Του Βασίλη Τρικούπη,

Η Μέση Ανατολή ουδέποτε σταματά να εκπλήσσει. Η ποικιλία των δρώντων, μικρότερων ή μεγαλύτερων και οι ηγεμονικές επιδιώξεις των τελευταίων, οι εύθραυστες μεταξύ τους σχέσεις και η αποσταθεροποιητική επίδραση των διεθνών ηγεμονικών δρώντων σε μια περιοχή με πλούσιο ορυκτό πλούτο αποτελούν συνήθη ανακύπτοντα θέματα στη διεθνή ειδησεογραφία εδώ και δεκαετίες. Ανάμεσα στα αχανή κράτη της περιοχής, πλούσιας σε αμμόλοφους, αφιλόξενες παραλίες και υπερδραστήριες βάσεις εξόρυξης πετρελαίου, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το Κουβέιτ και η περιοχή του Βορειοδυτικού Περσικού Κόλπου. Στο ανώτατο άκρο αυτού συναντώνται εντός λιγότερο των 130 χιλιομέτρων η Σουνιτική Σαουδική Αραβία και το Σηιτικό Ιράν με παρεμβαλλόμενα την απορροή του Τίγρη και του Ευφράτη στον ποταμό Shatt al-Arab στον Περσικό και ένα δίκτυο καναλιών που φτάνουν νοτιότερα ως και το κρατίδιο του Κουβέιτ.

Η σύνθεση και η διαμόρφωση των συνόρων της περιοχής δημιουργεί μια μάλλον περίπλοκη κατάσταση με το φτωχότερο, διαιρεμένο και αδύναμο θεσμικά Ιράκ να ελέγχει το κανάλι του Shatt al-Arab στα σύνορα με το Ιράν, καθώς και το κανάλι Khor Abdullah στα σύνορα με το Κουβέιτ που αποτελούν τις μόνες βαθιές πλωτές διεξόδους για τα ιρακινά σκάφη σε μια ακτογραμμή μόλις 58 χιλιομέτρων. Από την άλλη, το Κουβέιτ ελέγχει μια ακτογραμμή σχεδόν 500 χιλιομέτρων και εννέα νησιά. Μάλιστα, με τον έλεγχο του μεγαλύτερου νησιού Μπουμπιγιάν το κρατίδιο έχει αποτελεσματικό έλεγχο στη μία από τις δύο ναυτικές εισόδους προς το Νότιο Ιράκ και το ζωτικής σημασίας μοναδικό εμπορικό λιμάνι της χώρας Um Qasr.

Μάλιστα, ανάμεσα στις πρώην εμπόλεμες χώρες, ο έλεγχος του καναλιού Khor Abdullah αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα σημεία διένεξης από την εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ και τα δύο κράτη κατέβαλαν πολύχρονες προσπάθειες για την επίλυση του ζητήματος, ώστε να αποδεσμευτούν από τους περιορισμούς του Συμβουλίου Ασφαλείας μετά την σύρραξη με το ψήφισμα 833 για την οριοθέτηση των συνόρων και το απαραβίαστο αυτών. Για το Ιράκ, το Khor Abdullah αποτελεί την κυρία έξοδο για το πετρέλαιο της χώρας και η κατάσταση αυτή αξιοποιήθηκε ως στρατηγικός μοχλός του μικρού συμμάχου των ΗΠΑ, για να προβεί σε πιεστικές ενέργειες παραβιάζοντας τα χωρικά ύδατα του Ιράκ και εμποδίζοντας τις εξαγωγές πετρελαίου της χώρας κατά τις εικασίες της Ιρακινής πλευράς και κατασκευάζοντας τον μέγα-λιμένα Mubarak al-Kabir το διάστημα 2011-16 στη μεθοριακή περιοχή της νήσου Μπουμπιγιάν.

Η ζωτικής σημασίας για το Ιράκ και τη Βασόρα έξοδος στον Κόλπο μέσω του καναλιού Khor Abdullah.

Η κίνηση αυτή ουδόλως έμεινε αναπάντητη από την ιρακινή πλευρά εκκινώντας τα δικά της σχέδια για κατασκευή μέγα-λιμένος με τα πρώτα συμβόλαια να υπογράφονται το 2013. Ωστόσο, τα έργα λόγω σοβαρών καθυστερήσεων ξεκίνησαν μόλις πρόσφατα. Σε κάθε περίπτωση το προβάδισμα του Κουβέιτ στον έλεγχο της περιοχής έχει δώσει ένα σοβαρό πλεονέκτημα στον περιφερειακό ανταγωνισμό των δύο χωρών και η ολοκλήρωση του δεύτερου έργου αναμένεται να αποτελέσει σημείο έντασης σχετικά με τη διαχείριση της κίνησης στην περιοχή. Παρά τις εκτιμήσεις, πάντως, σημαντική πρόοδος έχει σημειωθεί θεσμικά με συμφωνίες ανάμεσα στις δύο χώρες το 2012-13 σχετικά με τη διαχείριση του Khor Abdullah, τη ναυσιπλοΐα, την ασφάλεια και την προστασία της περιοχής διευκολύνοντας την οικονομική δραστηριότητα. Χωρίς αμφιβολία, βέβαια, οι συσχετισμοί Ιράκ-Κουβέιτ αποτελούν ένα μόνο μέρος του γεωπολιτικού ενδιαφέροντος που παρουσιάζει το Κουβέιτ.

Με μια ευρύτερη ιστορική και γεωγραφική σκοπιά το κρατίδιο του Κουβέιτ αποτελεί μια από τις από τις αραβικές οντότητες της περιοχής, όπου οι κάτοικοι διαχρονικά ήταν στραμμένοι στον Κόλπο, όπως και των υπολοίπων σημερινών κρατών αυτού. Μάλιστα, αφενός οι οικονομικές δυνατότητες που ανέκαθεν πρσέφερε η θάλασσα, το εμπόριο και η αλιεία, μάλιστα σχεδόν μόνο των πολύτιμων μαργαριταριών του Κόλπου για πολλούς αιώνες, καθώς και η γεωγραφική απομόνωση των λαών των ακτών λόγω των οροσειρών στην ανατολική αραβική χερσόνησο από τη μια και την δυτική Περσία από την άλλη, όπως και των βάλτων στον Βορρά, δηλαδή το σημερινό Κουβέιτ και νότιο Ιράκ, όριζε πως η μοίρα τους θα ήταν προς την Αραβική Θάλασσα και έθετε σοβαρές πολιτισμικές, οικονομικές και γλωσσικές διαφορές σε σχέση με τους κατοίκους της ενδοχώρας. Και αυτό ανεξάρτητα από τα ποια βασιλεία, εμιράτα ή αυτοκρατορίες ενσωμάτωναν τους πληθυσμούς στην επικράτειά τους.

Το οικονομικό ενδιαφέρον του Κόλπου άνοιξε την όρεξη των Πορτογάλων τον 16ο αιώνα ιδρύοντας μια σειρά φρουρίων που έλεγχαν όλη την περιοχή μονοπωλώντας το εμπόριο των πολύτιμων μαργαριταριών, σύντομα όμως εκδιώχθηκαν από την περιοχή από την αναδυόμενη Περσία με τη βοήθεια των Βρετανών, κατακτώντας και το Κουβέιτ. Τα Στενά του Ορμούζ άνοιξαν για Βρετανούς, Ολλανδούς, Ισπανούς, Ινδούς και Πορτογάλους εμπόρους και η περιοχή βίωσε πρωτοφανή ευημερία με το άνοιγμα στις δυτικές αγορές. Με την υποχώρηση της Περσίας ως ηγεμονικής δύναμης που εγγυόταν την ειρήνη και ο περιορισμός της στη βόρεια πλευρά των Στενών, η Βρετανική και η Οθωμανική Αυτοκρατορία ωθήθηκαν να καλύψουν το κενό ισχύος στην περιοχή. Το Κουβέιτ βίωσε τότε απροσδόκητη μετάλλαξη από απλό αλιευτικό οικισμό σε σημαντικότατο εμπορικό κέντρο, μέσω στρατηγικών συναλλαγών με τη Βρετανική Εταιρία των Ανατολικών Ινδιών και αναδείχτηκε ως το κορυφαίο σε τεχνογνωσία και παραγωγή ναυπηγικό κέντρο του Κόλπου και του Ινδικού Ωκεανού βιώνοντας, πέρα από ευημερία, σταθερότητα αλλά και σχετική ειρήνη σε αντίθεση με άλλες περιοχές του Κόλπου που βίωσαν τις οθωμανικές κατακτήσεις, βραχύβιες ανεξαρτησίες και αυτονομήσεις ή και τη μετατροπή σε βρετανικά προτεκτοράτα.

To 1899 μπροστά στην οθωμανική απειλή υπογράφηκε συμφωνία με τη Βρετανία και έγινε και το Κουβέιτ προτεκτοράτο, καθώς η εξωτερική εξισορρόπηση αποτελούσε αναγκαιότητα σε ένα κράτος σχεδόν πεδινό, με ελάχιστη έκταση και κυρίως ναυτικό. Με τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τον προσδιορισμό των συνόρων σχεδόν στα σημερινά όρια, το Κουβέιτ μεγάλωσε προς όλες τις κατευθύνσεις αποκτώντας περισσότερο ζωτικό χώρο, χωρίς όμως αυτό να του προσδίδει στρατηγικό βάθος. Η εποχή αυτή αποτελεί, επιπλέον, ορόσημο για το κρατίδιο, καθώς το 1916 ξεκίνησε η καλλιέργεια στρειδιών για μαργαριτάρια από την Ιαπωνία καλύπτοντας την παγκόσμια ζήτηση φθηνά και θέτοντας το Κουβέιτ και τα άλλα πετρελαϊκά εξαγωγικά προτεκτοράτα και οντότητες εκτός ανταγωνισμού. Είκοσι μόλις χρόνια αργότερα, όμως, ανακαλύπτεται η ύπαρξη πετρελαίου στην περιοχή και έκτοτε προδιαγράφτηκε η έως σήμερα μετάλλαξη σε μερικά από τα πλέον ευημερούντα κράτη στον κόσμο, λόγω των πόρων, με αυξημένη διεθνή επιρροή ιδιαίτερα μέσω του Οργανισμού Εξαγωγών Πετρελαιοπαραγωγών Χωρών (OPEC) μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1961 το Κουβέιτ ανεξαρτητοποιείται από τη Βρετανία και γίνεται η πρώτη συνταγματική μοναρχία της περιοχής.

Διαφαίνεται, λοιπόν, πως με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, η γεωπολιτική του Κουβέιτ ορίζει διαχρονικά με αρκετά αυστηρό τρόπο τον προσανατολισμό του προς τη θάλασσα, όπως και το μείγμα των οικονομικών δραστηριοτήτων που αναπτύσσει. Διαμορφώνει όμως και την κουλτούρα του κράτους και του λαού, όντας κατά τη δεκαετία του 1960-70 από τις χώρες με τον υψηλότερο Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης και μάλιστα, απολαμβάνει αξιοσημείωτη ελευθερία του τύπου και της έκφρασης, εξέλιξη του πολιτισμού και των επιστημών που οδήγησαν αρκετούς διανοούμενους του αραβικού κόσμου να μεταναστεύσουν στο Κουβέιτ. Η ανοδική αυτή πορεία βέβαια ανακόπηκε μερικώς τις δεκαετίες του ’80-’90 με την τρομοκρατία στο εσωτερικό κατά τον πόλεμο Ιράκ-Ιράν και την ένταση των σχέσεων με το Ιράκ λόγω της άρνησης παραγραφής των χρεών του Ιράκ και την προσάρτηση του Κουβέιτ που οδήγησε στον πόλεμο του Κόλπου.

Παρόλες, όμως, τις πρόσφατες εξελίξεις το Κουβέιτ αποτελεί ακόμα ένα από τα πιο ευημερούντα κράτη στον κόσμο με σημαντικό ρόλο, και μάλιστα ως διαμεσολαβητή στις διαφορές μεταξύ των γειτονικών κρατών. Η Σαουδική Αραβία αποτελεί ίσως την πλέον φίλια χώρα, ενώ οι στρατηγικές και αμυντικές συνεργασίες με τις ΗΠΑ και τη Βρετανία ακολουθώντας την παράδοση από την εποχή του προτεκτοράτου αναβαθμίζουν ακόμα περισσότερο τον ρόλο του κρατιδίου στην περιοχή, πέραν φυσικά, του 10% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου στην οποία οφείλει ίσως, την έως σήμερα επιτυχία του. Το κρίσιμο ερώτημα είναι φυσικά, για πόσο ακόμα;


Βασίλειος Τρικούπης

Γεννήθηκε το 1999 στην Αθήνα. Είναι προπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς και εργάζεται στον χώρο της εστίασης. Ασχολείται ερευνητικά με την Ανατολική Ευρώπη, την Τουρκία και την Ανατολική Μεσόγειο στο Εργαστήριο Τουρκικών και Ευρασιατικών Μελετών του Πανεπιστημίου. Είναι ενεργός πολιτικά στα τοπικά της Ηλιούπολης στην οποία και μεγάλωσε και συμμετέχει σε ευρωπαϊκά προγράμματα ανταλλαγής Erasmus+. Μιλάει Αγγλικά και Τουρκικά.