Του Βασίλη Καραγκούνη, 

Στην Ελλάδα χρειαστήκαμε σχεδόν μια δεκαετία κρίσης για να αποφασίσουμε προς πια κατεύθυνση θέλουμε να βαδίσουμε. Μια χαμένη δεκαετία στην οποία κυριάρχησαν η οικονομική καθίζηση, η κοινωνική εξαθλίωση και η αγανάκτηση. Το μίσος, ο διχασμός, αλλά και τα εύκολα λαϊκίστικα ευχολόγια, δημιούργησαν ένα κλίμα τοξικότητας που διαπέρασε την ελληνική κοινωνία, καθιστώντας την ανίκανη, να αντιληφθεί τη πραγματικότητα και να σχεδιάσει το μέλλον. 

Για όλα τα δεινά αυτού του μικρού αλλά μεγάλου τόπου έφταιγαν οι ξένοι. Φταίνε εκείνοι που εποφθαλμιούν την όμορφη πατρίδα μας και τους θησαυρούς της. Φταίει το παλιό πολιτικό σύστημα που σαράντα χρόνια έκλεβε και κατέστρεφε σταδιακά τη χώρα. Αν αναλογιστεί κάνεις τη σημερινή εξέλιξη του πολιτικού συστήματος και τις διεργασίες που συντελούνται σε αυτό, τα παραπάνω μάλλον φαντάζουν προϊόντα μιας άλλης πραγματικότητας. Εκείνοι για παράδειγμα που κατά την αξιωματική αντιπολίτευση κατέστρεψαν τη χώρα, σήμερα έχουν γίνει σάρκα από τη σάρκα τους. Από τους προδότες, τους μειοδότες, τους πουλημένους και τους γερμανοτσολιάδες, φτάσαμε με αλματώδη ρυθμό στους συντρόφους και αγωνιστές που όλοι πλέον ετοιμάζονται να ξεκινήσουν την ανατροπή του νεοφιλελεύθερου (sic) μοντέλου και του κράτους της επάρατης δεξιάς. Για τα παραπάνω και όσα ακόμη συμβαίνουν γύρω μας τα οποία μας προκαλούν θυμηδία, μόνο αυτό αξίζει να ειπωθεί: «Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου και θύραν περιοχής περί τα χείλη μου».

Μετά από τρία μνημόνια όλων των κομματικών αποχρώσεων, η ελληνική κοινωνία φαίνεται πλέον έτοιμη να σταθεί στα πόδια της και να οραματιστεί το μέλλον της. Γιατί χρειάστηκαν όμως τόσα χρόνια; Γιατί αυτό δε συνέβη το 2010; Πόσο διαφορετική θα ήταν η πορεία μας, αν τότε η κοινωνία και το πολιτικό σύστημα έδειχναν την αναγκαία συναίνεση; Αφού μάλιστα όπως φάνηκε και από την ιστορία, ο μοναδικός τρόπος και ο μοναδικός δρόμος, με όλη τη κοινωνική κρίση που επέφερε, για να γλιτώσει η χώρα τα χειρότερα, ήταν αυτός του μνημονίου. Μάλλον δε θα μάθουμε ποτέ τις απαντήσεις, παρά μόνο να εικάζουμε, διότι ως γνωστόν η ιστορία δε γράφεται με «αν».

Ασχέτως πολιτικών, κομματικών και ιδεολογικών πεποιθήσεων, όλοι μας επιζητούμε να γίνει επιτέλους η χώρα μας, μια “κανονική” χώρα. Αυτό το αίτημα εκτός των άλλων παραμέτρων του έχει και μια πολιτισμική–ιδεολογική υπόσταση. Οι γενιές στη χώρα μας έχουν αλλάξει. Ειδικά οι νέες γενιές έχουμε μεγαλώσει σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον απ’ ότι οι προηγούμενες. Μεγαλώσαμε σε μια δημοκρατική και ευρωπαϊκή χώρα. Μια χώρα που έχει κλείσει σε μεγάλο βαθμό τις πληγές του ιστορικού της παρελθόντος. Για το παρελθόν των συγκρούσεων, των μεγάλων αγώνων για ελευθερία και δημοκρατία μαθαίνουμε από τα βιβλία της ιστορίας, έχοντας μια μικρή η μεγάλη απόσταση από το χρονικό σημείο όπου γράφονταν η ιστορία. Το διαδίκτυο και τα ταξίδια, μας επιτρέπουν να ξέρουμε πως είναι ο κόσμος έξω από τη χώρα μας, και να συγκρίνουμε το μέσα με το έξω. Όσοι από εμάς έχουμε ως μέτρο σύγκρισης τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες, δεν είμαστε και ιδιαίτερα ικανοποιημένοι με τη κατάσταση στη πατρίδα μας. 

Ποια όμως θα μπορούσε να είναι αυτή η πολυπόθητη Ελληνική κανονικότητα; Η απάντηση είναι πως ο καθένας μας έχει στο μυαλό του μια πρόταση, μια ιδέα για το τι θα μπορούσε να είναι αυτή. 

Κανονικότητα για τον μαθητή και τον φοιτητή θα μπορούσε να ήταν για παράδειγμα να έχουν τους καθηγητές και τα βιβλία τους στην ώρα τους. Να έχουν ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα ξέρει να εντοπίζει τις δεξιότητές τους και να τους κατευθύνει ώστε να τις καλλιεργήσουν. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα όπου το σχολείο θα είναι ικανό να παρέχει την αναγκαία γνώση ώστε να μην είναι αναγκαίο να κατευθύνεται κανείς στη παραπαιδεία. Κανονικότητα για τον φοιτητή θα ήταν μπαίνει σε ένα πανεπιστήμιο σύγχρονο και προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις του σήμερα. Με τα κατάλληλα προγράμματα σπουδών και τη διασύνδεση με την αγορά εργασίας, ώστε με τη πρώτη ευκαιρία να μη μεταναστεύει. Ένα πανεπιστήμιο ελεύθερο, καθαρό, καινοτόμο και αποδοτικό. Ένα πανεπιστήμιο που πέραν της ισότητας θα εξασφαλίζει και τη κοινωνική δικαιοσύνη για τους οικονομικά αδύναμους φοιτητές.

Ο επιχειρηματίας, ο έμπορος, ο αγρότης επιζητούν μια κανονικότητα. Ναι είναι κανονικότητα να ξέρεις πως κάθε λίγο και λιγάκι δε θα αλλάζει το φορολογικό και το ασφαλιστικό σύστημα. Για να έχεις έτσι τη δυνατότητα να ξεδιπλώσεις το σχέδιο σου και να αποκομίσεις τους καρπούς του κόπου σου. 

Κανονικότητα για την Ελλάδα, είναι επιτέλους να πάψει το δημόσιο να λειτουργεί ως χώρος ικανοποίησης και τακτοποίησης των «δικών μας παιδιών». Οι διοικητές των νοσοκομείων και όλων των δημοσίων φορέων να μην προέρχονται από την επετηρίδα των αποτυχημένων κομματικών πολιτευτών, αλλά μέσα από αξιοκρατικές και διαφανείς διαδικασίες όπου θα επιλέγονται τα κατάλληλα και ικανότερα στελέχη. Κανονικότητα θα ήταν επίσης οι διαδηλώσεις να μην καταλήγουν στη καταστροφή της δημόσιας και της ιδιωτικής περιουσίας, όπως επίσης και η αστυνομία να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας σε κάθε δράση καταστολής που εφαρμόζει.

Αυτά και πολλά άλλα είναι μέρος της ελληνικής κανονικότητας. Η κοινωνία φαίνεται πως έχει ξεπεράσει κατά πολύ το πολιτικό σύστημα. Η κυβέρνηση και τα κόμματα της αντιπολίτευσης οφείλουν να βρουν τις πολιτικές που θα καταφέρουν να κάνουν πράξη αυτή τη κανονικότητα. Παρά τις ασυναρτησίες ορισμένων παλαιολιθικών πολιτικών χώρων, που στο άκουσμα της κανονικότητας βλέπουν εικόνες Χιλής, στην Ελλάδα τα πράγματα είναι απλά και ουδεμία σχέση έχουν με το φαντασιακό τους. Η Ελληνική κανονικότητα είναι η εφαρμογή και υιοθέτηση των αυτονόητων. Απλές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που είναι ικανές να δώσουν στη χώρα μας τη δυνατότητα να κάνει το βήμα προς τα εμπρός. Να γίνει μια κανονική Ευρωπαϊκή χώρα. Είναι στο χέρι όλων μας να διεκδικήσουμε αυτό το αύριο. 


Βασίλης Καραγκούνης

Είναι πτυχιούχος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Από τις αρχές του τρέχοντος έτους συνεχίζει τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει αποφοιτήσει από το Μουσικό Σχολείο Αγρινίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά. Ασχολείται με την μουσική, παίζοντας τρομπέτα και πιάνο, ενώ στον ελεύθερο χρόνο του διαβάζει οικονομία, ιστορία και πολιτική.