Του Μανώλη Ανδριγιαννάκη,

Στον προθάλαμο του 2020, μιας ακόμα κρίσιμης χρονιάς για την οικονομία της γειτονικής χώρας και την ισχύ της ως περιφερειακής δύναμης, ο Τούρκος πρόεδρος προβάλλει ιδιαίτερα φιλόδοξες εκτιμήσεις για το μέλλον. Σύμφωνα με τις προβλέψεις από πλευράς τουρκικής κυβέρνησης, η ανάπτυξη για την περίοδο 2020-2022 υπολογίζεται στο 5%. Μια τέτοια επίδοση, ωστόσο, εκτός από το ότι αξιολογείται ως υπέρμετρα φιλόδοξη από τις αγορές, δεν φαίνεται να πείθει ούτε τις μεγάλες τουρκικές επιχειρήσεις.

Αρχικά, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΔΝΤ, το Σεπτέμβριο, προβλέπεται για την τουρκική οικονομία ανάπτυξη 0,25% το 2019. Αυτή τοποθετείται στο 3% το διάστημα 2020-2023 και στο 3,5% το 2024-2025. Βλέπουμε πως οι υπολογισμοί του Ταμείου πόρρω απέχουν από τις ελπίδες της κυβέρνησης της Τουρκίας που δύσκολα θα ευοδωθούν, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις γεωπολιτικές εξελίξεις γύρω από την ανάμειξη της Τουρκίας στη Συρία και των επιθετικών ενεργειών της στην Ανατολική Μεσόγειο, όσο και την εγχώρια πραγματικότητα. Βασικοί παράγοντες που επιτείνουν την οικονομική αστάθεια στο εσωτερικό της χώρας είναι η αβεβαιότητα γύρω από τη λίρα και τη σταθερότητα των ισοτιμιών της, όπως και το αυξημένο κόστος δανεισμού.

Οι ανακοινώσεις, μάλιστα, στις οποίες προέβησαν τουρκικοί επιχειρηματικοί κολοσσοί το τελευταίο διάστημα, παρουσιάζοντας τα σχέδιά τους για τα επόμενα έτη, έδειξαν μια στροφή τους προς επενδύσεις στο εξωτερικό, αναζητώντας πλέον επιχειρηματικές ευκαιρίες σε ξένες αγορές. Η νέα αυτή πολιτική μιας σειράς σημαντικών επιχειρήσεων για τη χώρα, αναμένεται να υπονομεύσει και τις εκτιμήσεις Ερντογάν για την πορεία της τουρκικής οικονομίας, αφού μια ενδεχόμενη μείωση των επενδύσεων θα αποτελούσε τροχοπέδη για την ταχεία ανάπτυξη. Μεταξύ των εταιρειών που ανακοίνωσαν αλλαγή πλεύσης ήταν η Yildiz Holding, μητρική της σοκολατοποιίας Godiva και η Kibur Holding, μητρική της Hyundai Assan, η οποία μάλιστα κατασκευάζει στο εργοστάσιό της στη Σμύρνη περισσότερα από 230.000 χιλιάδες αυτοκίνητα Hyundai, που εξάγονται σε πάνω από 40 χώρες. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και η πρόεδρος της μεγάλης κατασκευαστικής εταιρείας Limak Yaltirim Holding που δήλωσε ότι η εταιρεία εξετάζει σοβαρά την επέκτασή της στον κλάδο του σκυροδέματος στην Αφρική. Χαρακτηριστικό της σημασίας της εν λόγω εταιρείας για την Τουρκία είναι οι επενδύσεις της σε πολλά έργα υποδομών της χώρας, όπως η συμμετοχή της στην κοινοπραξία για την κατασκευή του νέου αεροδρομίου της Κωνσταντινούπολης, προϋπολογισμού 11 δισ. δολαρίων.

Ο περιορισμός της εξωτερικής χρηματοδότησης τα τελευταία τρίμηνα, σε συνδυασμό με την αύξηση του κόστους δανεισμού της χώρας, έχουν οδηγήσει την κυβέρνηση Ερντογάν στην περικοπή πολλών έργων υποδομής στα οποία είχε επενδύσει. Η απόδοση του 10ετούς κρατικού ομολόγου της χώρας κινείται στα πολύ υψηλά επίπεδα 12-13% αυτήν την περίοδο, παρουσιάζοντας μάλιστα μεγάλη μεταβλητότητα και αυξομειώσεις. Αυτός ο επιτοκιακός κίνδυνος μετακυλίεται και στα εγχώρια τραπεζικά επιτόκια και δημιουργεί ένα μη φιλικό επενδυτικό περιβάλλον. Η κατάσταση αυτή έχει οδηγήσει πολλές κατασκευαστικές εταιρείες στην αναζήτηση έργων στο εξωτερικό στους τομείς που δυσκολεύονται να δραστηριοποιηθούν στην Τουρκία, όπως σημείωσε ο πρόεδρος της εταιρείας.

Η δε Kibar Holding, σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλό της, αναμένεται να κατευθύνει νέες επενδύσεις στο εξωτερικό, προκειμένου να μειώσει τον επιχειρηματικό κίνδυνο μέσω της “διαφοροποίησης”. Η Assan Aluminum, τέλος, θυγατρική της προηγούμενης, που αποτελεί μία εκ των τριών μεγαλύτερων παραγωγών αλουμινίου στην Ευρώπη, επιλέγει να επενδύσει 300 εκατ. δολάρια στην κατασκευή νέου εργοστασίου στις ΗΠΑ και όχι στην Τουρκία, ενώ εξετάζει εξαγορές άλλων ευρωπαϊκών εταιρειών.

Η τάση, δηλαδή, που παρατηρούμε από κρίσιμους τουρκικούς επιχειρηματικούς κολοσσούς είναι η στροφή σε επενδύσεις σε ξένες αγορές και η στασιμότητα ή και εγκατάλειψη επιχειρηματικών πλάνων στην Τουρκία. Οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν αβεβαιότητα στην αγορά και στις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Τουρκία, περιορίζοντας τις δυνατότητες ανάπτυξης. Ταυτόχρονα και οι διεθνείς επενδυτές που έχουν επενδύσει στη χώρα προβληματίζονται εντόνως από τις προαναφερθείσες εξελίξεις και οδηγούνται μοιραία στον επανακαθορισμό των σχεδίων τους. Λόγω του μειωμένου κόστους παραγωγής, η Τουρκία έχει καταφέρει τα τελευταία χρόνια να προσελκύσει μεγάλες βιομηχανίες που έχουν ανοίξει εργοστάσια στη χώρα. Η πολύπλευρη αστάθεια, ωστόσο, θα επιφέρει σημαντικό πλήγμα και σε αυτόν τον τομέα.

Η παράνομη επέμβαση στα εδάφη της βόρειας Συρίας, όπως και οι συνεχείς παραβιάσεις και επεμβάσεις στην Κυπριακή ΑΟΖ, οδήγησαν σε μια ήπια κριτική από τη διεθνή κοινότητα, ενώ συνετέλεσαν έτι περαιτέρω στην προοδευτική διπλωματική απομόνωση της γείτονος. Αν και η ισχύς της Τουρκίας ως περιφερειακή δύναμη, τόσο οικονομικά- γεωπολιτικά όσο και στρατιωτικά, δεν μπορεί να παραγνωριστεί, εφόσον ξεπεράσει κάποια όρια θα υπάρχουν συνέπειες. Μπορεί η στάση της να γίνεται ανεκτή προς ώρας, γιατί οι ΗΠΑ εξακολουθούν να αξιολογούν ως κρίσιμο στρατηγικό συνεργάτη και σύμμαχο την Τουρκία, ωστόσο αυτή η ανοχή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί παντός καιρού. Οι δηλώσεις Τραμπ πως “αν χρειαστεί, θα καταστρέψουμε ολοσχερώς την τουρκική οικονομία” δείχνει πολλά σε αυτή την κατεύθυνση. Η οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας, το επόμενο διάστημα, κάθε άλλο παρά διασφαλισμένη μοιάζει.

Μια χώρα σαν την Τουρκία, που προβάλλει διαρκώς γεωπολιτικές και στρατηγικές διεκδικήσεις, ακόμη σε επίπεδο και στρατιωτικών επεμβάσεων, είναι εύλογο να παρουσιάζει αστάθεια σε επίπεδο διεθνών σχέσεων και εμπορίου, πράγμα που δύναται να οδηγήσει και στην οικονομική της αποσταθεροποίηση. Ο πρώτος κλάδος, στον οποίο και βασίζουν πολλά οι γείτονες, που θα πληγεί είναι ο τουρισμός. Οι τουριστικές και μεταφορικές υπηρεσίες συνολικά αντιστοιχούν στο 30% και πλέον του ΑΕΠ της χώρας. Γίνεται, λοιπόν, εύκολα κατανοητός ο κίνδυνος για την τουρκική οικονομία από μία κατάσταση έντασης που θα πλήξει την τουριστική της απήχηση.

Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που η Τουρκία παρουσίαζε σημαντικές χρηματοοικονομικές δυσχέρειες και είχε περιέλθει στην ανάγκη δανεισμού από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ωστόσο, μετά από μία μακρά και δύσκολη πορεία ανέκτησε την οικονομική και γεωπολιτική ισχύ της. Παρά ταύτα, το μέλλον δεν φαντάζει τόσο αισιόδοξο όσο το προβάλλει ο Ερντογάν. Το διπλωματικό της κεφάλαιο περιορίζεται, ενώ μαύρα σύννεφα υψώνονται πάνω από την τουρκική οικονομία. Οι σύγχρονες αγορές και οικονομίες, άλλωστε, δεν επιθυμούν την ανασφάλεια και τις συγκρούσεις. Μένει να φανεί, ωστόσο, αν η γειτονική περιφερειακή δύναμη θα μπορέσει να απορροφήσει τους οικονομικούς “κραδασμούς” που επιφέρουν οι διεθνείς προεκτάσεις του οράματος του Ερντογάν.


Μανώλης Ανδριγιαννάκης, Αρχισυντάκτης Οικονομίας – Ανάπτυξης

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1999 και είναι προπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής του ΟΠΑ. Παρακολουθεί σεμινάρια και ημερίδες πολιτικής, οικονομίας, γεωπολιτικής και τεχνολογίας, ενώ συμμετέχει σε συνέδρια και προγράμματα προσομοίωσης πολιτικών θεσμών (Europa.S, ΠΠΔΣ, ΜΒΕ, MEUS). Στις δημοτικές εκλογές του 2019 ήταν υποψήφιος Δημοτικός Σύμβουλος στο Δήμο Βύρωνα, στην Αθήνα. Στο OffLine Post αρθρογραφεί πάνω σε θέματα οικονομικών και από τον Ιούνιο του 2019 φέρει την ιδιότητα του αρχισυντάκτη. "It's the economy stupid!".