιπόλαια δράση και οι φόνοι. Τέλος, το όνομα του σκηνοθέτη δεν αναγράφεται στους τίτλους. Κύριο μέλημα του Λαρς ήταν να δείξει την σημαντικότητα του στιγμιαίου και όχι της ολότητας. Στόχος είναι η αλήθεια μέσω της τέχνης και μέσω της λιγότερο δυνατής επέμβασης των τεχνητών μέσων.

Κάτι το οποίο καθιστά ασυνήθιστα καθηλωτική αυτήν την ταινία είναι η πραγματική έλλειψη δράσης, ειδικά σε σύγκριση με τον σύγχρονο μαζικό Αμερικάνικο κινηματογράφο, η οποία καταφέρνει να σε κρατάει στα άκρα χωρίς ίχνος βίας ή γρήγορου μοντάζ ή αναδρομών ή οποιουδήποτε άλλου σύγχρονου τεχνάσματος. Όλα φωλιάζουν στο σενάριο, στη φιλοσοφία, στις ιδέες, στα ιδανικά, στην τέχνη. Χωρίς επιτηδευμένα ακριβές παραγωγές, χωρίς σχεδόν τίποτα και με μία μόνο ηθοποιό να απογειώνει κάθε ερμηνεία.


Κατερίνα Σαμαρά

Γεννήθηκε το 1995. Είναι απόφοιτη Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και έχει ασχοληθεί κυρίως με θέματα που αφορούν το φεμινισμό και το μεταναστευτικό. Έχει παρακολουθήσει ημερίδες και διαλέξεις που σχετίζονται με ποικίλα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Παράλληλα, αρθρογραφεί και ασχολείται με τα εικαστικά.