Της  Ανθής Αγγελοπούλου,

Η τέχνη είναι μία πραγματικότητα που ο δημιουργός με στοιχεία που δανείζεται τις πιο πολλές φορές από τη φύση συνθέτει, μεταγγίζοντας όμως, τη δική του προσωπικότητα. Ο καλλιτέχνης μεταμορφώνει μία πραγματικότητα σε μία άλλη με τη βοήθεια μιας ψυχικής ικανότητάς του, της φαντασίας. Η φαντασία είναι η ψυχική ικανότητα του ανθρώπου να συνδυάζει αισθητηριακές εμπειρίες σε καινούργιες καταστάσεις, είναι η δυνατότητα ελεύθερου συνδυασμού των δεδομένων των αισθήσεων. Δημιουργείται έτσι, μια άλλη πραγματικότητα, μεταμόρφωσης της υπάρχουσας και ορατής, και με αυτό τον τρόπο καταξιώνεται και ο ίδιος ο καλλιτέχνης. Το καλλιτεχνικό έργο είναι το αποτέλεσμα του διαλόγου του καλλιτέχνη με τον κόσμο της εποχής του και η μετουσίωση της τελευταίας σε εικόνα, ποίημα, μουσική.

Η τέχνη προέκυψε εξελικτικά από τους κόλπους της θρησκείας. Οι λατρείες της μίας απαιτούν τα δημιουργήματα της άλλης. Οι μάγοι και οι ιερείς της θρησκείας ταυτίζονται με τους δημιουργούς καλλιτέχνες και η τέχνη υπάρχει μόνο σαν λειτουργία λατρείας ή εξευμενισμού. Φτιάχνει αντικείμενα λατρείας, εξυμνεί, ξορκίζει. Έτσι, αναμειγνύονται εδώ τα διάφορα είδη τέχνης, όπως είναι ο χορός, η μεταμφίεση, το τραγούδι, η μίμηση. Η συνάφεια τέχνης- θρησκείας εξακολουθεί να υπάρχει και στις εποχές που μεσουρανούν λαμπροί πολιτισμοί: Παλαιά Διαθήκη, Παρθενώνας, Αγία Σοφία, Θεία κωμωδία κ.α. Άλλοι βέβαια, ανάγουν την τέχνη στις βαθύτερες ηθικο-πολιτικές ανάγκες της κοινωνικής ζωής. Αναφέρουν παραδείγματα από τη ζωή των πιο πρωτόγονων ως και των πιο εξελιγμένων πολιτιστικά λαών όπου φαίνεται η σχέση των καλλιτεχνών με τις ερωτικές, πολεμικές, οικονομικο-πολιτικές εκδηλώσεις της κοινωνίας.

Με την τέχνη λοιπόν εξασφαλίζεται η ενότητα, η συνοχή του κοινωνικού συνόλου και εκφράζεται η ιδεολογία κάθε δοσμένης κοινωνίας. Γι’αυτό η τέχνη βρίσκεται πάντα κάτω από κάποιο ρητό ή σιωπηρό έλεγχο. Επιβάλλονται κυρώσεις στους καλλιτέχνες που δε συμμορφώνονται προς τα αιτήματα του ομαδικού πνεύματος. Τέλος, πολλοί υποστηρίζουν πως η τέχνη αγκαλιάζει όλες τις εκδηλώσεις της ζωής και πηγάζει από τη βαθύτερη ανάγκη του ανθρώπου να γνωρίσει όχι μόνο τον εαυτό και τον κόσμο του αλλά και τον «άλλο» κόσμο και τους άλλους ανθρώπους. Για παράδειγμα, στο θέατρο του Shakespeare δοκιμάζουμε συγκίνηση, γνωρίζοντας το χαρακτήρα, τα πάθη, τη μοίρα των ανθρώπων τόσο όμοιων ή ανόμοιων με εμάς, γιατί πονούμε μαζί τους.

Η τέχνη δεν αναπαράγει μόνο τη ζωή, αλλά συχνά τα έργα της έχουν στόχο να εκφέρουν κρίσεις για τα φαινόμενα της ζωής. Η τέχνη «ανοίγει κλειστές πόρτες», μεταλαμπαδεύει προβληματισμούς, ευαισθητοποιεί, αποτελεί το εφαλτήριο της σκέψης. Ο καλλιτέχνης με έργο του μοιράζεται συναισθήματα, αλλά και πρωτότυπες ανακαλύψεις, απαντά σε ερωτήματα που έμμεσα η ίδια η κοινωνία θέτει, αλλά προφητικά και αναπάντεχα, πολλές φορές πρωτότυπα. Υποβάλλει στο περιβάλλον του το ύφος της εποχής. Οξύνει την κριτική του ικανότητα, «ανοίγει» τη δυνατότητα να ζούμε πολλές ζωές. Επιπλέον, η τέχνη ανυψώνει τον άνθρωπο στην κατάσταση μιας ολοκληρωμένης ύπαρξης. Τον κάνει ικανό να κατανοεί την πραγματικότητα, να εμβαθύνει τον προβληματισμό του, να γίνεται πιο «άνθρωπος».

Άλλωστε η ίδια η τέχνη είναι μία κοινωνική πραγματικότητα. Η κοινωνία χρειάζεται τον καλλιτέχνη και ζητά από αυτόν να έχει συνείδηση της κοινωνικής του λειτουργίας. Φιλοδοξία του καλλιτέχνη όμως είναι όχι μόνο να αναπαριστά, αλλά και να διαμορφώνει τα κοινωνικά δεδομένα. Η τέχνη σταματά το χρόνο, το έργο τέχνης νικά τη φθορά του χρόνου, αφού με το πέρασμά του συχνά κερδίζει σε αξία. Η νίκη οφείλεται στο ότι η φαντασία δε δυσκολεύεται να συμπληρώσει το όλο. Επιπλέον, ο χρόνος αφαιρεί τη λάμψη της νεότητας και το καθιστά πιο ώριμο και μυστηριώδες. Με το πέρασμά του άλλωστε η κρίση γίνεται καθαρότερη, ψυχραιμότερη και υψηλοφρονέστερη. Η επαφή με το καλλιτέχνημα καλλιεργεί τη δημιουργική φαντασία και οδηγεί στη σύνθεση του παρελθόντος. Ο άνθρωπος έτσι αρνείται να υποταχθεί στους νόμους της φθοράς και του μηδενισμού. Η τέχνη τελικά καθρεφτίζει τη δημιουργικότητα του ανθρώπινου είδους και τον οπλίζει με αισιοδοξία. Τέλος, η τέχνη διδάσκει την αρμονία, τη συμμετρία, την καλαισθησία, το μέτρο. Τι συμβαίνει, όμως, όταν επικρατεί το δόγμα «η τέχνη για την τέχνη»;

Σύμφωνα με το δόγμα της καθαρής τέχνης, η τέχνη είναι αυτοσκοπός, απλή εκδήλωση της ηδονιστικής τάσης του ανθρώπου. Οι οπαδοί αυτού του δόγματος βγάζουν από την τέχνη κάθε στοιχείο ιδεολογικό ή ηθικό και σηκώνουν τη σημαία της «καθαρής», μιας τέχνης «κλειστής», αινιγματικής και φορμαλιστικής. Το δόγμα αυτό έχει καταδικαστεί, διότι όποιος κάνοντας τέχνη δε φρονηματίζει, όποιος δε δημιουργεί για τους πολλούς αλλά για τους λίγους ή για κανέναν, όποιος δε μιλάει για τα καυτά και συγκεκριμένα προβλήματα του ανθρώπου, αυτός δεν υπηρετεί μία αδέσμευτη τέχνη, αλλά μία τέχνη αδιάφορη, απροβλημάτιστη και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο έμμεσα κι αθέλητα δεσμευμένη και συχνά δουλική προς την ίδια πάντα κατεύθυνση, προς τους κάθε φορά «κρατούντες». Στην καλύτερη περίπτωση, η «τέχνη για την τέχνη» είναι τέχνη φυγής, δηλαδή φυγομαχίας. Άλλωστε η τάση αυτή περιχαράκωσης της τέχνης είναι αποτέλεσμα αδιέξοδης σύγκρουσης του καλλιτέχνη με το κοινωνικό περιβάλλον του.

Κοντά στο ζήτημα «καθαρότητας» της τέχνης βρίσκεται και το ζήτημα του «αδέσμευτου» στην τέχνη. Άλλοι διακηρύττουν ότι ο σωστός καλλιτέχνης είναι αδέσμευτος απέναντι σε ιδεολογίες και πιστεύω, άλλοι πως κάποια πίστη πρέπει να υπηρετεί με το έργο του. Στις μέρες μας αυτή η διάκριση έχει πάρει ιδιαίτερη οξύτητα, με κύριο άξονα την πολιτική. Οι καλλιτέχνες και οι διανοούμενοι γενικά που έχουν πολιτική τοποθέτηση και τη δείχνουν στα έργα τους θεωρούνται «στρατευμένοι» από τους άλλους που θέλουν τον εαυτό τους ανεξάρτητο από την πολιτική στο όνομα της «ελευθερίας του πνεύματος». Το δόγμα «η τέχνη για την τέχνη» και ο μύθος «η τέχνη δεν κάνει την πολιτική» διαψεύδεται από τα πράγματα. Ο Αριστοφάνης, ο Δάντης, ο Θερβάντες, ο Ζολά, ο Τολστόι κάνουν πολιτική. Πολιτική κατά των «κακώς κειμένων».

Εν κατακλείδι, σε καιρούς αποσύνθεσης των κοινωνικών συστημάτων, μόνο η τέχνη που αγωνίζεται για τη συντριβή τους και για ένα καλύτερο μέλλον ελευθερίας και δικαιοσύνης είναι αληθινή και αυτή κινεί την ιστορική αναγκαιότητα προς τα μπρος. Ένας αληθινός καλλιτέχνης οφείλει να περιφρονεί το καθιερωμένο και να αρνείται τους συμβιβασμούς με κάθε ηγεσία. Είναι εσωτερικά ελεύθερος, καθώς δημιουργεί με κίνητρο το εφήμερο, συλλαμβάνει το αιώνιο. Πρέπει δηλαδή να είναι υπερβατική οντότητα, να αναφέρεται σε κάτι ουσιαστικό που να ξεπερνά τα στενά όρια του παρόντος.


Ανθή Αγγελοπούλου

Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη το 1999. Είναι φοιτήτρια της Θεολογικής σχολής του Τμήματος Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Με ενεργή συμμετοχή σε πληθώρα σεμιναρίων, συνεδρίων και ημερίδων θεολογικού, πολιτικού, κοινωνιολογικού και παιδαγωγικού περιεχομένου, καθώς έχει συμμετάσχει σε προσομοιώσεις που αφορούν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Γνωρίζει την αγγλική γλώσσα. Εστιάζει την έρευνά της κυρίως στον κλάδο της κοινωνιολογίας και ειδικότερα στη θρησκεία και κοινωνία της δεύτερης νεωτερικότητας, καθώς επίσης τρέφει ιδιαίτερο πάθος για τα ανθρώπινα δικαιώματα.