Του Διονύση Κουσκουλή,

Στις  6 Ιουνίου 1944, όπως είναι γνωστό, οι συμμαχικές δυνάμεις (2η Βρετανική Στρατιά και 1η Αμερικανική Στρατιά) αποβιβάσθηκαν στη Νορμανδία και δημιούργησαν προγεφύρωμα, το οποίο διευρύναν μετά από σκληρούς και αιματηρούς  αγώνες και στις 25 Αυγούστου κατέλαβαν το Παρίσι. Μέχρι τη διάβαση του Σηκουάνα, από τις συμμαχικές δυνάμεις, οι Γερμανοί απώλεσαν περίπου μισό εκατομμύριο άνδρες, από τους οποίους οι 210.000 συνελήφθησαν αιχμάλωτοι.  Το μεγαλύτερο όμως επίτευγμα των Συμμάχων ήταν η φθορά των Τ/Θ γερμανικών δυνάμεων. Περίπου 2.200 γερμανικά άρματα και πυροβόλα εφόδου καταστράφηκαν κατά τις μάχες της Νορμανδίας και μέχρι τη  διάβαση του Σηκουάνα. Έτσι, οι Γερμανοί δεν είχαν πια  τη δυνατότητα να κρατηθούν στη γραμμή του Σηκουάνα και μέχρι τις 4 Σεπτεμβρίου οι σύμμαχοι είχαν διαβεί το Μεύση ποταμό και είχαν καταλάβει τις Βρυξέλες και την Αμβέρσα. Η προέλαση όμως των Συμμάχων σε τόσο μεγάλο βάθος αύξησε αντίστοιχα και τις γραμμές ανεφοδιασμού τους, με αποτέλεσμα πολλές φορές να ανακόπτεται, λόγω σοβαρών ανεφοδιαστικών δυσχερειών.

Κύριος σκοπός της στρατηγικής του διασυμμαχικού αρχιστρατήγου, στρατηγού Αϊζενχάουερ, απέβλεπε στην κατάληψη της γραμμής του Ρήνου. Παράλληλα όμως, υποστήριζε την άποψη, ότι οι επιχειρήσεις έπρεπε να συνεχισθούν χωρίς διακοπή, για να μην παρασχεθεί στους Γερμανούς απαραίτητος χρόνος, ώστε να οργανώσουν αποτελεσματική άμυνα. Ο Βρετανός στρατάρχης Μοντγκόμερυ είχε ζητήσει συνάντηση με τον Αϊζενχάουερ και τον Μπράντλεϋ (Διοικητή Αμερικανικής 12ης Ομάδος Στρατιών) παρουσία και των Επιτελαρχών τους. Η συνάντηση έγινε στις 7 Δεκεμβρίου στο Μάαστριχτ της Ολλανδίας και αρχικά αποφασίσθηκε η εκκαθάριση της Κάτω Ρηνανίας με συγκλίνουσες επιθέσεις από το Ρόερ και το ΄Αρνχεμ μόλις ο Μπράντλεϋ θα καταλάμβανε τα φράγματα του Ρόερ, με πιθανή ημερομηνία για την εκτόξευση των επιθέσεων, τη 12η Ιανουαρίου. Ο Μοντγκόμερυ πρότεινε για το θέμα αυτό, να διατηρηθούν ανέπαφες οι δυνάμεις τους μέχρι την παραπάνω ημερομηνία και να μην αναλάβουν μεγάλης κλίμακας επιθετικές επιχειρήσεις. Ο Αϊζενχάουερ όμως, δεν συμφώνησε με την πρόταση αυτή, ισχυριζόμενος ότι δεν έπρεπε να παραμείνουν αδρανείς, γιατί οι Γερμανοί θα βελτίωναν την αμυντική τους διάταξη και θα εκπαίδευαν τα στρατεύματά τους.  Κατόπιν τούτου, εξουσιοδότησε τον Πάττον (Διοικητή της Αμερικανικής 3ης Στρατιάς) να ενεργήσει και άλλη προσπάθεια για κατάληψη του Σάαρ πριν από τα Χριστούγεννα. Οι εκτιμήσεις των Συμμάχων επικεντρώνονταν στην κοινή θέση ότι οι Γερμανοί θα έκαναν απόπειρα οποιασδήποτε αντεπιθέσεως μεγάλης κλίμακας.  Όλοι είχαν τη γνώμη ότι ο εχθρός λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών θα προσπαθούσε να ισχυροποιήσει το μέτωπό του. Το πρόβλημα των συμμάχων ήταν η προσπάθεια εξαναγκασμού των Γερμανών στο να εμπλέξουν στη μάχη τις στρατηγικές Τ/Θ εφεδρείες τους. Ήταν ήδη γνωστό ότι οι τέσσερις μεραρχίες της 6ης Τ/Θ Στρατιάς των SS είχαν επανεξοπλιστεί ανατολικά του Ρήνου και ότι τέσσερις ή πέντε επιπλέον μεραρχίες είχαν αποσυρθεί για ανασυγκρότηση.  Μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου, παραμονή ακριβώς της επιθέσεως των Γερμανών στις Αρδένες και σε χρόνο που οι γερμανικές δυνάμεις είχαν λάβει επιθετική διάταξη, οι εκτιμήσεις των συμμάχων ήταν ότι πιθανόν να εκτοξεύσουν οι Γερμανοί  μικρής κλίμακας επίθεση, με σκοπό την ενίσχυση του ηθικού τους ή να καταλάβουν το Άαχεν για προσφορά πρωτοχρονιάτικου δώρου στο Χίτλερ.

Κατά την περίοδο αυτή οι Γερμανοί είχαν κατορθώσει να συγκεντρώσουν στο Δυτικό Μέτωπο μια δύναμη 70 περίπου Μεραρχιών από τις οποίες 15 Τ/Θ.  Από τις Τ/Θ Μεραρχίες μόνον οι οκτώ διέθεταν άρματα τελευταίου τύπου «Πάνθηρ» και «Τίγρης».  Παρά όμως  τη φαινομενική υπεροχή απέναντι στους συμμάχους σε αριθμό Μεραρχιών, στην πραγματικότητα υστερούσαν σημαντικά από αυτές, τόσο από άποψη παρατακτής δυνάμεως ανδρών, με το δεδομένο ότι οι Μεραρχίες τους ήταν μικρότερης δυνάμεως, όσο και από πλευράς αρμάτων και λοιπών μέσων και εφοδίων. Από τις δυνάμεις αυτές ο Στρατάρχης Φον Ρούντστεντ είχε συγκεντρώσει για την επίθεση στις Αρδένες 36 Μεραρχίες από τις οποίες 10 Τ/Θ.  Οι υπόλοιπες γερμανικές Μεραρχίες ήταν αναπτυγμένες σε αμυντικές αποστολές, δεξιά και αριστερά του μετώπου επιθέσεως, βόρεια μέχρι τις εκβολές του Μάας ποταμού και νότια κατά μήκος του Σάαρ και του Ρήνου μέχρι τα Ελβετικά σύνορα. Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων του Φθινοπώρου η συμμαχική αεροπορική υπεροχή, στο στρατηγικό και στον τακτικό τομέα, γινόταν ολοένα μεγαλύτερη και η αεροπορική υποστήριξη των χερσαίων δυνάμεων των Συμμάχων επιδρούσε σημαντικά στην ευνοϊκή εξέλιξη των επιχειρήσεων. ΄Οσο οι συμμαχικές Στρατιές πλησίαζαν τη γερμανική μεθόριο είχε μελετηθεί η χρησιμοποίηση μιας τεράστιας αεροπορικής δυνάμεως, που αριθμούσε ένα σύνολο από 15.000 περίπου αεροσκάφη (5.000 καταδιωκτικά, 6.000 ελαφρά, μέσα και βαριά βομβαρδιστικά και 4.000 αναγνωριστικά, μεταφορικά και λοιπών τύπων), η οποία αποτελούσε την τακτική αεροπορική δύναμη των συμμαχικών δυνάμεων του Δυτικού Μετώπου.  Διοικητής της αεροπορικής αυτής δυνάμεως ήταν ο βρετανός Στρατάρχης Αεροπορίας Τέντερ (TENTER).

Την ημέρα των Χριστουγέννων η εμπροσθοφυλακή της Γερμανικής 2ης Τ/Θ Μεραρχίας παρέμεινε αδρανής στην κορυφογραμμή πάνω από το Ντυνά, περιμένοντας καύσιμα και ενισχύσεις.  Η αναμονή αυτή παρατάθηκε για δύο σχεδόν ημέρες κατά τη διάρκεια των οποίων η υπόλοιπη Μεραρχία αγωνιζόταν να καταλάβει το Ροσεφόρ και το Μαρσέ.  Στο αριστερό της η Τ/Θ Μεραρχία LEHR, αγκιστρωμένη με ένα από τα Συντάγματά της στη Μπαστόν, δεν μπόρεσε να προελάσει πέρα από το Σαιντ Χουμπέρ.  Στο δεξιό της η 116 Τ/Θ Μεραρχία είχε αναχαιτισθεί μεταξύ Μαρσέ και Χαττόν.  Από τις τρεις Τ/Θ Μεραρχίες που διατέθηκαν στην 5η Τ/Θ Στρατιά, η μία είχε διατεθεί στο Μπούτκενμπαχ, η άλλη είχε αγκιστρωθεί στη Μπαστόν και η Τρίτη από έλλειψη καυσίμων πλησίον της Μαρσέ.  Κάτω από αυτές τις συνθήκες δόθηκε η ευκαιρία στο Αμερικανικό 7ο ΣΣ να κατορθώσει μέχρι τις 27 Δεκεμβρίου να ανατρέψει τις γερμανικές δυνάμεις γύρω από το Σεγέ και να απωθήσει αυτές προς Ροσεφόρ. Στο μεταξύ από τις 25 μέχρι τις 29 Δεκεμβρίου ο καιρός βελτιώθηκε αρκετά και η συμμαχική αεροπορία έκανε πολλές εξόδους (15.000 περίπου) και προσέβαλε όχι μόνο την κυκλοφορία στις Αρδένες, αλλά σε ολόκληρη την περιοχή της Ρηνανίας με αποτέλεσμα την αναδιοργάνωση των γραμμών μεταφοράς και στη συμβολή για την εξάλειψη του θυλάκου.

Η ήττα στη Μαστόν και το Ροσεφόρ, η έλλειψη καυσίμων και η αποδιοργάνωση των γραμμών ανεφοδιασμού, μείωσαν την ορμή της γερμανικής επιθέσεως.  Στις 28 Δεκεμβρίου οι Σύμμαχοι είχαν πρόθεση να εκμεταλλευθούν τις αδυναμίες αυτές των Γερμανών και αποφάσισαν να διαθέσουν στον Πάττον τις τρεις εφεδρικές Μεραρχίες του Ανώτατου Στρατηγείου Σωμ. Εκστρ. Δυνάμεων (SHAEF), για να γίνει εντονότερη η πίεση από το νότιο πλευρό.  Επίσης, αποφάσισαν να εκτοξεύσουν αντεπίθεση από το βόρειο πλευρό, με την Αμερικανική 1η Στρατιά στις 3 Ιανουαρίου, αν στο μεταξύ οι Γερμανικές δεν ανανέωναν την επίθεσή τους. Συγχρόνως ο Γερμανός αρχιστράτηγος του δυτικού Μετώπου Φον Ρούστεντ προσπαθούσε να πείσει τον Χίτλερ να αποσύρει τις Στρατιές του από τις Αρδένες πριν εκτοξευθεί ισχυρή συμμαχική αντεπίθεση, εφόσον ούτε και το σχέδιο που αναθεωρήθηκε ήταν πλέον δυνατόν να ανανεωθεί η προώθηση προς το Μεύση, αμέσως μετά τη διενέργεια της επόμενης φάσεως του γενικού σχεδίου, η επίθεση δηλαδή κατά της Αλσατίας.  Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις διατάχθηκε ο Μόντελ να σταθεροποιήσει τις θέσεις του στις Αρδένες, να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις του και να προπαρασκευασθεί για ανανέωση της προσπάθειας προς το Μεύση και να επιτεθεί πάλι κατά της Μπαστόν. Η τελευταία αυτή επίθεση ήταν δυνατόν να εμπλέξει πλήρως τις δυνάμεις του Πάττον κατά το χρόνο που οι γερμανικές δυνάμεις θα εισέβαλλαν στην Αλσατία από το Σάαρ και το θύλακο του Κολμάρ. Μετά από αυτά, οι γερμανικές δυνάμεις επιτέθηκαν από το Σάαρ και το Κολμάρ κατά των συμμαχικών δυνάμεων στα Βόσγια, χωρίς όμως να σημειώσουν σημαντική επιτυχία. Οι Αμερικανοί υποχώρησαν βάσει σχεδίου και σταθεροποίησαν το μέτωπό τους στη γραμμή Μαζινώ, χωρίς να απασχολήσουν καμία δύναμη από την κυρία μάχη των Αρδεννών. Όταν στις 3 και 4 Ιανουαρίου οι Γερμανοί εξαπέλυσαν σφοδρή επίθεση κατά της Μπαστόν, ο Πάττον διέθετε αρκετές δυνάμεις για να τους αντιμετωπίσει. Η τελευταία αυτή μάχη ήταν η πιο ζωηρή και αιματηρή από όλη την επιχείρηση των Αρδεννών, ειδικότερα για τις τρεις νέες Μεραρχίες του SHAEF, τις οποίες ο Πάττον αναγκάσθηκε να διαθέσει δυτικά της Μπαστόν, για να μειώσει την πίεση πάνω στην πόλη.  Κατά τη μάχη αυτή, οι αμυνόμενοι τήρησαν σταθερά τις θέσεις τους και από τις 5 Ιανουαρίου, η γερμανική επίθεση άρχισε να εξασθενεί. Από τις 3 Ιανουαρίου, όμως, η Αμερικανική 1η επιτιθόταν από Βορρά και όλες οι γερμανικές Μεραρχίες χρειάζονταν για την απόκρουσή της. Η επίθεση της Αμερικανικής 1ης Στρατιάς εμποδίσθηκε από την αρχή λόγω της ακαταλληλότητας του καιρού, από τα χιόνια και από τα γερμανικά ναρκοπέδια. Ο εχθρός προέβαλε πείσμονα αντίσταση και σε διάστημα πέντε ημερών η προέλαση των Αμερικανών προς το Χουφαλάιζ, έφθασε σε βάθος μόνο πέντε μιλίων.

Η ισχυρή γενική αντεπίθεση των Γερμανών στην περιοχή των Αρδενών και η υπεράνθρωπη προσπάθειά τους να ρίξουν τους Συμμάχους στη θάλασσα, τελικά, απέτυχε. Το γεγονός αυτό οφείλεται στον ηρωισμό των Συμμάχων και στον ελιγμό του θρυλικού Αμερικανού Στρατηγού Πάττον, ο οποίος κατόρθωσε να μετακινήσει προς Βορρά το σύνολο της Στρατιάς του, 300.000 άνδρες, και να διανύσει απόσταση κυμαινόμενη από 80-150 χλμ. Η αντεπίθεση των Γερμανών στις Αρδένες καθυστέρησε το τέλος του πολέμου για δύο μήνες. Η διάθεση ολόκληρης της γερμανικής στρατηγικής εφεδρείας στις Αρδένες εξασφάλισε την επιτυχία της επιθέσεως του Ερυθρού Στρατού στην Πολωνία, η οποία εκτοξεύθηκε στις 12 Ιανουαρίου στη Νότια Πολωνία και έφερε τις Ρωσικές Στρατιές από το Βιστούλα στον Όντερ, στην καρδιά δηλαδή της Ευρώπης. Το γεγονός αυτό ανέτρεψε την ισορροπία των δυνάμεων που επικρατούσε μέχρι τότε στην Ευρώπη και δημιούργησε τη μεταπολεμική ισχυρή ρωσική θέση με όλες τις δυσμενείς επιπτώσεις της για τα φιλελεύθερα έθνη της Ανατολικής Ευρώπης. Οι απώλειες και στις δύο πλευρές ήταν τεράστιες και η φθορά των συμμαχικών δυνάμεων μεγάλη. Μόνο στην 1η Αμερικανική Στρατιά κόστισε 75.000 άνδρες, νεκρούς, τραυματίες κτλ. Το σύνολο των απωλειών δεν έχει δοθεί.


Βιβλιογραφία
  • Anthony Beevor, « Αρδέννες 1944: Το τελευταίο στοίχημα του Χίτλερ», Εκδόσεις: Γκοβόστης, Αθήνα, 2017.

Διονύσης Κουσκουλής

Ζει στην Θεσσαλονίκη, όπου σπουδάζει Ιστορία και Αρχαιολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Γνωρίζει άριστα αγγλικά και γερμανικά, ενώ έχει συμμετάσχει σε μία σειρά προγραμμάτων, σεμιναρίων και επιστημονικών συνεδρίων. Στον ελεύθερο του χρόνο, ασχολείται με την μουσική.