Της Φωτεινής Μήσκου,

Κάθε άνθρωπος έχει δικαιοπρακτική ικανότητα, δηλαδή μετέχει ο ίδιος στη δημιουργία και αλλοίωση έννομων σχέσεων και συγκεκριμένα καταρτίζει αυτοπροσώπως δικαιοπραξίες. Η ικανότητα αυτή δύναται να περιοριστεί ή να αποκλειστεί με δικαστική απόφαση, όταν συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Πρόκειται για τη δικαστική συμπαράσταση, υπό την οποία τίθενται άτομα που είτε αδυνατούν να φροντίζουν μόνα τους για τις υποθέσεις τους, είτε εκθέτουν σε κίνδυνο στέρησης τον εαυτό τους ή την οικογένειά τους. Διακρίνεται (ΑΚ 1676 αρ.1 και αρ.2) σε στερητική, όταν το δικαστήριο κηρύσσει το πρόσωπο ανίκανο για όλες ή για ορισμένες δικαιοπραξίες (πλήρης η μερική αντίστοιχα) και επικουρική όταν το δικαστήριο ορίζει ότι για την ισχύ όλων ή ορισμένων δικαιοπραξιών του προσώπου, απαιτείται η συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη (πλήρης η μερική αντίστοιχα).

Σε δικαστική συμπαράσταση υποβάλλονται συγκεκριμένες κατηγορίες προσώπων, οι οποίες αναφέρονται περιοριστικώς στον νόμο ενώ και οι αντίστοιχες προϋποθέσεις πρέπει να ερμηνεύονται στενά.

Υποβάλλεται, λοιπόν, σε συμπαράσταση ο ενήλικος, ο οποίος λόγω παροδικής (π.χ επιληπτικές κρίσεις) ή μόνιμης αλλά όχι κατ’ ανάγκη ανίατης ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής αδυνατεί να φροντίζει μόνος του για τις υποθέσεις του. Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή νοείται κάθε πρόβλημα ψυχικό ή διανοητικό αντίστοιχα που εμποδίζει την ελεύθερη διαμόρφωση της βούλησης (απώλεια επαφής με το περιβάλλον, εγκεφαλικές διαταραχές, νοητική υστέρηση κ.α). Υποβάλλεται λ.χ σε δικαστική συμπαράσταση ο υπερήλικας που πάσχει από γεροντική άνοια, το πρόσωπο που λόγω εγκεφαλοπάθειας έχει χαμηλό δείκτη νοημοσύνης ή το πρόσωπο που πάσχει από σχιζοφρένεια ή διπολική διαταραχή.Υποβάλλεται, επίσης, σε δικαστική συμπαράσταση ο ενήλικος που λόγω σωματικής αναπηρίας αδυνατεί εν όλω ή εν μέρει να φροντίζει μόνος για τις υποθέσεις του (ΑΚ 1666 παρ.1 αρ.1). Στην περίπτωση αυτή η δικαστική συμπαράσταση διατάσσεται μόνο ύστερα από αίτηση του ίδιου του σωματικά ανάπηρου προσώπου. Ως σωματική αναπηρία νοείται κάθε πρόβλημα που αφορά είτε τα όργανα των αισθήσεων (π.χ οράσεως) είτε στα όργανα της κίνησης (π.χ κάτω άκρα).

Επιπλέον, ο ενήλικος, που λόγω ασωτίας, τοξικομανίας ή αλκοολισμού -και όχι από άλλους λόγους- εκθέτει στον κίνδυνο της στέρησης τον εαυτό του, τον σύζυγό του, τους κατιόντες ή τους ανιόντες του (ΑΚ 1666 παρ.1 αρ.2). Κίνδυνος στέρησης υπάρχει, όταν κινδυνεύει η προσήκουσα εκπλήρωση της νόμιμης οφειλόμενης διατροφής. Άσωτος είναι εκείνος που προβαίνει σε αλόγιστα έξοδα ανεξάρτητα από τα κίνητρά του (π.χ. σύναψη υπέρογκων σε σχέση με τα εισοδήματα καταναλωτικών δανείων). Τοξικομανής είναι εκείνος που είναι εθισμένος σε ουσίες και αλκοολικός εκείνος που συχνά βρίσκεται σε κατάσταση μέθης λόγω κατανάλωσης οινοπνεύματος.

Ο ενήλικος που εκτίει ποινή στερητική της ελευθερίας του τουλάχιστον δύο ετών υποβάλλεται σε δικαστική συμπαράσταση. Εν προκειμένω, η δικαστική συμπαράσταση είναι επικουρική (όχι στερητική) και κηρύσσεται κατά την κρίση του δικαστηρίου μόνο με αίτηση του προσώπου που εκτίει την ποινή και μόνο για τις πράξεις που αυτός προσδιόρισε στην αίτηση του (ΑΚ 1688).

Υποβάλλεται σε δικαστική συμπαράσταση ο ανήλικος που βρίσκεται ήδη υπό γονική μέριμνα ή επιτροπεία, έχει συμπληρώσει τα 17 έτη και λόγω της κατάστασής του πιθανολογείται βάσιμα ότι και μετά την ενηλικίωσή του είτε θα αδυνατεί λόγω ψυχικής η διανοητικής διαταραχής ή λόγω σωματικής αναπηρίας να φροντίζει εν όλω ή εν μέρει μόνος για τις υποθέσεις του, είτε λόγω ασωτίας, τοξικομανίας ή αλκοολισμού θα εκθέσει στον κίνδυνο στέρησης τον εαυτό του, τον σύζυγό του (αν έχει), τους κατιόντες ή τους ανιόντες του (1666 παρ.2 εδ.α’). Εν προκειμένω το δικαστήριο διαθέτει διακριτική ευχέρεια να διατάξει την υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση ή όχι. Σε κάθε περίπτωση, τα έννομα αποτελέσματα παράγονται αυτοδικαίως, αφότου ο ανήλικος ενηλικιωθεί.

Η υποβολή αποφασίζεται μόνο από το δικαστήριο ύστερα από αίτηση του ίδιου του πάσχοντος ή του συζύγου του, εφόσον υπάρχει πραγματική έγγαμη συμβίωση κατά τον χρόνο της συζήτησης της αίτησης, ή των γονέων ή τέκνων του (ενδεχομένως μέσω ειδικού επιτρόπου αν είναι ανήλικα βάσει της ΑΚ 1517) ή του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως (ΑΚ 1667 παρ.1 εδ.α’).

Οι διατάξεις των 1666 ΑΚ επ. που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τα αποτελέσματα υποβολής ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση περιέχουν αναγκαστικό δίκαιο. Αυτό σημαίνει ότι η ιδιωτική βούληση δε μπορεί να παρεκκλίνει από τις ανωτέρω ρυθμίσεις. Για παράδειγμα, δεν μπορεί να τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση ένα απόλυτα υγιές πρόσωπο, έστω κι αν συναινεί το ίδιο.Βασικό κριτήριο για τον διορισμό συμπαραστάτη είναι η καταλληλότητά του, η οποία κρίνεται με βάση το συμφέρον του συμπαραστατούμενου (ΑΚ 1684 εδ.α’). Το τελευταίο εξυπηρετείται όταν υφίσταται σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στα μέρη, καθώς και όταν ο συμπαραστάτης εκδηλώνει πραγματικό ενδιαφέρον για τον πάσχοντα. Το δικαστήριο, προκειμένου να αποφασίσει, συνεκτιμά χωρίς να δεσμεύεται από την έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας σχετικά με την αναγκαιότητα του μέτρου και την καταλληλότητα του προσώπου που πρόκειται να διοριστεί ή του σωματείου ή του ιδρύματος, στο οποίο πρόκειται να ανατεθεί η δικαστική συμπαράσταση. Ορισμένα πρόσωπα, όμως, αποκλείονται με συνέπεια, αν διοριστούν, ο διορισμός τους να μην παράγει έννομα αποτελέσματα σύμφωνα με την ΑΚ 1670 εδ.α’. Δεν διορίζεται δικαστικός συμπαραστάτης: α)αυτός που δεν έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα όπως π.χ. ο ανήλικος ή αυτός που βρίσκεται ήδη υπό δικαστική συμπαράσταση, β)ο ενήλικος για τον οποίο έχει διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης κατά το άρθρο 1672, γ) αυτός που συνδέεται με σχέση εξάρτησης ή με οποιονδήποτε άλλο στενό δεσμό με τη μονάδα ψυχικής υγείας στην οποία ο συμπαραστατέος έχει εισαχθεί για θεραπεία ή απλώς διαμένει.

Εάν διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης πρόσωπο που δεν έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα (π.χ ο ανήλικος μικρότερος αδελφός του νοητικά ανάπηρου), ο διορισμός του δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Αυτό έχει τις ακόλουθες συνέπειες. Ο συμπαραστατούμενος εξακολουθεί να στερείται της δικαιοπρακτικής του ικανότητας ή να έχει περιορισμένη, διότι ο παράνομος διορισμός δε θίγει και το κύρος της δικαστικής συμπαράστασης αυτής καθεαυτή. Ο δικαστικός συμπαραστάτης που δεν έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα παράνομα καταρτίζει τις δικαιοπραξίες στο όνομα του συμπαραστατούμενου, με συνέπεια να είναι αυτές απολύτως άκυρες (ΑΚ 130, 174).

Τέλος, αν δεν μπορεί να βρεθεί κατάλληλο φυσικό πρόσωπο για να διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 1669 ΑΚ (π.χ. έχουν αποβιώσει οι στενοί συγγενείς του συμπαραστατέου), η δικαστική συμπαράσταση ανατίθεται σε σωματείο ή ίδρυμα που έχει συσταθεί ειδικά για το σκοπό αυτό και διαθέτει το κατάλληλο προσωπικό και υποδομή, αλλιώς στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία. Στην τελευταία περίπτωση, τα έργα του εποπτικού συμβουλίου ασκεί ο Ειρηνοδίκης (ΑΚ 1671 εδ. β’, ΑΚ 1635 εδ. α’).


Πηγές
  • Απόστολος Γεωργιάδης, Εγχειρίδιο οικογενειακού δικαίου, β’ έκδοση, 2017
  • Απόστολος Γεωργιάδης, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, 2012
  • Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη Έφη, Οικογενειακό Δίκαιο, 2011
  • Lawspot.gr

Φωτεινή Μήσκου

Γεννήθηκε το 2000 και είναι φοιτήτρια της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Είναι μέλος της European Law Students' Association (ELSA). Γνωρίζει αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά. Στον ελεύθερό της χρόνο ασχολείται με την ανάγνωση βιβλίων, τον κινηματογράφο και το θέατρο. Παρακολουθεί συνέδρια και ημερίδες με νομικό κυρίως περιεχόμενο και αρθρογραφεί στην κατηγορία των νομικών και κοινωνικών θεμάτων.