Της Στέλλας Μίτιλη,

Άραγε υπάρχουν περιπτώσεις όπου θα μπορούσαμε να μιλάμε για αθώα θύματα ή μήπως «Δεν υπάρχουν αθώα θύματα»; Η τελευταία φράση αποτελεί μία από τις φιλοσοφικές θέσεις του Ζαν-Πολ Σαρτρ, που περιλαμβάνεται σε ένα από τα σημαντικότερα θεατρικά έργα του, «Τα βρώμικα χέρια» (Les Mains sales, 1948), όπου ένας νεαρός αριστοκράτης παγιδεύεται σε ένα ηθικό δίλημμα και προσπαθεί να αποφασίσει αν πρέπει να εκπληρώσει το «καθήκον» του ως μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, δηλαδή να δολοφονήσει έναν άνθρωπο με τον οποίο, παρά τις αρχικές τους αντίθετες απόψεις, έχει αναπτύξει βαθείς συναισθηματικούς δεσμούς και τον θαυμάζει ή υποκύπτοντας στα αισθήματά του, να τον υποστηρίξει.

Γάλλος, αριστερός, λογοτέχνης, συγγραφέας, πολιτικός ακτιβιστής, υποστηρικτής του Μαρξισμού, υπαρξιστής και σύζυγος της Σιμόν ντε Μποβουάρ, ο Ζαν Πολ Σαρτρ θεωρείται από πολλούς ο σημαντικότερος φιλόσοφος του 20ου αιώνα. Με τις ρηξικέλευθες ιδέες του, το σημαντικό του έργο αποτελεί αντικείμενο μελέτης, ενώ χαρακτηριστικό είναι ότι αρνήθηκε το βραβείο Νόμπελ, λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων, θεωρώντας πως αποδεχόμενος οποιαδήποτε διάκριση ή ανταμοιβή, θα έχανε την ελευθερία της σκέψης και έκφρασής του και θα «μετέτρεπε τον εαυτό του σε θεσμό».

Δεν υπάρχουν αθώα θύματα, λοιπόν… Πρωτοακούγοντας ή πρωτοδιαβάζοντάς το κάποιος, εύκολα μπορεί να παρασυρθεί μέσα στον στόμφο και την απολυτότητα που εκπέμπει ως γνωμικό -κάτι που προδηλώνει μια βεβαιότητα για το περιεχόμενο- και γρήγορα να το αποδεχτεί και να το υποστηρίξει με θέρμη. Όμως τότε, μάλλον θα μιλούσαμε για κάποιον αφελή και αδιάφορο ή για κάποιον αρκετά επιφανειακό, αδιάλλακτο και άκριτα φανατικό μέσα στην άγνοιά του. Οι περισσότεροι, από την πρώτη κιόλας επαφή και με μια μικρή και ταχύτατη επεξεργασία, πιθανώς θα τη βρίσκαμε ακριβώς αρκετά απόλυτη και ίσως και πρόχειρη σαν φράση, μια φράση που ειπώθηκε χωρίς ιδιαίτερη αναζήτηση και κριτική σκέψη πριν, από κάποιον νιχιλιστή, σκληρό «κριτή των πάντων», που καταδικάζει κάθε άνθρωπο. Ποιος θα μπορούσε να μιλήσει με αυτά τα λόγια για κάποιον σαν τον Σαρτρ… Και πράγματι, δε θα μπορούσε να δικαιολογηθεί κάτι τέτοιο, ούτε αυτή η προσέγγιση θα ήταν πρόσφορη και αρκετή, όπως και οποιαδήποτε γενικότερα γρήγορη αντίδραση, όταν έρχεται κάποιος σε επαφή με τέτοιες φράσεις. Γιατί δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί λιγότερο αφελής κάποιος που γρήγορα θα «έδινε συγχωροχάρτι» και θα απάλλασσε των ευθυνών του κάποιον που έχει υπάρξει θύμα. Τελικά, όμως, ποια είναι η αλήθεια;

Κάποιος, λοιπόν, αρκετά ευεπηρέαστος και μηδενιστής, θα περιοριζόταν στον συνδυασμό της φράσης αυτής με την επίσης γνωστή φράση «Καθένας είναι άξιος της μοίρας του». Σύμφωνα με αυτόν, ο άνθρωπος είναι άξιος των πράξεών του και ο μόνος υπεύθυνος για τον εαυτό του, τη μοίρα και την τύχη του. Οποιαδήποτε απόδοση γεγονότων σε κάποια από τις τελευταίες είναι μια «φθηνή δικαιολογία» για τα δικά του λάθη και την ανευθυνότητά του. Ο τρόπος αντίδρασής του σε διάφορα περιστατικά, ο χαρακτήρας που έχει αναπτύξει, το περιβάλλον στο οποίο επέλεξε να ζει, διαγράφουν τη μοίρα του, ενώ με κάποια επιείκεια μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο τα παιδιά. Όμως και αυτή η μικρή παραχώρηση φτάνει; Και επιλέγει όντως κάθε άνθρωπος το περιβάλλον που ζει;

Πώς θα μπορούσαμε να κατηγορήσουμε τη γυναίκα που τη λιθοβόλησαν, επειδή διαμαρτυρήθηκε ως θύμα βιασμού σε μη δημοκρατικά καθεστώτα; Τα παιδιά-αντικείμενα εκδούλευσης, τα θύματα πολέμου, κακοποιήσεων, αλλά και κάθε ανυποψίαστο θύμα; Τον άνθρωπο που σκότωσαν επί τόπου οι ληστές που εισέβαλαν στο σπίτι του με το που τον είδαν, πριν καν προλάβει να καταλάβει ή να αντιδράσει; Αλλά και ευρύτερα, θα μπορούσαμε να κατηγορήσουμε οποιονδήποτε άνθρωπο για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γεννήθηκε, την ιστορία του και τις βασικές αρχές και τη νοοτροπία που πια είναι δέσμιος; Φυσικά, αυτό δε σημαίνει ότι κάποιος δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτό, επειδή εκεί ήταν το ξεκίνημά του -αλλιώς θα οδηγούμασταν στη μοιρολατρία- και υπάρχουν πολλά παραδείγματα ανθρώπων που ονειρεύτηκαν και με αισιοδοξία και σθένος άλλαξαν τελείως τον τρόπο ζωής τους και προόδευσαν. Το μόνο που σημαίνει είναι ότι δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε και κάποιον που δεν το κατάφερε… Το βέβαιο είναι ότι το πλαίσιο μέσα στο οποίο ζει κάποιος παίζει σημαντικό ρόλο. Ο ίδιος ο Σαρτρ εντάσσει τη φράση αυτή στο πλαίσιο μιας αστικής τάξης, αναφερόμενος στην πολιτικοποίηση και τη θέση που λαμβάνουν οι άνθρωποι αυτοί στην κοινωνία, ένα πλαίσιο όπου υπάρχει η ευχέρεια της επιλογής, πράγμα που κάνει φανερή την πρόθεση και κάθε δυνατότητα ελεύθερης δράσης με προηγούμενη επίγνωση των συνεπειών. Σε αυτή την περίπτωση, δυσκολότερα θα θεωρούταν κάποιος αθώο θύμα, αφού μάλιστα και θεωρητικά λείπει ο παράγοντας «άγνοια».

Τι έχει να πει, όμως, ο υπαρξισμός για αυτή τη θέση; Για τον Σαρτρ, λοιπόν, δεν υπάρχει θεός και οι άνθρωποι είναι ασυγχώρητα μόνοι. Κατά τον υπαρξισμό, «η ύπαρξη προηγείται της ουσίας» και, άρα, αφού ο άνθρωπος δημιουργείται πριν την ουσία του, μπορεί να αυτό προσδιορίστε, και αυτή ακριβώς η βασική έννοια του υπαρξισμού τον καθιστά απόλυτα υπεύθυνο. Όλα αυτά οδηγούν σε ένα από τα κύρια ζητήματα που ήθελε να θίξει ο Σαρτρ, την «κοινωνική υπευθυνότητα», καθώς ο άνθρωπος «κουβαλά» το βάρος των αποφάσεών του, τόσο ατομικά, όσο και μέσα στην κοινωνία. Από αυτή  την οπτική και σε στενή συνάρτηση με άλλες αποφθεγματικές φράσεις του Σαρτρ, όπως «Ο άνθρωπος είναι απόλυτα ελεύθερος και γι’ αυτό είναι απόλυτα υπεύθυνος»,«Ο άνθρωπος είναι οι επιλογές του», «Ο άνθρωπος είναι αυτό που θέλει ο ίδιος να είναι» και ίσως «Μισώ τα θύματα που σέβονται τους δημίους τους», η αρχική φράση αποκτά μεγαλύτερο νόημα. Σε απόλυτη συνάφεια, βρίσκεται και η φράση «(ο άνθρωπος είναι) Καταδικασμένος να είναι ελεύθερος», μετά από την οποία καθιερώθηκε ως μόδα το «καταδικασμένος» κάποιος να κάνει κάτι, δείχνοντας ότι τελικά, αντίτιμο της ελευθερίας είναι η ευθύνη. Παρά, λοιπόν, τα ορισμένα σημεία στα οποία ο Σαρτρ γίνεται αντιφατικός, όπως φαίνεται στη φράση «Δεν ζήτησα εγώ να γεννηθώ, επομένως δεν είμαι εγώ υπεύθυνος για τις πράξεις μου», που «γκρεμίζει όλο το προηγούμενο οικοδόμημα» περί απόλυτης ευθύνης και αθεΐας, καθώς με μόνη παράμετρο την μη επιλογή του να γεννηθεί, αναγνωρίζει τον άνθρωπο ως μη υπεύθυνο για τις πράξεις του, φαίνεται πως η γενική του θεωρία μπορεί να δικαιολογήσει από μια πλευρά τη φράση «Δεν υπάρχουν αθώα θύματα».

Όταν, λοιπόν, σταματάμε να παλεύουμε -κυρίως ως ενήλικοι- για μας και για την αλήθεια μας, όταν συμφιλιωνόμαστε με τη ραθυμία μας και αποποιούμαστε των ευθυνών μας, τότε ίσως η φράση αληθεύει, αλλά ακόμα και τότε με διαβαθμίσεις, καθώς ο βαθμός ευθύνης καθενός δεν είναι ο ίδιος, λόγω ακριβώς των διαφορετικών συνθηκών. Άλλωστε, δεν είναι λίγες οι φορές που, ακόμα και ασυνείδητα, επιλέγουμε οι ίδιοι να είμαστε «θύματα», φορώντας τη μάσκα της ανημποριάς και κλείνοντας τα μάτια στην αλήθεια. Ίσως το κάνουμε γιατί έτσι νιώθουμε πιο ασφαλείς, καθώς εναπόκειται στον κάθε άνθρωπο αν προτιμά τη θέση του θύματος ή του θύτη, όμως και πάλι δεν παύει να ισχύει. Όλοι έχουμε υπάρξει, έστω και ασυνείδητα, θύματα ή θύτες στη ζωή μας. Το θέμα είναι πότε θεωρούμαστε αθώοι. Λαμβάνοντας ως δεδομένη την απόλυτη υπευθυνότητα του ανθρώπου, τότε πράγματι κάθε «θύμα» ευθύνεται για την κατάσταση που βρίσκεται, αφού την επέτρεψε, σε βάρος της υπερηφάνειας και την ατομικότητάς του. Υπάρχουν άνθρωποι που παρά την άγνοιά τους περί του τι σημαίνει «ελευθερία», αφού γεννήθηκαν στην κατάσταση του «σκλάβου», αγωνίστηκαν για να την αποκτήσουν σαν να υπήρχε μέσα τους ενστικτωδώς. Αλλά, όσο μεγάλο και ελπιδοφόρο κι αν φαίνεται αυτό, δεν αρκεί για να ενοχοποιείται οποιουδήποτε είδους θυματοποίηση. Δεν αρκεί για να μη θεωρηθεί αθώο θύμα ο άνθρωπος που στο παραπάνω παράδειγμα έχασε τη ζωή του από τους ληστές – αι εδώ ταιριάζει το επίρρημα «άδικα»-  χωρίς καν να προλάβει να πράξει κάτι που θα τον καταστήσει «σκέτο θύμα» και όχι «αθώο». Υπάρχουν, δυστυχώς, περιπτώσεις που όσο κι αν υπάρχει η εσωτερική ανάγκη της απελευθέρωσης και το αίσθημα της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας, η δύναμη των ανθρώπων δεν αρκεί για να ανατρέψει την πραγματικότητα, για την οποία, ευρύτερα, είμαστε όλοι υπαίτιοι. Θα ήταν αρκετά σκληρό από μέρους μας να θεωρήσουμε ένοχο οποιονδήποτε άνθρωπο υποφέρει και σε αυτές τις περιπτώσεις, θα ήταν προτιμότερο η ρήση του Σαρτρ να θεωρηθεί ως μια υψηλή προτροπή αυτοκαθορισμού και ελευθερίας.

Ίσως, από την άλλη, να αρκεί… Κι αυτό αν το εντάξουμε σε ένα γενικότερο πλαίσιο -γιατί παίζει σημαντικό ρόλο η συγκεκριμένη περίπτωση που χρησιμοποιούμε τη φράση «αθώο θύμα» (γενικά ή ειδικά) και υπάρχουν πολλές παράμετροι- και σε αυτή την περίπτωση υπάρχουν δύο δρόμοι. Ο πρώτος είναι να γίνουμε πολύ σκληροί και απόλυτοι και προσμετρώντας κάθε μικρή κίνηση στη ζωή κάθε ανθρώπου που συνέβαλε στο να γίνει θύμα μια συγκεκριμένη στιγμή (και ένα πολύ απλουστευμένο παράδειγμα θα ήταν, στην παραπάνω περίπτωση, ότι δεν κλείδωσε π.χ. την πόρτα), να αφαιρέσουμε έτσι τον χαρακτηρισμό του ως αθώο. Αυτό, όμως, πιο πολύ θα εξηγούσε την αιτία ή ακόμα καλύτερα έναν παράγοντα που έκανε απλώς ευκολότερο το να αποτελέσει θύμα, μιας και οι ληστές σχεδίαζαν να εισβάλλουν ούτως ή άλλως και δεν υπάρχει άλλος λόγος γι’ αυτό, παρά την «αθωότητά» του. Ο δεύτερος είναι να απομονώσουμε την λέξη «αθώο». Τότε, το έργο μας γίνεται αρκετά ευκολότερο, καθώς κανένας άνθρωπος δεν είναι αθώος…

Ακόμα κι αν μιλούσαμε για τον πιο ηθικό άνθρωπο που δεν έχει πειράξει ποτέ άλλον, είναι βέβαιο πως έχει υπάρξει μια στιγμή στη ζωή του που δεν φέρθηκε ή ίσως σκέφτηκε «αθώα». Αλήθεια, δικαιολογεί μια προηγούμενη κακή πράξη κάποιου, την κακή πράξη που ακολουθεί από αυτόν που αποτέλεσε προηγουμένως θύμα ως «ανταπόδοση» και εκδίκηση; Και αντίστροφα, θα μπορούσαμε να αφαιρέσουμε από κάποιον τον χαρακτηρισμό «αθώο θύμα», επειδή ακριβώς είχε αποτελέσει και θύτη στο παρελθόν, ώστε η μετέπειτα θυματοποίησή του να θεωρηθεί μια «δίκαιη τιμωρία»; Η σκέψη αποκτά νόημα όταν τη σκεφτόμαστε απομονωμένη, ανεξαρτήτως οποιουδήποτε άλλου γεγονότος και μόνο ως ατομική πράξη του ανθρώπου. Γι’ αυτό τα παραπάνω ερωτήματα δεν έχουν ιδιαίτερη ουσία. Αλλιώς, τι γίνεται με τη συγχώρεση και τι νόημα έχει; Και είναι «καλύτερος άνθρωπος» αυτός που καταφέρνει να συγχωρέσει ή καλύτερα, να προσπεράσει οποιοδήποτε κακό αίσθημα θα έτρεφε για κάποιον που άλλοτε του έκανε κακό; Αλλά, ακόμη παραπέρα και πιο αυστηρά, μια κακή σκέψη για κάποιον δε μας κάνει αν όχι, σίγουρα όχι και τόσο αθώους ενόχους (η φράση «ένοχα θύματα» θα ήταν υπερβολική και μοιάζει λίγο αντιφατική, αλλά δείχνει ότι δεν αρμόζει ο όρος «αθώα θύματα»); Αναμφισβήτητα, κάποια στιγμή ξεφεύγει και δεν μπορούμε τόσο απλά να κατηγορήσουμε κάποιον για κάθε μη θετική του σκέψη, κάτι που μάλιστα δεν μπορεί καν να ελέγξει ο ίδιος από ένα σημείο και μετά και όσο καλλιεργημένος και αν είναι και όποια ανατροφή κι αν έχει λάβει, ασυνείδητα θα συμβεί κάποια στιγμή στη ζωή του… Γιατί είμαστε άνθρωποι και υπό αυτή την έννοια, όλοι ένοχοι…

Η φράση του Σαρτρ «Δεν υπάρχουν αθώα θύματα», επομένως, μπορεί να εξηγηθεί, να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί, ανάλογα με τις συνθήκες και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, τις διαβαθμίσεις της ευθύνης, τη γενική ή ειδική περίπτωση, όπου τη χρησιμοποιούμε και δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτη συμφωνία ή διαφωνία με αυτή…


Στέλλα Μίτιλη

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1999, έχει καταγωγή από τον Τύρναβο και είναι φοιτήτρια της Νομικής Σχολής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Αποτελεί ενεργό μέλος της AIESEC και έχει συμμετάσχει σε πληθώρα φοιτητικών προσομοιώσεων, συνεδρίων και σεμιναρίων, όπως το MRC 2018, το EuroPA.S 2019 και το 23ο Πανελλήνιο Κοινοβούλιο Νέων της SAFIA. Έχει ασχοληθεί με την ρητορική, έχει γίνει μέλος σε ομάδες, και έχει παρακολουθήσει ομιλίες ποικίλης θεματολογίας. Γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα και έχει συμμετάσχει σε ένα πρόγραμμα Erasmus+ στο Τορίνο. Παίζει πιάνο και γενικότερα ασχολείται με την μουσική, λατρεύει τα ταξίδια και τις ταινίες. Έχει έντονο ενδιαφέρον για διεθνή, νομικά και κοινωνικά ζητήματα.