Του Κωνσταντίνου Λίκα, 

Μια διττή ηγεσία ενός οικονομολόγου με ιστορικό δυναμικών πολιτικών χαρτοφυλακίων και με εξίσου ισχυρές αριστερές αντιλήψεις και μίας πληροφορικάριου με οράματα για την ψηφιοποίηση της χώρας πλέον ηγείται του πλέον ιστορικού αλλά και αναιμικού κόμματος της Γερμανίας. Στις 4 Δεκεμβρίου 2019 ο Norbert Walter-Borjans και η Saskia Esken επελέγησαν όπως ηγηθούν του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας, έναντι του αντίπαλου ζεύγους Olaf Scholz και της Klara Geywitz, το οποίο προηγουμένως ήταν φαβορί για τη νίκη.

Η εκλογή ήρθε σε μία δύσκολη στιγμή για το μεγαλύτερο σε αριθμό μελών και το πιο παλιό κόμμα στη Γερμανία. Το SPD, με την παραίτηση της Andrea Nahles τον Ιούλιο 2019, βρισκόταν σε μία κρίση ηγεσίας. Σε αυτό προστίθεται μία εξίσου οξεία και επικίνδυνη κρίση αξιών και ιδεολογίας, συναρτήσει της ύπαρξης των Πρασίνων και των Αριστερών (die Linke). Ολοένα και περισσότερα μέλη παραιτούνται από το κόμμα και το κόμμα καταρρέει στις δημοσκοπήσεις, ιδίως εφόσον ο «μεγάλος συνασπισμός» (GroKo) με τους Χριστιανοδημοκράτες είναι ήδη σθεναρά δοκιμασμένος.

Για κακό της GroKo, η νέα ηγεσία έρχεται με ριζικές θέσεις. Κατάργηση της πολιτικής του «schwarze Null» («μαύρο μηδέν»), όπου επιτάσσεται το φετίχ με τα μηδενικά ελλείμματα των Γερμανικών κυβερνήσεων, συμπεριλαμβανομένης της νυν και νέες κοινωνικές πολιτικές. Σκοπός είναι η στροφή προς την αριστερά και η επίλυση πλέον του ιδεολογικού κενού που διακατέχει το κόμμα. Οι Χριστιανοδημοκράτες αρνούνται σθεναρά κάθε προσπάθεια επαναδιαπραγμάτευσης της σύμβασης συγκυβέρνησης και αυτό εντείνει τις τριβές μεταξύ των κομμάτων.

Τι σημαίνει αυτό για την GroKo – αλλά και για το CDU;
Πολλά. Πηγή: Martin U. K. Lengemann/WELT

Σίγουρα ήρθε το χάος στη συνεννόηση μεταξύ των δύο κομμάτων του «Μεγάλου Συνασπισμού». Μέσα στο «υπέρ, κατά και χάος», η ηγεσία του SPD θέλει να επαναδιαπραγματευτεί τη σύμβαση συνασπισμού μεταξύ των δύο κομμάτων, αλλά προτείνει παράλληλα νέα προγράμματα επενδύσεων. Και τα δύο απορρίπτονται κάθετα από τους Χριστιανοδημοκράτες. Ρωγμές στην μακροχρόνια – αλλά και δύσκολη – σχέση των Χριστιανοδημοκρατών με τους Σοσιαλδημοκράτες υφίσταντο εδώ και καιρό. Τα τελευταία τρία χρόνια, ωστόσο, οι σχέσεις έγιναν ιδιαιτέρως δύσκολες και τώρα οι διαφορές εντείνονται.

Επομένως, δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι η GroKo είναι ήδη νεκρή. Πολλοί Χριστιανοδημοκράτες ήδη αντιδρούν σθεναρά στις πολιτικές της παρούσας ηγεσίας. Ο Friedrich Merz, ο ανταγωνιστής της AKK και πρόεδρος του Οικονομικού Συμβουλίου του CDU (Wirtschaftsrat der CDU), δε δίστασε να εξαπολύσει επίθεση κατά των σοσιαλδημοκρατών αλλά και της Μέρκελ.  Στο Twitter ασκεί κριτική κατά του SPD διότι, παρά το ρεκόρ εισπράξεων φορολογίας σε ομοσπονδιακό επίπεδο, προτείνουν πολιτικές με νέα χρέη. Συν τοις άλλοις, στις 9 Δεκεμβρίου κάλεσε τους σοσιαλδημοκράτες στη «λογική» και ότι «στην εσχάτη των περιπτώσεων γίνεται και χωρίς τους σοσιαλδημοκράτες, εάν SPD δεν στραφεί πίσω στην σύμβαση συνασπισμού και δεν είναι έτοιμη να κυβερνήσει υπεύθυνα». Με το hashtag #11ProzentPartei δε διστάζει να τονίσει την κατά την άποψή του, κατάντια του κόμματος, το 11%.

Και δεν είναι ο μόνος. Η WELT πήρε δηλώσεις από ορισμένα στελέχη του κόμματος. Ο Carsten Linnemann είπε ότι «το τελευταίο που χρειάζεται η Γερμανία είναι συζητήσεις για νέους φόρους». Ο βουλευτής της CSU και πρώην Ομοσπονδιακός Υπουργός Κυκλοφορίας Peter Ramsauer κρίνει ότι, εάν της SPD «δεν της έρχονται τίποτε παραπάνω από τέτοιες έννοιες άνευ φαντασίας στη σοσιαλιστική αποθήκη των αζήτητων, τότε δεν έχει νόημα μία συνέχεια της GroKo πλέον.» Παράλληλα, ο πρόεδρος της νεολαίας του κόμματος (Junge Union), Tilman Kuban, ασκεί κριτική στην στροφή του SPD προς την αριστερά.

Παράλληλα, οι εντάσεις στο ίδιο το CDU κορυφώνονται. Ο Friedrich Merz σε συνέντευξή του στην Handelsblatt τον Νοέμβριο άσκησε κριτική για τα «ελλείμματα» της Μέρκελ στην οικονομική και μεταναστευτική πολιτική της. Σύμφωνα με την ntv.de, η «οικονομική πτέρυγα» του CDU όπως και η νεολαία του ήδη κατακρίνουν την επιρροή του SPD επί του CDU, με αποτέλεσμα η «σοσιαλδημοκρατικοποίηση» του κόμματος να ωθεί ψηφοφόρους προς την AfD – πράγμα που ισχύει και συνιστά λόγο για τον οποίο ενισχύεται κάθε μήνα.

Τι προοπτικές έχει το SPD;
Και ο Olaf Scholz να κέρδιζε, η πτώση του SPD δύσκολα ανακόπτεται. Πηγή: Deutsche Welle

Δύσκολο να ειπωθεί, αλλά το εάν όντως θα είναι περισσότερες απ’ όσες θα είχε με τον Olaf Scholz και τη Klara Geywitz, μένει να φανεί. Παρά το γεγονός ότι ο πρώτος έχει αποδεδειγμένη πολιτική εμπειρία και ισχυρά χαρτοφυλάκια, ως νυν Υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας και τέως Δήμαρχος του Αμβούργου, η αντίληψη πολλών σοσιαλδημοκρατών ήταν ότι ο Scholz δεν θα διαφοροποιούσε και πολύ το κόμμα. Μολονότι προτείνει ριζικές σοσιαλιστικές οικονομικές πολιτικές – στις 10 Νοεμβρίου 2019 πρότεινε την δημιουργία ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλισης ανεργίας και στις 9 Δεκεμβρίου έφερε νομοσχέδιο στο Bundestag για τη φορολογία συναλλαγών στο γερμανικό χρηματιστήριο για επιχειρήσεις με αξία άνω του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ – εντάσσεται στους μετριόφρονες του κόμματος και δεν απέχει και πολύ από τους μετριόφρονες του CDU/CSU. Ως Υπουργός Οικονομικών στηρίζει ακόμα το «schwarze Null», όπως αποκαλείται η εμμονή των Γερμανών ΥΠΟΙΚ για μηδενικά ελλείμματα, έστω και εάν πολλοί οικονομολόγοι διεθνώς το κατακρίνουν, αλλά και πολλές από τις κόκκινες γραμμές του προκατόχου του, Δρα. Wolfgang Schäuble.

Η νέα επιλογή ηγεσίας συνιστά μία στροφή του κόμματος προς πιο αριστερές παρακαταθήκες. Τόσο η νέα προεδρεία όσο και ο πρόεδρος της νεολαίας σοσιαλιστών, Kevin Kühnert (που είναι περιβόητος για την πρότασή του να κρατικοποιηθεί η BMW), καλούν, μεταξύ άλλων, για νέες κρατικές επενδύσεις σε έργα υποδομής (οδικής, σιδηροδρομικής αλλά και ψηφιακής – άλλωστε η μία εκ των 2 προέδρων του κόμματος είναι πληροφορικάριος), μίας «πιο κοινωνικής, πιο οικολογικής, πιο βιώσιμης ανάπτυξης» που θα αποτελεί το κέντρο μίας νέας ψηφιακής πολιτικής που «δε θα φτιάχνει μονοπώλια για τους λίγους και τους πλούσιους», ενίσχυση της έντασης της κλιματικής πολιτικής (το κλιματικό πακέτο που ήδη αποφασίστηκε το θεωρούν «αμφίβολο» ότι «χρήζει νέας εξέτασης») και ενός «υπαρξιακού κατώτατου μισθού» της τάξεως των «τουλάχιστον» 12€ την ώρα (από τα 9,14€).

Όλα αυτά αποσκοπούν στο να προσελκύσουν προοδευτικούς ψηφοφόρους. Ουσιαστικά, πρόκειται για μετενσάρκωση μίας κεϋνσιανής πολιτικής, απόρριψη της πολιτικής του Gerhardt Schröder, και αποτελεί μία «μέση οδό» μεταξύ πρασίνων και αριστερών. Είναι ένα βήμα που την απομακρύνει από τις «κοινές γραμμές» με το CDU/CSU και την τοποθετεί καθαρά στην αριστερά. Δοθείσας της ιδεολογικής κρίσης του κόμματος, αυτό είναι κάτι.

Αλλά υπάρχουν και κόστη. Πολλοί μετριόφρονες ψηφοφόροι στρέφονται σε άλλα κόμματα, πράγμα που δικαιολογεί την πτώση του SPD στις δημοσκοπήσεις παρά την αριστερή της στροφή. Σε ομοσπονδιακή δημοσκόπηση της INSA στις 9 Δεκεμβρίου 2019, το CDU/CSU έλαβε 28% (σε σύγκριση με 32,9% στις εκλογές το 2017 που συνεπάγεται μείωση 15%), το SPD 14% (32% μείωση σε σχέση με το 20,5% στις εκλογές), οι Grüne 20,5% (130% αύξηση έναντι ενός 8,9%), το FDP και η Linke 8,5% έκαστην (αν και για τους φιλελεύθερους αυτό συνεπάγεται μείωση 21% από το 10,7% του 2017 και για τους δε αριστερούς μείωση 8% από το 9,2%) και το AfD 15% (αύξηση 19% από το 12,6% του 2017).

Άλλη δημοσκόπηση, αυτή τη φορά της Forsa της 7/12/2019, δείχνει μία ελαφρώς διαφορετική εικόνα.

Οι δημοσκοπήσεις παρουσιάζουν σοβαρές διακυμάνσεις μεταξύ τους. Η συνδιακύμανσή τους ανέρχεται στο 0,491, άρα παρουσιάζεται μία θετική μεν αλλά ασθενής συσχέτιση μεταξύ τους. Ωστόσο, ορισμένα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Το πιο σημαντικό πόρισμα είναι ότι – προς το παρόν – η ελεύθερη πτώση της SPD συνεχίζεται ακάθεκτη, παρά την αριστερή της πορεία.

Άρα οι μετριόφρονες πού πάνε; Κατά πάσα πιθανότητα στους Πράσινους. Και στις δύο δημοσκοπήσεις παρατηρούμε έναν ξεκάθαρο υπερδιπλασιασμό των ποσοστών τους στις δημοσκοπήσεις. Ναι μεν προτείνουν «ριζικές» λύσεις για το περιβάλλον, αλλά έχουν μετριάσει την ρητορική τους τελευταία και εφόσον πολλοί Γερμανοί νέοι είναι άκρως ευαισθητοποιημένοι για το περιβάλλον και το κλίμα, δοθείσας της κρίσης του SPD, οι Πράσινοι μετατρέπονται σταδιακά ως η «νέα SPD» και βρίσκεται ήδη σε προχωρημένο στάδιο μετατροπής τους σε λαϊκό κόμμα.

Οι εκλογές ηγεσίας της SPD έβαλαν, τουλάχιστον για τώρα, ένα τέλος στην κρίση ηγεσίας που την διαβάλλει. Ταυτόχρονα, ήδη η νέα ηγεσία ξεκαθάρισε την πρόθεσή της να απομακρυνθεί από το κέντρο και να μεταβεί σε πιο αριστερές πολιτικές. Αλλά οι προοπτικές που έχει είναι περιορισμένες. Από τη μία, εισέρχεται στο κλασικό «πολιτικό πεδίο ευθύνης» των Linke, μόνο που οι τελευταίοι έχουν ξεκάθαρες πολιτικές θέσεις, ενώ το SPD όχι. Από την άλλη, οι μετριόφρονες αριστεροί προσελκύονται στους Πράσινους. Η κρίση ιδεολογίας του κόμματος, επομένως, εκκρεμεί. Για πολλούς ψηφοφόρους, οποιαδήποτε λύση αυτού όμως είναι ήδη πολύ αργά.

Και ο ανταγωνισμός είναι ένας παράγοντας που ούτε το παρόν ζεύγος, ούτε ο Olaf Scholz και η Klara Geywitz, θα μπορούσε να ανακόψει. Εάν η παρούσα ηγεσία αντιμετωπίζει αυτά τα ζητήματα, μία προεδρία του Scholz θα ωθούσε πολλούς αριστερούς του κόμματος στην Linke. Το εάν όμως το κόμμα θα αφανιστεί ή θα περιθωριοποιηθεί από την Γερμανική πολιτική σκηνή, ή εάν ίσως θα μπορέσει να σταθεροποιηθεί στα παρόντα ποσοστά του, μένει να φανεί. Σίγουρα όμως η ναυαρχίδα της γερμανικής αριστεράς δε θα είναι ερυθρού χρώματος.


Κωνσταντίνος Λίκας

Γεννήθηκε το 1995 στον Πειραιά. Είναι απόφοιτος του τμήματος Ναυτιλιακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς και μεταπτυχιακός φοιτητής στο ΠΜΣ Εφαρμοσμένα Οικονομικά και Χρηματοοικονομικά του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Ενδιαφέρεται κυρίως για διεθνή χρηματοοικονομικά, τραπεζικά, φορολογικά και εμπορικά ζητήματα, όπως και για γερμανικά και διεθνή πολιτικά ζητήματα. Ενδιαφέρεται επίσης για ζητήματα άμυνας και ασφάλειας. Είναι υπότροφος της διεθνούς ακαδημαϊκής υποτροφίας (IPS) του Γερμανικού Κοινοβουλίου. Μιλάει αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά, τουρκικά και ελληνικά.