Της Πένυς Πανούση,

Κάπου, κάποτε, κάποιος είπε πως η σιωπή είναι δυνατότερη από τις λέξεις και πως η παροιμία, «η γλώσσα κόκαλα δεν έχει, μα κόκαλα τσακίζει» ευσταθεί, αλλά δεν μπορεί να σταθεί επάξια ανταγωνιστής της ισχύος της παγερής σιωπής. Στην αρχή ακούγοντάς το, παραξενεύτηκα και αναρωτήθηκα – μα πώς γίνεται τα λόγια και οι κουβέντες να προκαλούν λιγότερα συναισθήματα από τη σιωπή; Το σύνηθες είναι, όταν ακούμε λέξεις να ξεστομίζονται με συναισθηματικά φορτισμένο βάρος, να επηρεαζόμαστε με ποικίλα συναισθήματα, συγκριτικά με το περιεχόμενό τους και το άτομο το οποίο τις χρησιμοποιεί στη στιχομυθία που έχουμε δημιουργήσει. Πώς γίνεται να μας αγγίζουν λιγότερο ενδόμυχα; Αφού όταν ακούς αυτό που σου λένε, τότε θα εισπράξεις αυτά τα οποία θα ειπωθούν. Μεγαλώνοντας, κατάλαβα…

Κατάλαβα πως η σιωπή είναι μακράν πιο δυνατή απ’ όσο νομίζουμε ή νομίζαμε. Είναι εκείνη που με τη μαγική και δελεαστική της ησυχία, την οποία χρησιμοποιεί ως όπλο, για να κερδίσει τις ψυχές των ανθρώπων, ανταγωνίζεται και με το παραπάνω την επιφανειακή βοή και καταφέρνει να βγει νικήτρια σ’ αυτή τη μάχη. Δεν είναι τυχαίο πως οι άνθρωποι θα ξεχάσουν αρκετά απ’ όσα τους είπες, αλλά δε θα ξεχάσουν ποτέ πώς τους έκανες να αισθάνονται. Εκεί είναι που παρεμβαίνει η σιωπή, ενσαρκώνοντας την μορφή μιας γαλαζοπράσινης θάλασσας, η οποία απ’ τον αιγιαλό φαίνεται ρηχή, με ήσυχα νερά, χωρίς κύματα και όταν δοκιμάσεις να εισχωρήσεις λίγο πιο μέσα, λίγο πιο βαθιά, τότε είναι που διακρίνεις το πραγματικό της πρόσωπο. Εκείνο το σκούρο μπλε, το χρώμα της αβύσσου.

Όταν κάνεις με φόβο μια απόπειρα να δεις που βρίσκεται ο πυθμένας της θάλασσας, για να μπορέσεις να σταθείς για λίγο, παρατηρείς έναν σκοτεινό πυθμένα που πιθανότατα, καταλήγει στο άπειρο. Παγώνεις, κοκαλώνεις και νιώθεις ότι είσαι πολύ μικρός για να αντιμετωπίσεις αυτή την δύναμη. Προσπαθείς να καταλαγιάσεις τον πανικό σου και να βγεις προς την όχθη, αλλά είσαι ήδη πολύ βαθιά. Είσαι μία μικρή ασήμαντη κουκκίδα, στη μέση ενός ατέρμονου πελάγους χωρίς εμφανή ορίζοντα. Η σιωπή είναι πολύ χαρούμενη. Έχεις καταφέρει να γίνεις το σημερινό της δωράκι. Το παιχνίδι στις ορέξεις της. Σιγά σιγά σε απορροφά προς τα κάτω. Εσύ προσπαθείς να κρατήσεις αντίσταση, αλλά μάταιος ο κόπος σου. Τι ήθελες και πήγαινες τόσο βαθιά; Καλύτερα ας καθόσουν στα ρηχά. Κάπως έτσι, είναι οι λέξεις με την σιωπή. Σαν ένα τεράστιο πέλαγος. Οι λέξεις βρίσκονται στα ρηχά, εκεί που έχεις ορατότητα και ξέρεις πού βαδίζεις. Ακούς αυτό που σου λένε, δεν το φαντάζεσαι. Δεν αναρωτιέσαι. Ακούς και εισπράττεις. Είσαι σε μια ασφαλή ζώνη, στην οποία έχεις τη δυνατότητα να αντιμετωπίσεις οτιδήποτε δέχεσαι, αν το πάρεις απόφαση. Στην αρχή θα δυσκολευτείς να αντεπεξέλθεις, αλλά με συνεχή προσπάθεια, το πράγμα θα γίνεται όλο και πιο εύκολο. Ενώ με την σιωπή; Ένα χάος. Βασανίζεσαι μέρα με την μέρα. Ψάχνεις το γιατί, την αιτία, την αφορμή. Αναζητάς την λέξη. Αυτή την λέξη που θα σε ηρεμήσει. Αυτό το συναίσθημα της γνώσης. Την ηρεμία του ότι γνωρίζεις κάτι, έστω κι αυτό το κάτι που είναι το μισό του ολόκληρου. Μπορεί να φανεί περίεργο, αλλά δημιουργεί μεγάλη γαλήνη, το να γνωρίζεις τη μισή αλήθεια ή μια ψευδεπίγραφη αλήθεια, απ’ το να μην γνωρίζεις τίποτα. Να ψάχνεις την απάντηση και να μη στην δίνουν.

Η σιωπή, μπορεί να οδηγήσει στα όρια της τρέλας. Τρέλας γιατί, αφήνοντας ο καθένας τη σκέψη του να καλπάζει, αφήνει πρόσφορο έδαφος στο μυαλό του να πλάθει σενάρια και να υπεραναλύει τη λεπτομέρεια της λεπτομέρειας, φτάνοντας στα όρια του ακατανόητου και της περιπλοκότητας. Εισχωρεί σε μία μαύρη πύλη, η οποία τον βομβαρδίζει καθημερινώς με σκέψεις και τον κρατά δέσμιο μίας ανυπόφορης καταστάσεως, την οποία δύσκολα μπορεί να αποβάλει, αφού συνήθισε στην καθημερινή δόση της. Φυλακισμένος και εξαρτημένος, με αλυσίδες τα ερωτηματικά, βυθίζεται όλο και περισσότερο μέσα στο κενό που νιώθει.

Η σιωπή, μπορεί να θεωρηθεί το απαύγασμα μιας μεγάλης απογοήτευσης, ή μιας ηχηρής απάντησης, η οποία σκοπεύει να προκαλέσει ιδιαίτερα συναισθήματα, τα οποία καλείται να αντιμετωπίσει ο κάθε άνθρωπος. Το σίγουρο είναι πως το μήνυμα που σκοπεύει να διαδώσει, θα είναι τελεσίγραφο. Γι’ αυτό και επιλέγει τη βασανιστική ησυχία. Γνωρίζει πως μπορεί να πετύχει αυτό που επιδιώκει, με τον τρόπο που επιδιώκει και με τα συναισθήματα που επιδιώκει.

«Η σιωπή είναι η καλύτερη εκδίκηση» είπε κάποιος. Σίγουρα θα ήξερε πολλά…


Πένυ Πανούση

Γεννημένη στις 16 Ιουνίου του 2000 στην Αθήνα με καταγωγή απ’ την Αρκαδία. Είναι προπτυχιακή φοιτήτρια στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, στην Κόρινθο. Στα γενικά ενδιαφέροντά της, συγκαταλέγονται οι προσομοιώσεις συνεδρίων διεθνής κλίμακας, η μελέτη κοινωνικοπολιτικών ζητημάτων, η ανάγνωση βιβλίων και η φιλοσοφία.