Της Αλίκης Δογάνου, 

Είναι γεγονός, ότι η πολιτική πίστωσης που χρησιμοποιείται, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, προκαλεί φαινόμενα καθυστέρησης πληρωμών. Αυτού του είδους η τακτική, συνήθως, ενέχει τον κίνδυνο της δημιουργίας ληξιπρόθεσμου χρέους, το οποίο πολλές -αν όχι τις περισσότερες- φορές μένει ανεξόφλητο.

Σε αυτή την περίπτωση κι επειδή η μη ικανοποίηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών ,συνήθως, οφείλεται στην έλλειψη ρευστότητας, ο νόμος έρχεται να προστατεύσει τόσο εκείνον που προκαλεί το χρέος όσο και την αντίστοιχη πλευρά που το υφίσταται. Η διαδικασία λέγεται «Κατάσχεση εις χείρας τρίτου» και κωδικοποιείται, κυρίως, στα άρθρα 982, 983, 985, 986, 987 και 988 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (εφεξής ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με αυτή τη διαδικασία, ο δανειστής που αναμένει να ικανοποιηθεί η αξίωσή του από τον άμεσο οφειλέτη του, προβαίνει στην κατάσχεση κινητών πραγμάτων (π.χ. χρημάτων) που ανήκουν στον οφειλέτη, αλλά βρίσκονται στη σφαίρα κατοχής κάποιου τρίτου. Τον ρόλο του τρίτου συνήθως έχει κάποιο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, χωρίς να αποκλείονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του εμπορικού κλάδου.

Η κατάσχεση εις χείρας τρίτου γίνεται με επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου τόσο στον καθ΄ου και στον πιθανό εγγυητή, όσο και στους «τρίτους» που θα κληθούν να καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό στο πρόσωπο που θα εκκινήσει την επίδοση. Η προθεσμία επίδοσης στον καθ’ ου είναι οκτώ ημέρες από την ημέρα κοινοποίησης της δικαστικής απόφασης -συνήθως διαταγή πληρωμής- στους τρίτους. Συχνά, ο δανειστής που εφαρμόζει τη διαδικασία είναι το Δημόσιο, επιδιώκοντας να εισπράξει τις ληξιπρόθεσμες πληρωμές των οφειλετών του.

Τι γίνεται, όμως, όταν ο Τρίτος είναι το ίδιο το Δημόσιο; Σταθμός του νομολογιακού θησαυρού είναι η υπ’ αριθμ 500/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου. Σύμφωνα με την εν λόγω κριθείσα υπόθεση, υπάρχει η δυνατότητα να γίνει κατάσχεση εις χείρας του Δημοσίου ως τρίτου. Ωστόσο, εισάγονται πρόσθετες προϋποθέσεις, σχετικά με την εγκυρότητα της επίδοσης. Συγκεκριμένα, για την εγκυρότητα της κατασχέσεως απαιτήσεως στα χέρια του Δημοσίου ως τρίτου καθορίζονται πρόσθετες κοινοποιήσεις του κατασχετηρίου στις αναφερόμενες στην παρ.1 του ανωτέρω άρθρου 95 του νόμου 2362/1995 αρμόδιες υπηρεσίες, ήτοι: α) στον Υπουργό, ο οποίος είναι καθ’ ύλην αρμόδιος εν σχέσει προς την αιτία της οφειλής του Δημοσίου, β) στην αρμόδια για την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής του Δημοσίου Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή στην οικεία χρηματική διαχείριση, γ) στην αρμόδια για τη συγκεκριμένη οφειλή του Δημοσίου Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου, δ) στις αρμόδιες για τη φορολογία τόσο του καθ’ ου η κατάσχεση (δανειστή του Δημοσίου), όσο και του κατασχόντος, Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, χωρίς να επιβάλλεται η ενέργειά τους, εντός ορισμένης προθεσμίας.Η προθεσμία επίδοσης του κατασχετηρίου εγγράφου, όπως και στη συνήθη διαδικασία είναι από τα πιο κομβικά στοιχεία της διαδικασίας. Το χρονικό περιθώριο των οκτώ ημερών επίδοσης στον καθ΄ ου η εκτέλεση, από την επίδοση του κατασχετηρίου ισχύει, προφανώς, σε αυτήν την περίπτωση επίσης. Ιδιαίτερης προσοχής χρήζει, όμως, το γεγονός ότι η προς τον αρμόδιο Υπουργό κοινοποίηση του κατασχετηρίου, με τα συνοδεύοντα αυτήν επικυρωμένα αντίγραφα όλων των λοιπών εγκύρων κοινοποιήσεων της παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου 95 του ν. 2362/1995, πρέπει να είναι χρονικώς τελευταία από τις αναφερόμενες στην ίδια παράγραφο λοιπές κοινοποιήσεις.

Σε κάθε περίπτωση, εφόσον το κινητό πράγμα βρίσκεται στα χέρια του τρίτου, θα οδηγήσει στην πληρωμή του δανειστή και η διαδικασία θα αποδώσει καρπούς. Σε αυτό το σημείο, κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι πέραν της κατάσχεσης κινητών πραγμάτων, της κυριότητας του οφειλέτη, αντικείμενο της διαδικασίας μπορεί να είναι και στοιχείο της ακίνητης περιουσίας του τελευταίου. Συνέχεια της διαδικασίας κατάσχεσης, είναι αυτή του πλειστηριασμού. Ωστόσο, πλέον παρατηρείται πτώση του ενδιαφέροντος της αγοράς ακινήτων και συνήθως η διαδικασία δεν οδηγεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη και κατ’ επέκταση στην ικανοποίηση του δανειστή.

Συμπερασματικά, θα μπορούσε να διατυπωθεί η άποψη ότι ο δανειστής διαθέτει ορισμένα «όπλα» που του παρέχει η νομοθεσία, ώστε να είναι πιο ασφαλής στις συναλλαγές που πραγματοποιούνται με πίστωση. Εντούτοις, πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός στο αντικείμενο κατάσχεσης, εν όψει της οικονομικής συγκυρίας, στην οποία βρίσκεται η χώρα.


Πηγές

Αλίκη Δογάνου

Είναι Δικηγόρος. Φοίτησε στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Στη συνέχεια έγινε κάτοχος του μεταπτυχιακού τίτλου «Master In Business Administration» του Πανεπιστημίου Πειραιά, με ειδικότητα στον κλάδο του Marketing. Έχει συμμετάσχει σε πληθώρα συνεδρίων με νομικό κι επιχειρηματικό αντικείμενο. Στο ιστορικό της έχει συνεργασία με δικηγορικά γραφεία γενικής δικηγορίας καθώς και με εμπορικές εταιρίες, στις οποίες συμμετείχε τόσο στο νομικό όσο και σε άλλα τμήματα, όπως αυτό του Marketing και Human Resources. Στόχος της, η συνεχής επικαιροποίηση των γνώσεών της και η προσωπική εξέλιξη.