Της Αγγελικής Καλούδη,

Ένα πρώτο «στραβοπάτημα» της κυβέρνησης, που προκάλεσε αντιδράσεις, ακόμα και από στελέχη της Νέας Δημοκρατίας και από τους ψηφοφόρους της πριν λίγες μέρες και για το όποιο λέχθηκαν πολλά αμφιλεγόμενα και αντιφατικά σχόλια αφορά τον «ταλαίπωρο» στην Ελλάδα και εξαιρετικά κρίσιμο χώρο της υγείας και συγκεκριμένα την υπόθεση των διοικητών των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. Η υπόθεση του Κ. Πατέρα, ηλικίας κοντά στα 80, ψυχολόγου με εξαιρετικό κατά τα άλλα βιογραφικό, διορισμένου διοικητή σε δημόσιο νοσοκομειακό ίδρυμα της Καρδίτσας ήρθε, να ταράξει τις διακηρύξεις περί αξιοκρατίας και αναχαίτισης του παλαιοκομματικού συστήματος, που ευαγγελίζεται σθεναρά ο Κ. Μητσοτάκης. Για αυτούς, που δεν έτυχε, να ακούσουν το ιστορικό, πρόκειται για μια ξεκάθαρη ομολογία του Κ. Πατέρα, γνωστού, τοπικού πολιτευτή της δεξιάς στην κοινωνία, που προεκλογικά ισχυρίζεται, ότι ήρθε σε επαφή με τον Κ. Μητσοτάκη, ο οποίος του ζήτησε τη στήριξη του στις εκλογές και ο Κ. Πατέρας προσφέρθηκε φυσικά με το αντάλλαγμα, να τον διορίσει στη θέση διοικητή νοσοκομείου του Ε.Σ.Υ. Ο πρωθυπουργός δεν έφερε αντίρρηση κατά τον Κ. Πατέρα, μάλλον σιωπηρά συναίνεσε, ενώ ο ίδιος, φυσικά , για να καλύψει τον εξευτελισμό ανέφερε, πως δεν υπήρξε δόλος συμπαιγνίας εις βάρος άλλου ικανού υποψηφίου. Ο διορισμός του Κ. Πατέρα, ευτυχώς, ανακλήθηκε με την αιτία του «περασμένου» της ηλικίας κάτι, που κατά τον ίδιο δεν αποτελεί πραγματικό λόγο, καθώς δεν είχε τεθεί θέμα ηλικιακού ορίου στην προκήρυξη του διορισμού. Αλήθεια ή φιάσκο η συγκεκριμένη υπόθεση; Λάσπη στο πρόσωπο της Νέας Δημοκρατίας ή αποκάλυψη του παλιού γνωστού της προσώπου;

Δυστυχώς, τέτοιες περιπτώσεις δεν κρύβουν ποτέ αθώα ένστικτα και ταπεινές προθέσεις και όπου υπάρχει καπνός, μάλλον υπάρχει και φωτιά. Ωστόσο, ακόμα και αν πρόκειται για συκοφαντίες κατά της κυβέρνησης μας, το φαινόμενο της ευνοιοκρατίας ή αλλιώς του παγκοσμίως γνωστού, για κακή μας τύχη, ελληνικού ρουσφετιού, της αναξιοκρατίας και άλλων συγγενών φαινομένων, όπως ο νεποτισμός, ο παλαιοκομματισμός και η εποχής των διορισμών με το «τσουβάλι», που ξεκίνησε με τις ευλογίες του γνωστού δικομματικού συστήματος και που πληρώνουμε μέχρι σήμερα είναι αδιαμφισβήτητα μια πρακτική, που κανείς δε μπορεί, να διαφωνήσει, ότι υφίσταται.

Το ρουσφέτι είναι ένα φαινόμενο, ιδωμένο σε χώρες με οικονομική, πολιτιστική καθυστέρηση, όπου διαπιστώνεται ακραίο κοινωνικό χάσμα. Η τουρκική προέλευση της λέξης, που ελληνιστί σημαίνει δωροδοκία ή βύσμα ή μέσο και που αντιβαίνει στις συνταγματικώς κατοχυρωμένες αρχές της ισότητας, της ισονομίας, της αξιοκρατίας και της αμεροληψίας έχει κάνει την Ελλάδα γνωστή στα πέρατα του κόσμου, μπορεί εξίσου όπως και ο Παρθενώνας της κάτι, που δεν είναι διόλου κολακευτικό και τιμητικό. Η ευνοιοκρατία, η εύνοια δηλαδή ορισμένων σε βάρος των πολλών, το πάρε και δώσε δεν εντοπίζεται μόνο στο πολιτικό σύστημα, αλλά και στους διοικητές οργανισμών, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση και στο πανεπιστήμιο, αλλά και γενικότερα σε κάθε μορφή του βίου, που κανείς επιδιώκει, να ζητήσει τη «χάρη» από τον ανώτερο. Είναι θέμα προπάντων έλλειψης παιδείας, αφού ο υψηλά πεπαιδευμένος και καταρτισμένος δεν έχει και δε νιώθει σωστό σε τόσο μεγάλο βαθμό την ανάγκη χάριτος ή προώθησης, αλλά κυρίως είναι θέμα ηθικό, αφού ο ευδαιμονισμός, η ιδιοτέλεια, τα ανθρώπινα πάθη και οι αδυναμίες για πλούτο και δόξα κατισχύουν της ανάγκης για αυτοβελτίωση. Το βόλεμα, οι γνωριμίες, ο ωχαδερφισμός και η θεωρία της ήσσονος προσπάθειας αποτελούν νοοτροπία βαθιά ριζωμένη στην ελληνική κοινωνική σφαίρα για αιώνες. Η βασικότερη πτυχή του προβλήματος, που οξύνει τις καταστάσεις στη χώρα μας, είναι φυσικά η πολιτική αυθαιρεσία και τα φαινόμενα διαφθοράς για καθαρά ψηφοθηρικούς σκοπούς με βάση τη λογική του διαίρει και βασίλευε. Τα πολιτικά πρόσωπα εκμεταλλευόμενα τη συγκυρία της οικονομικής κρίσης, της ανεργίας και του αθέμιτου ανταγωνισμού, αδυνατούν, να διαφυλάξουν τους νόμους της αξιοκρατίας και της ισότητας, υποδαυλίζοντας την παθογένεια.

Δεν πρέπει, λοιπόν, κανείς να απορεί, γιατί το Δημόσιο την Ελλάδα έχει αποτύχει, γιατί μας χλευάζουν οι αποκαλούμενοι εταίροι μας για το πολιτικό και δημόσιο σύστημά μας, καθώς η διαφθορά και το βόλεμα οδηγούν στην ατραπό της στασιμότητας, της κακής ποιότητας των παροχών ή και της επικινδυνότητας σε ζωτικής μάλιστα σημασίας κλάδους, όπως η υγεία. Το κράτος «σβήνει» τις μηχανές, λειτουργώντας με χαμηλή παραγωγικότητα, αφού οι ικανότητες και τα προσόντα έρχονται σε δεύτερη μοίρα και η πλέον δεσπόζουσα θέση είναι η μη αποδοτικότητα. Ακόμη και επιστήμονες μπαίνουν κάτω από την ομπρέλα κομματικών πατρόνων, φορώντας τον κομματικό μανδύα, μεθυσμένοι από την εξουσία και πολλές φορές καταντούν διαπλεκόμενοι σε πολιτικά και οικονομικά σκάνδαλα, που δε λείπουν και από την Ελλάδα. Η μέθη της εξουσίας, της φιλαυτίας, του πλούτου είναι αυτό, που ανέφερε ήδη από παλιά ο Πλάτωνας στην Πολιτεία, όταν έκανε λόγο για τους «κηφήνες», που καταλαμβάνοντας την εξουσία περιφρονούν το λαό και γίνονται μικροί τυραννίσκοι, που εξυπηρετούν τα ιδιοτελή συμφέροντά τους.

Όταν μια νοοτροπία είναι καλά εδραιωμένη στο υποσυνείδητο ενός ολόκληρου λαού και είναι υποβασταζόμενη από την πολιτική ηγεσία του τόπου, δύσκολα μπορεί, να ανατραπεί. Το παράδειγμα του Κ. Πατέρα αληθινό ή μη, ένοχο για τη Νέα Δημοκρατία ή αθώο, δεν αναιρεί την ύπαρξη ενός σωρού άλλων παραπτωμάτων απερχόμενων κυβερνήσεων σχετικά με τη ρουσφετολογία και το κράτος της εύνοιας σε βάρος του κράτους δικαίου. Η Νέα Δημοκρατία, όπως πολύ σωστά έπρεπε, να γίνεται χρόνια τώρα εξήγγειλε την ύπαρξη τρίμηνης αξιολόγησης των διοικητών των νοσοκομείων, που για του λόγου το αληθές πρέπει, να κατοχυρωθεί με σύστημα στον εν γένει δημόσιο τομέα, αν θέλουμε, να αποφύγουμε τα μηνιαία σκάνδαλα, που εμφανίζονται κατά καιρούς. Όμως, πάνω από όλα οι ίδιοι πρέπει, να αποφεύγουμε τέτοιες πρακτικές και να στηριζόμαστε στις δικές μας δυνάμεις, αν θέλουμε, να έχουν διάρκεια τα αξιώματα μας και οι θέσεις μας. Όπως ορθά αναφέρει ο Α. Λίνκολ: « Καθώς δε θέλω, να με αδικήσουν και να μου πάρουν τη θέση, που μου ανήκει με την αξία μου, έτσι δε θέλω να πάρω μια θέση, που ανήκει στην αξία ενός άλλου. Κι αυτό ονομάζεται πολιτισμός.»


Αγγελική Καλούδη

Γεννημένη το 1997 στο νησί της μαστίχας και του Ομήρου, τη Χίο, σπουδάζει στη Νομική σχολή της Κομοτηνής. Γνωρίζει αγγλικά και γαλλικά και έχει συμμετάσχει σε πληθώρα εκδηλώσεων, συνεδρίων και πρωτοβουλιών. Ενδιαφέρεται για την τέχνη και αποφάσισε να ενταχθεί στην ομάδα του OffLine Post, γιατί θεωρεί ότι η «σκηνή» ανήκει στους νέους.