Του Φώτη Τεγόπουλου,

Ως διπλωματία ορίζουμε τον κλάδο της πολιτικής που ασχολείται με τις σχέσεις μεταξύ κρατών, την αντιπροσώπευση και τις διαπραγματεύσεις τους. Έχει λάβει διάφορες μορφές ανά τα χρόνια, εξελίσσεται διαρκώς και προσαρμόζεται ανάλογα με τις ανάγκες της εκάστοτε εποχής. Τα τελευταία 70 χρόνια έχουν δημιουργηθεί πολύαριθμα φόρα διαπραγματεύσεων ως αποτέλεσμα της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης, ειδικά στη Δύση και εδράζονται στη φιλελεύθερη προσέγγιση των διεθνών σχέσεων. Μπορούμε να πούμε πως άπτονται όλων των πτυχών της καθημερινότητάς μας: άμυνα, ασφάλεια, περιβάλλον, οικονομία λ.χ. και λειτουργούν ως πλαίσιο για συζήτηση και λήψη αποφάσεων από τις συμμετέχουσες σ’ αυτά χώρες. Εσχάτως, και με κριτήριο τις εξελίξεις στο διεθνές πεδίο και τη διαρκή τεχνολογική εξέλιξη έχουν γεννηθεί 3 πρωτότυπα θα λέγαμε είδη διπλωματίας: η ψηφιακή, η διπλωματία που στερείται σοβαρότητας και εκείνη που διεξάγεται μεταξύ συγγενικών προς τους ηγέτες προσώπων ή η υλοποίηση σχεδίων από μέρους τους. Κάθε μία εξ’ αυτών έχει το δικό της ενδιαφέρον και τραβά τα φώτα της δημοσιότητας, ενώ ενδεχομένως να κερδίζουν έδαφος έναντι των παραδοσιακών μορφών, αλλάζοντας έτσι τα δεδομένα στον τρόπο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής και εν γένει, προσέγγισης των διεθνών ζητημάτων.

Η πρώτη κατηγορία εναλλακτικής άσκησης διπλωματίας είναι η ψηφιακή. Παρατηρούμε δηλαδή ότι όλο και περισσότεροι αξιωματούχοι κρατών ανά την υφήλιο αξιοποιούν τις δυνατότητες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ώστε να περάσουν τα μηνύματα που επιθυμούν και να προωθήσουν τις θέσεις τους σχετικά με τα κρίσιμα για τον πλανήτη ζητήματα. Ποιο παράδειγμα σας/μας έρχεται στο μυαλό; Ασφαλώς εκείνο του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος χρησιμοποιεί ασταμάτητα το αγαπημένο του Twitter για να πάρει θέση για θέματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι σε καθημερινή βάση προχωρά σε αναρτήσεις στον προσωπικό του λογαριασμό για πάσης φύσεως θέματα, επιδιώκοντας πολλές φορές και την προσωπική του προβολή. Έρχεται σε επαφή με τους ακολούθους – υποστηρικτές του και επιλέγει αυτό τον τρόπο αλληλεπίδρασης, εκμεταλλευόμενος την ταχύτητα στη διάδοση των μηνυμάτων και του «ανεβάσματος» των δημοσιεύσεών του. Στα καθ’ ημάς, έχουμε δει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ότι και πολλοί αξιωματούχοι της Τουρκίας συχνά επιλέγουν τα social media προκειμένου να αναδείξουν τις θέσεις της χώρας τους, όπως αυτό φαίνεται και από τον τρόπο που προβάλλουν τις διεκδικήσεις τους στην Ανατολική Μεσόγειο. Λόγου χάριν, έχουμε δει τον ΥΠΕΞ Τσαβούσογλου ή τον Υπ. Ενέργειας Φατίχ Ντονμέζ να κάνουν χρήση του Twitter για να προβάλλουν τη θεώρηση της Τουρκίας για τα τεκταινόμενα στην περιοχή, μέσω π.χ. της δημοσίευσης χαρτών που απεικονίζουν τα δικαιώματά της, νόμιμα και μη στη Μεσόγειο.

Προχωράμε τώρα στο δεύτερο τρόπο εναλλακτικής άσκησης διπλωματίας που είναι εκείνη που δεν απολαμβάνει σοβαρότητας, βασίζεται σε προσβολές και αγγίζει τα όρια του λαϊκισμού. Βρίσκει μεγάλη απήχηση στα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα, καθώς επίσης και σ’ εκείνα που βρίσκονται κάτω από το μέσο μορφωτικό επίπεδο και ενεργοποιεί τα εθνικιστικά αισθήματα των πολιτών. Έχει έντονο καταγγελτικό χαρακτήρα και ξεφεύγει κατά πολύ από τη συνήθη προσέγγιση επικοινωνίας και συνεννόησης που ακολουθείται σε τέτοια ζητήματα. Τα παραδείγματα, πολυάριθμα: «Το ΝΑΤΟ είναι κλινικά νεκρό» – Ε. Μακρόν, Ρ. Τ. Ερντογάν προς Ε. Μακρόν: «Είσαι εγκεφαλικά νεκρός», Ν. Τραμπ προς τον πρόεδρο της Τουρκίας: «Μην είσαι ανόητος» και ο διάλογος on camera μεταξύ των ηγετών Γαλλίας και ΗΠΑ: – «Θα θέλατε λίγους καλούς μαχητές του ISIS;» – «Ας σοβαρευτούμε». Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι η αγοραία γλώσσα χρησιμοποιείται όλο και πιο συχνά κατά τη διάρκεια διεθνών συνομιλιών και επαφών, ιδίως σε μια εποχή όπου ο λαϊκισμός βρίσκεται σε έξαρση ειδικά στην Ευρώπη, χαμηλώνοντας το επίπεδο του διαλόγου ανάμεσα στα εκάστοτε εμπλεκόμενα μέρη. Εξαφανίζει τη σοβαρότητα και την τυπικότητα που διέπει αυτές τις περιστάσεις μεν, έχει υποστήριξη από τις μάζες δε. Παράλληλα, υπονομεύει την αξιοπιστία και το σεβασμό προς τους ηγέτες των χωρών που χρησιμοποιούν αυτού του είδους τις εκφράσεις. Ωστόσο, δε φαίνεται κάποιοι εξ’ όσων το κάνουν να νοιάζονται γι’ αυτό.Ως προς τη διπλωματία των γαμπρών, είναι εμφανής στην περίπτωση των διαπραγματεύσεων και συναντήσεων ανάμεσα στην Τουρκία και τις ΗΠΑ, καθώς βλέπουμε ότι οι γαμπροί των προέδρων, Μπεράτ Αλμπαϊράκ και Τζάρεντ Κούσνερ αντίστοιχα διαδραματίζουν κομβικό ρόλο στις συνομιλίες για τα ζητήματα που απασχολούν τις δύο χώρες. Δίνουν το παρόν σε όλες τις συναντήσεις και επηρεάζουν με το δικό τους τρόπο τα αποτελέσματά τους. Ταυτόχρονα, αναλαμβάνουν και οι ίδιοι πρωτοβουλίες και ευθύνες σε ό,τι έχει να κάνει με τα συμφέροντα των χωρών τους και τις διεθνείς τους επαφές. Παραδείγματος χάριν, ο Κούσνερ εκπόνησε παλαιότερα σχέδιο οικονομικής βοήθειας προς τους Παλαιστινίους στο πλαίσιο του «deal του αιώνα» που είχε υποσχεθεί ο πρόεδρος Τραμπ για την επίλυση του ζητήματος, ενώ ο Αλμπαϊράκ διαπραγματευόταν με τη Γερμανία για την ενίσχυση των διμερών οικονομικών σχέσεων και την προσέλκυση κεφαλαίων στην Τουρκία. Δεν στεκόμαστε στα αποτελέσματα, όσο στο γεγονός ότι χαίρουν της εμπιστοσύνης των ηγετών των κρατών τους και βγαίνουν μπροστά, είναι δραστήριοι και εκπροσωπούν τη χώρα τους στη διεθνή σκηνή, δίχως να φοβούνται να εκτεθούν ή υπό το φόβο πιθανών αντιδράσεων.

Συνοψίζοντας, διαπιστώνουμε ότι και τα τρία είδη άσκησης διπλωματικών σχέσεων που παρουσιάστηκαν παραπάνω κερδίζουν έδαφος στο διεθνές στερέωμα και οι ηγέτες που τα χρησιμοποιούν εκμεταλλεύονται τα πλεονεκτήματα/ερείσματα που εκείνα έχουν. Ο καθένας από εμάς μπορεί να κρίνει πόσο αποτελεσματικά είναι και το βαθμό επιτυχίας τους, το σίγουρο όμως είναι ότι ήρθαν για να μείνουν και να συμπληρώσουν τον παραδοσιακό τρόπο διμερών ή πολυμερών προσεγγίσεων. Παρακολουθούμε με ενδιαφέρον το πώς εξελίσσονται και ενδεχομένως, το αν θα προκύψει κάποια επιπρόσθετη κατηγορία μελλοντικά και φυσικά, ποια θα είναι τα χαρακτηριστικά που θα λάβει.


Φώτης Τεγόπουλος

Μεταπτυχιακός φοιτητής του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ, με εξειδίκευση στις εξωτερικές σχέσεις της ΕΕ. Απόφοιτος του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών Πανεπιστημίου Πειραιώς, με καταγωγή από την Λάρισα. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα άπτονται των διεθνών σχέσεων, των ευρωπαϊκών θεμάτων, της εσωτερικής και της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας. Συγγράφει άρθρα εδώ και πέντε έτη.