Της Θεοδώρας Ντεντοπούλου,

Πολλές φορές, οι περίοδοι των κινηματογραφικών βραβείων αποτελούν αφορμή για να έρθουμε σε επαφή και να γνωρίσουμε νέους δημιουργούς. Ενδεχομένως δε, και να επανεξετάσουμε την άποψη που έχουμε για τη δουλειά ορισμένων ονομάτων, που κατά καιρούς έχουν εμφανιστεί στις οθόνες μας ή σε ένα φίλο χαρτιού. Δεν είμαστε πάντοτε σε θέση να διακρίνουμε τι αξίζει από την αρχή ή όχι, αλλά και πάλι, τα πράγματα που αξίζουν βρίσκουν τον τρόπο τους να επιβεβαιώνονται σταδιακά.

Ίσως και όχι. Κάποια πράγματα είναι υποσχόμενα από την αρχή και αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση της Phoebe Waller Bridge. Η βρετανική προφορά, το καθ’όλα βρετανικό παρουσιαστικό και μία πραγματικά εκφραστική κατατομή συνθέτουν το πορτραίτο μίας Βρετανίδας κωμικού, η οποία εν γένει αντιδιαστέλλεται στην οπτική του χιούμορ, όπως αυτό γίνεται αντιληπτό στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Σε αυτή την παραδοχή, εύλογα κάποιος θα αντιτάξει το πρόσταγμα της εξέλιξης των καιρών και το πόσο η σύγχρονη σάτιρα και κωμική υποκριτική στις ΗΠΑ έχουν ενσωματώσει ψήγματα κυνισμού και αμείλικτου πολιτικού σχολιασμού, αλλά είναι προφανές ότι η Γηραιά Αλβιώνα διαχρονικά είχε υποκινήσει την τάση αναφοράς σε ευαίσθητα, μη εύπεπτα ζητήματα με αναφορές στην ψυχοσύνθεσή μας και στην κοινωνία μας.

Η Phoebe Waller Bridge δεν είναι κάποια εξαίρεση από τη στερεοτυπική θεώρηση του βρετανικού χιούμορ, εκτός αν αναλογιστεί κανείς την ανανεωτική πνοή που εισφέρει. Το 2016 προβλήθηκε για πρώτη φορά η εξαιρετική της σειρά, το “Fleabag“. Η συνταγή αρκετά απλή, αισθητικά και από άποψη κινηματογράφησης παρόμοια με άλλες τηλεοπτικές σειρές, όπως το “The Office” (ας κρατήσουμε ότι μιλάμε για την βρετανική εκδοχή του προγράμματος, όσο κι αν μας άρεσε η αμερικανικής παραγωγής κόπια του). Λέγοντας αυτό, αναφερόμαστε στη μικρή διάρκεια των επεισοδίων και στην ευτράπελη δομή της πλοκής, σε συνδυασμό πάντα με τον ανεπαίσθητο καυτηριασμό των ανθρώπινων σχέσεων και της δυναμικής που αναπτύσσεται ανάμεσα στους χαρακτήρες.

Τα παραπάνω γεγονότα επιβεβαιώνουν την ομοιότητα της σειράς σε κάποια τεχνικά στοιχεία με άλλα επιτυχημένα τηλεοπτικά προϊόντα του παρελθόντος αλλά επ’ ουδενί αίρουν τον πρωτότυπο και ανατρεπτικό χαρακτήρα της σειράς. Εκκινώντας από τις θεματικές που αναλύονται, η γυναικεία εμπειρία αποτελεί τον άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η πλοκή. Με τον όρο “γυναικεία εμπειρία” τίθεται η πολυπαραγοντική αποδελτίωση των βιωμάτων που καθορίζουν την προσωπικότητα και τη συμπεριφορική ανάπτυξη του υποκειμένου, το οποίο χαρακτηρίζεται ως «γυναίκα», ιδωμένο αποκλειστικά από την κοινωνική άποψη του ρόλου αυτού, απαλλαγμένο από την βιολογικά προσδιορισμένη έμφυλη διάσταση του θέματος. Έτσι κι εδώ, η σειρά εστιάζει στον τρόπο που η κοινωνία αλλά και η ίδια η ηρωίδα αντιλαμβάνεται την ταυτότητά της μέσα από την σεξουαλική της έκφραση, την επαγγελματική της σταδιοδρομία, τον τρόπο λειτουργίας στις διαπροσωπικές της σχέσεις.

 Η Fleabag, λοιπόν, είναι μία γυναίκα γύρω στα 30. Έχει μια μικρή επιχείρηση, την οποία διηύθυνε μέχρι πρότινος μαζί με την κολλητή της, η οποία πέθανε κάποια στιγμή χρονολογικά πριν από την έναρξη της σειράς. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η Fleabag προσπαθεί να διαχειριστεί τη σχέση με την επιτυχημένη αδελφή της, τον απόμακρο πατέρα της και την ιδιόρρυθμη μητριά της. Ταυτόχρονα, επιδιώκει να σώσει την επιχείρησή της και να διερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο το πένθος και οι τύψεις της επηρεάζουν την ζωή της. Όμως, όντας ενήλικη πλέον και έχοντας συνηθίσει σε ένα παθητικό modus operandi, καταφεύγει σε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές. Όταν δε δεν επιλέγει να προσαρμοστεί σε αυτό το υπόδειγμα, δέχεται τον ψόγο από την οικογένειά της και η στάση της απορρίπτεται ως ανώριμη, εκκεντρική και ιδιοτελής. Από την άλλη πλευρά, οι ερωτικές της σχέσεις διακρίνονται από ένα μηχανικό κι ευκαιριακό τρόπο προσέγγισης. Η απροθυμία της να τις καλλιεργήσει είναι απόρροια των εμπειριών της, της λανθάνουσας κατάθλιψης και της ανάγκης της να διεκδικήσει την ικανοποίησή της, χωρίς να υπόκειται σε όρους. Κατά βάθος βέβαια, αντιλαμβάνεται τη γελοιότητα των καταστάσεων που απαρτίζουν πτυχές της ζωής της και αρνείται να ασχοληθεί περαιτέρω με αυτές.

Κατά τη διάρκεια των επεισοδίων, η ηρωίδα «σπάει» συστηματικά τον «τέταρτο τοίχο», απευθυνόμενη απευθείας στο κοινό, δημιουργώντας έναν ευρηματικό δίαυλο επικοινωνίας και οικοδόμησης της ενσυναίσθησης στον τηλεθεατή. Παράλληλα, το κωμικό στοιχείο εκδηλώνεται καλύτερα όσο η πρωταγωνίστρια γνέφει συνωμοτικά ή χαμογελά ειρωνικά στο κοινό της, τη στιγμή που εκτυλίσσεται η πιο παράδοξη σκηνή, μία σκηνή που θα μπορούσε να είναι βγαλμένη από ένα οικείο μας οικογενειακό τραπέζι. Κάτι το οποίο αξίζει να επισημανθεί ακόμη είναι η επιτυχία της Waller Bridge στην απεικόνιση φαινομένων σεξισμού και άσκησης ψυχολογικής βίας, χωρίς να υποπίπτει σε κλισέ κι εύκολες συνταγές. Άλλωστε, το πλεονέκτημα του σεναρίου και των ερμηνειών οφείλεται στο ρεαλισμό και στην άψογη εναλλαγή σχολίων κοινωνικής παρατήρησης και κωμικής. Σε αυτό το σημείο αξίζει να αντιπαραβάλλουμε το “Fleabag” με τη σειρά “Girls” της Lena Dunham, στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού, λίγα χρόνια πριν. Αν και η τελευταία ξεκίνησε σαν μία πολλά υποσχόμενη προσπάθεια κι επαινέθηκε για το ρεαλισμό της, στην ουσία κατέληξε να αφομοιώνει τοκενικές και κονσερβοποιημένες ιδέες, δίχως να υπηρετεί τη φεμινιστική και βιωματική της αφετηρία στο έπακρο.

Κλείνοντας, η Phoebe Waller Bridge στο “Fleabag” δεν επιδιώκει να συνδεθεί με το αφήγημα της σύγχρονης εποχής. Σε αυτό οφείλεται και η αβίαστη επιτυχία της σειράς κι η ανεπιτήδευτα στοχευμένη κριτική που ασκεί στα κακώς κείμενα, όπως η παθητικότητα, η εσκεμμένη καταπίεση που επιβάλλουμε στον εαυτό μας, ο καταναλωτισμός, αλλά και οι ευάριθμες μορφές του λανθάνοντος σεξισμού. Δεν κουνάει το δάκτυλο, δεν επιχειρεί να νουθετήσει. Αυτό το καταφέρνει η ευφυής πένα και η διάπλαση ενός πολυδιάστατου χαρακτήρα, που λειτουργεί σαν προβολέας απέναντι σε υπαρκτά προβλήματα. Τέλος, ας μην ξεχνάμε την ποιοτική διάσταση της σειράς και της δομής της, η οποία δεν ερείδεται σε κερδοθηρικές επεκτάσεις της διάρκειας τω επεισοδίων και της παραγωγής, αλλά εμμένει πιστή στον πρωταρχικό στόχο της: να είναι μια οξυδερκής και αληθοφανής κωμωδία καταστάσεων.


Θεοδώρα Ντεντοπούλου

Τεταρτοετής φοιτήτρια Νομικής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, έχει συμμετάσχει και συμβάλλει (ως μέλος οργανωτικής συμμετοχής), σε συνέδρια και ημερίδες που άπτονται του νομικού αντικειμένου και των διεθνών σχέσεων. Η ενασχόληση με την αρθρογραφία είναι απόρροια του συνονθυλεύματος της αγάπης της για το γράψιμο και την αναζήτηση και απόκτηση της πληροφορίας.