Της Αθηνάς Μηνά,

Το πασίγνωστο “Joker” είναι αμερικανική ταινία ψυχολογικού θρίλερ. Διαδραματίζεται το 1981 και απαθανατίζει την ιστορία του κεντρικού πρωταγωνιστή Άρθουρ Φλεκ, ενός αποτυχημένου κωμικού που στρέφεται σε μια ζωή εγκληματικότητας και χάους στη Γκόθαμ Σίτυ. Πρόκειται για έναν χαρακτήρα που έρχεται αντιμέτωπος με τη σκληρότητα και την απόλυτη περιφρόνηση της κοινωνίας, παράλληλα με την αδιαφορία ενός συστήματος που τον αναγκάζει να διέρχεται απ’ την ευαλωτότητα στην καταστροφή. Είναι ένα μοναχικό άτομο με ψυχολογικά προβλήματα που συγκατοικεί με τη μητέρα του και πασχίζει να κάνει καριέρα ως standup κωμικός εργαζόμενος ταυτόχρονα και ως κλόουν.

Εγκλωβισμένος ανάμεσα σε αυτό που θα έπρεπε να νιώθει (χαρά) και σε αυτό που πραγματικά αισθάνεται (θλίψη), αγωνίζεται για λίγη οικειότητα και κατανόηση. Αντιθέτως, η πραγματικότητά του συντίθεται από περιθωριοποίηση, ταπείνωση, μοναξιά, σεξουαλική αποστέρηση και θυμό. Γίνεται αντιληπτό πως απεχθάνεται τους προνομιούχους, αφού έχουν τα πάντα χωρίς την παραμικρή προσπάθεια. Στη συνέχεια, αναλύονται σκηνές της ταινίας από τη σκοπιά της ψυχαναλυτικής προσέγγισης.

Ο Άρθουρ, λοιπόν, παρουσιάζει μια πρωτοτυπία ως υποκείμενο. Υποκείμενο στην ψυχανάλυση ονομάζεται το ομιλόν ον, ορίζεται απ’ τη γλώσσα, προσδιορίζεται απ’ τη σημασία και χαρακτηρίζεται απ’ την απόλαυση, την ενόρμηση αλλά και την υποκειμενική μοναδικότητα. Το υποκείμενο είναι διχασμένο, αφού οι πολιτικές σταθερές μπορούν να αποσταθεροποιήσουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο πρωταγωνιστής υιοθετεί μια θέση θύματος. Με ψυχαναλυτικούς όρους χαρακτηρίζεται ως ψυχωσικός. Όντας ορφανός από πατέρα έχει αιχμαλωτιστεί σε μια σχέση αποδιοργάνωσης. Δεν αποτελεί πλέον Υποκείμενο, αλλά Αντικείμενο της μητέρας. Γι’ αυτό και διακατέχεται από μια αίσθηση απώλειας της πραγματικότητας αλλά και του ίδιου του του εαυτού. Όλα αυτά τον οδηγούν στο παραλήρημα, το οποίο θεωρείται μια διαδικασία ίασης.

Όσον αφορά το παρατσούκλι του “Happy” (έτσι τον φώναζε η μητέρα του), σύμφωνα με τη νοηματοδοσία του ονόματός του, θέλει να βυθίσει το φως στο σκοτάδι, αφού έτσι θεωρείται για αυτόν ο κόσμος. Εφόσον ο πατέρας δεν υπήρχε, η επιθυμία της μητέρας αποτελεί μητρική προσταγή, μια εμμονή, μια φράση συμπαγής και υπερεγωτική. Συνεπώς, ο ίδιος αποδέχτηκε την επιθυμία της μητέρας του να τον φωνάζει “Happy”. Βέβαια, ούτε η επιλογή του επαγγέλματος είναι τυχαία. Υπάρχει φαντασιακή ταύτιση, σκέφτεται το «Ιδανικό Εγώ». Προσπαθεί να ανταποκριθεί, δηλαδή, στις προσδοκίες της μητέρας πάλι, να προκαλεί χαρά στον κόσμο δουλεύοντας ως κλόουν.

Το γέλιο του απ’ την άλλη, αποτελεί προϊόν της πάθησής του. Το καταναγκαστικό αυτό γέλιο είναι αποσυνδεδεμένο απ’ το εκάστοτε πλαίσιο, αποτελεί μια οπή, μια τρύπα στο συμβολικό, και φυσικά, στερείται νοήματος, αφού όταν ξεσπάει σε αυτό οι χρονικές στιγμές είναι εντελώς ακατάλληλες. Το γέλιο αυτό οδηγεί στο παραλήρημα, δηλαδή, την προσπάθεια του Υποκειμένου να αυτοϊαθεί. Επίσης, αποτελεί έκφραση του υποκειμενικού του πόνου.

Όσον αφορά τη σχέση του με την Κοινωνική Λειτουργό, πρόκειται για μια θεραπευτική σχέση που τρίζει ήδη πριν την ανακοίνωση των μέτρων, δηλαδή τη διακοπή των συνεδριών από το κράτος. Διαφαίνεται μια παντελής αδυναμία να τον στηρίξει έστω και προσωρινά. Δεν υπάρχει πουθενά να του προσφέρει κάποιος έστω αυτό το φαντασιακό κράτημα. Η Κοινωνική Λειτουργός τού έχει επιβάλλει να τηρεί ένα ημερολόγιο, πράγμα που σημαίνει ότι δε σέβεται την ιδιωτικότητά του. Και σα να μη φτάνει αυτό, αγνοεί το ότι ο Άρθουρ έχει επίγνωση της κατάστασής του και αντί να τον επιβραβεύσει για αυτό, προσπαθεί να τον εντάξει σε μια συγκεκριμένη θέση, τη θέση του αρρώστου.

Ακόμη, η κακοποίηση που υπέστησε ως παιδί ενίσχυσε αυτή την αποσύνθεση του σώματος, αλλά και συνέβαλε στην υιοθέτηση της θέσης του θύματος και την ταύτιση του εαυτού του με το απόβλητο που αντικρίζει στα μάτια των άλλων. Ρίγος, βέβαια, προκαλεί και η σκηνή που ο ίδιος μπαίνει στο ψυγείο, ώστε το «έξω» του να νιώσει αυτό που νιώθει το «έσω» του. Αντίθετα, όμως, με τον ρόλο που υιοθετεί στην κοινωνία, είναι σημαντικό να αναφερθεί πως στο σπίτι παίζει το ρόλο του δυνατού οπλοκατόχου, το οποίο όπλο δέχτηκε να το κρατήσει και αυτό αποτελεί δική του επιλογή.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει, ωστόσο, και ο Μιούρεϊ Φράνκλιν που ενσαρκώνει μια πατρική φιγούρα για τον Άρθουρ. Πρόκειται για έναν διάσημο τηλεοπτικό παρουσιαστή. Αποτελεί για τον Άρθουρ την ύστατη ευκαιρία να εξακριβώσει αν έχει κάποια αξία σε αυτή τη ζωή. Ούτε αυτός όμως θα του προσφέρει την προσοχή που έχει ανάγκη και έτσι ο Τζόκερ θα ξεσπάσει με όλη του την οργή. Στο σημείο αυτό, είναι απαραίτητο να αναφερθεί και ένα άλλο σημαντικό στοιχείο, ο χορός του Τζόκερ. Είναι ένα είδος τελετουργικού και σηματοδοτεί την αρχή της αλλαγής και το πέρασμα απ’ τον Άρθουρ στον Τζόκερ. Όσον αφορά το χορό στο τρένο, πρόκειται για μια πραγματική και απόλυτη σκηνή. Για πολλοστή φορά προσφέρεται ως βορρά στην απόλαυση των άλλων. Έχει έρθει η στιγμή όμως να διαπράξει, να κάνει κάτι εγκληματικό και να χρησιμοποιήσει το όπλο. Στη σκηνή αυτή, λοιπόν, διαπράττει τους πρώτους του φόνους.

Στη συνέχεια, διαβάζοντας τον φάκελο απ’ την ψυχιατρική κλινική συνειδητοποιεί ότι η σχέση με τη μητέρα του είναι μια ψευδαίσθηση. Με το μαξιλάρι, λοιπόν, πνίγει τη μητέρα του και βάζει τέλος στη φωνή που του λέει να είναι “Happy”. Με το φόνο αυτό γίνεται το ουσιαστικό πέρασμα απ’ τον Άρθουρ στον Τζόκερ.

Έπειτα, όταν φτάνει στην εκπομπή του Μιούρεϊ, στην οποία είναι προσκεκλημένος, κάνει μια εκπληκτική είσοδο χορεύοντας, αφού είναι συνεπαρμένος απ’ τον νέο του εαυτό. Μετά, μαρτυρά τους φόνους και ομολογεί πως τίποτα δεν μπορεί να τον πληγώσει πια αφού όλα είναι επιφανειακά. Μιλάει για τον κοινωνικό περίγυρο, υποστηρίζει ότι ο παρουσιαστής τον προσκάλεσε για να τον εξευτελίσει και θεωρεί πως ο καθένας παίρνει αυτό που του αξίζει. Γι’ αυτό και τον σκοτώνει δημόσια.

Αποκτά επιτέλους ένα όνομα στην κοινωνία, αφού το Άρθουρ Φλεκ μπορεί να ήταν ένα όνομα, ουσιαστικά όμως ήταν ανώνυμος. Στην κοινωνία που τον κακοποίησε και τον περιθωριοποίησε απαντά με το όνομα Joker, που στα χαρτιά είναι ο μπαλαντέρ, αυτός που μπορεί να κάνει τα πάντα. Γίνεται έτσι ένας αντιήρωας, ένα σύμβολο κοινωνικής και πολιτικής αντίστασης ενάντια στον καπιταλισμό.

Εξάλλου, αν η κοινωνία του είχε αναγνωρίσει ότι μπορεί να είναι αστείος και όχι γελοίος, τότε θα είχε αυτό το φαντασιακό στήριγμα. Τέλος, κατανοούμε πως ο λόγος που η ταινία αυτή είχε τόσο μεγάλη απήχηση είναι επειδή αναδεικνύει με ανατριχιαστικό τρόπο τη συνάντηση της ψυχικής ασθένειας με την κοινωνική αλλοτρίωση.


Αθηνά Μηνά

Γεννήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1999 στην Αθήνα. Από το 2017 σπουδάζει στο τμήμα Ψυχολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Παράλληλα, παρακολουθεί διάφορα σεμινάρια ψυχολογίας και ψυχικής υγείας. Στα ενδιαφέροντά της επίσης συγκαταλέγονται η μουσική και ο αθλητισμός.