Της Αγγελικής Κωνσταντάρα, 

Το σημερινό μας θέμα είναι απλό, λόγω της εξοικείωσης με αυτό, αλλά και εξαιρετικά σύνθετο, καθώς οι εκφάνσεις του ποικίλλουν. Θα ασχοληθούμε, λοιπόν, με τη φιλία, μια έννοια συναισθηματικά φορτισμένη, που αντανακλάται στο περιεχόμενο των κοινωνικών μας σχέσεων. Από τη νηπιακή ηλικία, έχουμε την επιθυμία να δημιουργήσουμε σχέσεις φιλίας, λόγω της έμφυτης κοινωνικότητά μας, αλλά και της κρατούσας κοινωνικής αντίληψης περί αναγκαιότητας της φιλίας. Δηλαδή, ακόμη κι αν οι ίδιοι είμαστε αρχικά διστακτικοί στη σύναψη φιλικών σχέσεων, είναι αναπόφευκτο ότι κάποια στιγμή θα αισθανθούμε την ανάγκη να προβληματιστούμε σχετικά με τη θέση της φιλίας στη ζωή μας, στο πλαίσιο των κοινωνικών μας συναναστροφών. Μπαίνουμε έτσι στο στάδιο της αξιολόγησης των κοινωνικών μας σχέσεων, βάσει της κοινωνικής ηθικής, με σκοπό να διακρίνουμε τη φιλία από τις υπόλοιπες σχέσεις μας (οικογενειακές, επαγγελματικές, καλλιτεχνικές).

Η παραπάνω διάκριση με βάση την κοινωνική ηθική μας είναι λίγο-πολύ οικεία. Ως, κατά τον Αριστοτέλη, φύσει ζώον πολιτικόν, ο άνθρωπος αισθάνεται την ανάγκη να έρθει σε επαφή με τους συνανθρώπους του. Όπως είδαμε, τα παιδιά στο χώρο του σχολείου κάνουν φίλους, τους οποίους αξιολογούν με βάση κριτήρια που εμμέσως επιβάλλει η κοινωνία. Για παράδειγμα, στο πλαίσιο της φιλίας, θεωρείται από την κοινωνία ως ηθικά επιβεβλημένη η γενναιοδωρία. Έτσι, λοιπόν, θεωρούμε φίλους μας αυτούς που είναι προς το μέρος μας γενναιόδωροι, πληρούν δηλαδή τα κοινωνικώς αποδεκτά κριτήρια φιλίας και συμπεριφερόμαστε ανάλογα, εκπληρώνοντας με αυτό τον τρόπο τις υποχρεώσεις μας από αυτή την σχέση. Πράγματι, η φιλία πρέπει να διέπεται από την αριστοτελική ηθική αρετή, η οποία δεν αποκολλάται από τις εκάστοτε κοινωνικές επιταγές. Περιλαμβάνει, βέβαια, και κάτι πρόσθετο ως προϋπόθεση: συνείδηση, προαίρεση, ορθή λογική και συνέπεια. Αυτά τα χαρακτηριστικά εντοπίζονται από τον Καντ στη λεγόμενη ηθική της αυτονομίας, η οποία διαχωρίζεται από την κοινωνική ηθική και θεσπίζεται από τον καθένα μας με λογική και κριτική σκέψη, ώστε να μπορεί να ισχύει ως γενικός κανόνας. Η σχέση, όμως, της φιλίας δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση απλώς μία σύμβαση, κατά την οποία τα μέλη αναλαμβάνουν με βούλησή τους δικαιώματα και υποχρεώσεις. Ούτε, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η ευχαρίστηση ή το συμφέρον που ικανοποιείται από μία κοινωνική συναναστροφή αρκούν, ώστε αυτή να καταστεί φιλία γνήσια . Η ειδοποιός διαφορά των υπόλοιπων σχέσεών μας από την πραγματική φιλία έγκειται τελικά στα ιδιαίτερα ηθικά καθήκοντα που απορρέουν από αυτήν και τη θεμελιώνουν.

Πρώτο και βασικό καθήκον είναι η αλληλεγγύη και η ανιδιοτέλεια. Συγκεκριμένα, η γνήσια φιλία δεν αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος αλλά περιλαμβάνει την αμοιβαία προσφορά μεταξύ των φίλων χωρίς να περιμένουν κάποιο υλικό ή ηθικό αντάλλαγμα. Η παροχή βοήθειας στον φίλο πηγάζει από την αληθινή αγάπη και μόνο στόχο έχει την ανακούφιση του φίλου και γενικότερα την βελτίωση της κατάστασης του. Κατά αυτή την άποψη, δεν νοείται ως πραγματικός φίλος αυτός που προσφέρει οικονομική ενίσχυση στον φίλο του αποσκοπώντας στο να τον δεσμεύσει σε παροχή αντίστοιχης βοήθειας στο μέλλον. Αλλά φίλος δεν είναι ούτε αυτός που προβαίνει σε μία πράξη αυτοθυσίας (δωρεά οργάνου) με στόχο να κερδίσει την αγάπη του φίλου (ηθική δέσμευση). Κι αυτό γιατί, μπορεί η αμοιβαιότητα να αποτελεί αναγκαίο όρο για την ύπαρξη φιλίας – σε αντίθεση με την αγάπη και τον έρωτα – όμως η ηθική δέσμευση προς ικανοποίηση τυχόν ανασφαλειών συνιστά χρήση του φίλου ως μέσου, κάτι το οποίο ο Kant τονίζει ως ηθικά – κατά περίπτωση και νομικά – απαράδεκτο.

Επόμενο πολύ σημαντικό καθήκον αποτελεί αυτό του σεβασμού. Πολλοί ίσως σπεύσετε να αναρωτηθείτε πώς είναι δυνατόν να τεθούν τα θεμέλια μιας οποιασδήποτε κοινωνικής σχέσης, πόσω μάλλον της φιλίας, χωρίς την ύπαρξη αυτού του γνωρίσματος. Πράγματι, ο σεβασμός στα δικαιώματα των συνανθρώπων μας και ειδικότερα σε αυτού της προσωπικότητας είναι συνταγματικά και θεσμικά κατοχυρωμένος, άρα και υποχρεωτικός για όλες τις σχέσεις μας. Παρ’ όλα αυτά, εξωδικαιική προσβολή της προσωπικότητας του φίλου μας μπορεί να υφίσταται ακόμη και αν είναι εντός των ορίων του νόμου-η βιαιοπραγία κι η εξύβριση είναι προφανώς παράνομες και ποινικά διώξιμες. Παραδείγματος χάρη, ο ηθικός εξαναγκασμός στην αγάπη, που αναφέραμε νωρίτερα, προσβάλλει την συναισθηματική ελευθερία και κατ’ επέκταση την ίδια τη προσωπικότητα, εφόσον μιλάμε πια για αντιμετώπιση του φίλου ως μέσου. Σέβομαι σημαίνει αποδέχομαι αυτούσια την προσωπικότητα του φίλου μου και αναγνωρίζω την ελεύθερη έκφρασή της, εφόσον βέβαια δεν καταπατά αρχές και δικαιώματα. Δεν είναι ακόμη λίγες οι φορές που μπορεί άθελά μας να πληγώσουμε την τιμή ή την ηθική αξιοπρέπεια κάποιου αγαπημένου μας φίλου, αστειευόμενοι άστοχα. Για να αποφεύγεται μία τέτοια κατάσταση, είναι σκόπιμη η διάθεση να αφουγκραστούμε τον ψυχικό κόσμο του φίλου μας και τα όριά του.

Συνεπώς, εύλογα προκύπτει το καθήκον ενσυναίσθησης. Για τον Αριστοτέλη φιλία είναι μια ψυχή που κατοικεί σε δύο σώματα, ενώ ο Κant αναγνωρίζει την εσώψυχη επικοινωνία ως κορυφαίο γνώρισμα της ηθικής φιλίας. Η άσκηση αυτού του καθήκοντος καθιστά την φιλία πολύτιμη, ίσως επειδή είναι εξαιρετικά σπάνια και απαιτητική διαδικασία. Κι αυτό γιατί, σύμφωνα με τον Kant προϋποθέτει αμοιβαία εμπιστοσύνη, πίστη δηλαδή στην εχεμύθεια, στην δυνατότητα κατανόησης και φυσικά στην απουσία διάθεσης υποτιμητικής ή επικριτικής. Εντούτοις, μόνη η αγάπη κι η εμπιστοσύνη δεν αρκούν για να αποκτήσουμε την τέχνη της ενσυναίσθησης : χρειάζεται να αφιερώσουμε χρόνο και προσοχή στην βαθύτερη γνωριμία με τον φίλο μας, ώστε να κατανοήσουμε τις σκέψεις και τα συναισθήματά του αποκομμένοι από τις δικές μας εμπειρίες ή επιθυμίες. Δηλαδή, δεν προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε το πρόβλημα του φίλου βάσει του δικής μας νοοτροπίας, αλλά προτείνουμε λύσεις που να εναρμονίζονται στον δικό του χαρακτήρα. Αυτό μας επιτρέπει να απαλλαγούμε από τον εγωισμό και την εγωκεντρική τάση μας και να συμμετάσχουμε με ανάλογο τρόπο στην χαρά ή την λύπη του φίλου μας. Στον αντίποδα όμως, η ενσυναίσθηση δεν συνεπάγεται απόλυτη ταύτιση με τα συναισθήματα του φίλου, δηλαδή δεν υπαγορεύει στο άλλο άτομο να βιώνει τα ίδια συναισθήματα με τον φίλο του. Κάτι τέτοιο θα παρακώλυε την συναισθηματική στήριξη και θα πολλαπλασίαζε την φόρτο αρνητικών συναισθημάτων. Η διαφορά αυτών των περιστάσεων εντοπίζεται στον τρόπο που παριστάμεθα στον φίλο μας: με την ενσυναίσθηση δεν είμαστε ούτε πάνω από τον ψυχικό κόσμο του φίλου μας, ούτε όμως και μέσα σε αυτόν. Είμαστε δίπλα του.

Τελευταίο και βασικό καθήκον φιλίας αποτελεί η ειλικρίνεια. Με τον όρο ειλικρίνεια δεν αναφερόμαστε σε καμία περίπτωση στη δυνατότητα έκφρασης με τρόπο προσβλητικό, αλλά στην διάθεσή μας να αποκαλύψουμε στο φίλο μας τις αληθινές μας απόψεις και να εκφράσουμε τα αυθεντικά μας συναισθήματα. Δεν νοείται γνήσια φιλία που να βασίζεται σε ψέματα ή «κεκαλυμμένες αλήθειες», καθώς μια τέτοια συμπεριφορά κλονίζει εκ θεμελίων την εμπιστοσύνη. Ούτε βέβαια θεωρείται φίλος ο κόλαξ, αυτός δηλαδή που φιλοφρονεί και κολακεύει με σκοπό την αποπλάνηση και την δόλια εξυπηρέτηση των συμφερόντων του. Η ειλικρίνεια μας επιτρέπει να βαδίσουμε στο μονοπάτι της φιλίας με σταθερότητα και ασφάλεια απέναντι σε παρεξηγήσεις και σίγουρα συντείνει στην αυτοβελτίωσή μας :μια ειλικρινής φιλική συμβουλή μπορεί να φωτίσει μία αγνοούμενη από εμάς πτυχή ενός ζητήματος. Σε αυτό το σημείο είναι σκόπιμο να διακρίνουμε την ειλικρίνεια από την ευθύτητα, η οποία απαιτεί την ωμή και απογυμνωμένη από διπλωματικά μέσα έκφραση της γνώμης μας. Κατά την γνώμη μου, σε αντίθεση με την ειλικρίνεια, η ευθύτητα δεν είναι υποχρεωτική ηθικά σε κάθε περίπτωση – απαιτεί συναίνεση – ενώ η αξιοποίησή της πρέπει να σταθμίζεται με βάση την ψυχοσύνθεση και την δεκτικότητα του φίλου. Ένας πολύ ανασφαλής ή ευερέθιστος άνθρωπος δύσκολα θα αποδεχθεί μία πολύ ευθεία και «ανεπεξέργαστη» έκφραση αρνητικής γνώμης απέναντί του, ακόμη κι αν προέρχεται από φίλο του, με δεδομένη την αγάπη προς το πρόσωπό του.

Συνοψίζοντας, η φιλία είναι ζωτικής σημασίας αγαθό, καθώς ανοίγει ένα φωτεινό παράθυρο ακόμα και στις πιο σκοτεινές μέρες μας. Είναι η δυναμική, εξελισσόμενη σχέση που επιτρέπει την αυτογνωσία, την αποκάλυψη της τρυφερής και ανθρώπινης πτυχής μας, κόντρα στις ανταγωνιστικές και χρησιμοθηρικές τάσεις μας. Θεμελιώνεται πάνω στην εμπιστοσύνη και την αμοιβαία αγάπη και με την σειρά της γεννά ηθικά καθήκοντα, που ταυτόχρονα αποτελούν και χαρακτηριστικά της γνωρίσματα. Προσπαθήστε να εντοπίσετε στις φιλικές σας σχέσεις αυτά τα στοιχεία και τότε θα αντιληφθείτε πόσο ξεχωριστή καθιστούν την φιλία σας. Κι αν δεν τα εντοπίσετε όλα, ή αν κάποια δεν υφίστανται στο βαθμό που θα επιθυμούσατε, μην απογοητευτείτε. Η πραγματική φιλία κτίζεται σταδιακά, αναπτύσσεται μέρα με την μέρα και δεν υπάρχει μία απόλυτη κλίμακα αξιολόγησής της. Γι΄ αυτό και δεν είναι εξιδανικευμένη, αλλά αποκρυσταλλώνεται μέσα από καθημερινές δοκιμασίες. Αυτό που τελικά έχει σημασία είναι το ταξίδι προς την δημιουργία πραγματικών φίλων, μέσα από το οποίο θα συνειδητοποιήσουμε ότι οι πραγματικοί μας φίλοι βρίσκονται τελικά ήδη δίπλα μας…


Αγγελική Κωνσταντάρα

Γεννήθηκε το 2001 στην Πάτρα, όπου και πέρασε τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια. Σπουδάζει στην Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η επιλογή της σχολής αυτής είναι σε αρμονία με τα ενδιαφέροντά της, καθώς έχει συμμετάσχει σε συνέδρια προσομοίωσης επιτροπών του Ο.Η.Ε (MUN), της Unesco αλλά και σε προσομοίωση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (ICJ) σε ρόλο δικαστή αλλά και συνηγόρου. Της αρέσει επίσης να συμμετέχει σε ρητορικά αγωνίσματα, όπως το debate. Στον ελεύθερό της χρόνο, απολαμβάνει να παίζει πιάνο, να ταξιδεύει και να παρακολουθεί ταινίες, ενώ η χορωδία είναι το δεύτερό της σπίτι.