Της Ανδριάνα Γιάτσιου,

Ο Λάμπρος Κορομηλάς υπήρξε αναμφισβήτητα μία από τις σημαίνουσες προσωπικότητες του Μακεδονικού Αγώνα. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1856 και ήταν ο δευτερότοκος γιος του εκδότη Ανδρέα Κορομηλά. Σπούδασε φυσική, μαθηματικά και οικονομικά στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Όταν επέστρεψε από το εξωτερικό, ανέλαβε για λίγο την εφημερίδα του πατέρα του, όπου και δημοσίευσε άρθρα δημοσιονομικού χαρακτήρα.

Το 1896 έλαβε ενεργά μέρος στην Κρητική Επανάσταση και το επόμενο έτος στον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο. Το 1897 διορίσθηκε γενικός γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών μέχρι και την παραίτησή του, το 1899. Τότε, για να συνδράμει στον Μακεδονικό Αγώνα, ξεκίνησε εντατικά μαθήματα τουρκικών και βουλγαρικών και επιδόθηκε σε ταξίδια (Κωνσταντινούπολη, Μακεδονία, Θράκη και Μικρά Ασία) ώστε να σχηματίσει ιδίοις όμμασι, αντίληψη της κατάστασης που επικρατούσε στα υπόδουλα ελληνικά εδάφη. Η παρασκηνιακή του δράση διήρκησε ως το 1904 που διορίστηκε πρόξενος στη Φιλιππούπολη, με σκοπό να προασπίσει τα δικαιώματα του ελληνικού στοιχείου και να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη βουλγαρική επιθετικότητα.Για να καταλάβει κανείς τη συμβολή του Λάμπρου Κορομηλά στο Μακεδονικό Αγώνα, πρέπει να λάβει υπόψιν την πολιτική κατάσταση στη Μακεδονία το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1877 τερματίστηκε με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου το 1878. Με τη συνθήκη αυτή δημιουργήθηκε η «Μεγάλη Βουλγαρία», η οποία εκτεινόταν στο μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας, παραγνωρίζοντας την ύπαρξη των ελληνικών πληθυσμών. Χάρη στις διαφωνίες των Μεγάλων Δυνάμεων, η συνθήκη αυτή αναθεωρήθηκε στο συνέδριο του Βερολίνου το ίδιο έτος. Οι αποφάσεις, όμως, του συνεδρίου του Βερολίνου άφησαν όλες τις βαλκανικές δυνάμεις δυσαρεστημένες από την τελική ρύθμιση των συνόρων τους. Έτσι, η καθεμία είχε πρωταρχικό σκοπό να συμπεριλάβει τους χριστιανικούς πληθυσμούς της, υπό οθωμανικής κυριαρχίας, Μακεδονίας στη δική της επιρροή. Στους εθνικούς αυτούς ανταγωνισμούς καταλυτικό ρόλο έπαιζε ο τουρκικός παράγοντας, ο οποίος προσπαθώντας να διατηρήσει το status quo, ασκούσε αντιφατική πολιτική, που αποσκοπούσε στη διάσπαση και διαίρεση των βαλκανικών δυνάμεων και την εξασθένιση του ελληνικού στοιχείου. Το 1885 η βουλγαρική επιθετικότητα αυξήθηκε με την προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας από τη Βουλγαρία και την αποστολή κομιτατζήδων στη Μακεδονία. Η Ελλάδα, τότε, συντονίστηκε με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αποστέλλοντας Έλληνες γιατρούς, δασκάλους και ιερείς για την τόνωση της εθνικής συνείδησης και του ηθικού στις περιοχές που ταλαιπωρούνταν από τους κομιτατζήδες. Με την ήττα όμως στον πόλεμο του 1897, η επίσημη ελληνική πολιτική στη Μακεδονία, ήταν η διατήρηση αγαθών σχέσεων με τις τουρκικές αρχές, ώστε να μην κινδυνεύσουν ελληνικοί πληθυσμοί.Ο ρόλος του προξένου στη Μακεδονία, ήταν να υποβάλει στην κυβέρνηση υπομνήματα, που άλλοτε υιοθετούνταν, άλλοτε όχι. Ο Λάμπρος Κορομηλάς, λοιπόν, αφού ανέλαβε πρόξενος στη Φιλιππούπολη, όπου έδρευαν τα βουλγαρικά κομιτάτα, παρακολουθούσε τις μεθόδους δράσης τους, προσποιούμενος ακόμα και τον ομοϊδεάτη. Πληροφορούσε, κατ’ αυτόν τον τρόπο την ελληνική κυβέρνηση για τις κινήσεις τους. Το Σεπτέμβριο του 1904, τοποθετήθηκε ως Γενικός Πρόξενος στη Θεσσαλονίκη. Ο Κορομηλάς αφήνοντας πίσω του την παθητική στάση των προκατόχων του, κατά τα έτη 1904-1908 ανέδειξε το κτίριο του Ελληνικού Προξενείου στη Θεσσαλονίκη, σε επιτελικό κέντρο του Μακεδονικού Αγώνα. Το κτίριο του Προξενείου συγκοινωνούσε με τον παρακείμενο στα βόρεια μητροπολιτικό ναό του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Δινόταν έτσι, λοιπόν, η δυνατότητα στους μακεδονομάχους, αλλά και στον απλό λαό, να εισέρχονται στο Προξενείο χωρίς να κινούν υποψίες. Υπό τη διοίκηση του Λάμπρου Κορομηλά κατάφεραν να συντονιστούν όλες οι ελληνικές οργανώσεις της Μακεδονίας, ώστε να δρουν αποτελεσματικά, υπό ενιαία, σχεδόν, διοίκηση. Το κτίριο του Προξενείου, εκείνη την εποχή, ήταν γνωστό ως το «Κέντρον». Ο πρόξενος, με οδηγίες από την Αθήνα, έφερε νέους αξιωματικούς με ψευδώνυμα (Αβράσογλου, Σπυρομήλιος, Μαζαράκηδες κ.α.), οι οποίοι υποτίθεται πως διορίζονταν ως γραμματείς και γραφείς στο Προξενείο. Οι αξιωματικοί αυτοί συνέλεγαν πληροφορίες, διένειμαν όπλα και περνούσαν μακεδονομάχους από την ελεύθερη Ελλάδα στη Μακεδονία. Περαιτέρω, ο Κορομηλάς ίδρυσε τη μυστική «Οργάνωση Θεσσαλονίκης», που βοηθούσε τα ένοπλα αντάρτικα σώματα. Παράλληλα με τη δουλειά στο Προξενείο, ανέπτυξε μεγάλη κοινωνική δραστηριότητα φροντίζοντας να βρίσκεται σε διαρκή επικοινωνία με τον Ελληνισμό της Θεσσαλονίκης, επισκεπτόταν συχνά τις τουρκικές πολιτικές αρχές του βιλαετίου της Θεσσαλονίκης προς όφελος των ελληνικών συμφερόντων.

Η εμφανής, όμως, σύνδεση του Κορομηλά με την ελληνική ένοπλη δράση οδήγησε στις εύλογες διαμαρτυρίες της Πύλης. Έτσι η ελληνική κυβέρνηση, το καλοκαίρι του 1906, αναγκάστηκε να τον αποσύρει από την προξενική του θέση στη Θεσσαλονίκη. Προκειμένου όμως να αποτραπεί η οριστική όσο και καταστροφική απομάκρυνσή του από τη Μακεδονία, ο Κορομηλάς πήρε τον τίτλο του Γενικού Επιθεωρητού των ελληνικών προξενείων της περιοχής αυτής. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η παραμονή του στα μακεδονικά βιλαέτια παρατάθηκε μέχρι το τέλος του 1907, οπότε, μετά από ισχυρές εξωτερικές πιέσεις, διορίστηκε πρεσβευτής στην Ουάσιγκτον.

Το 1910, ο Λάμπρος Κορομηλάς μετά την επάνοδο του στην Ελλάδα, παραιτήθηκε του διπλωματικού αξιώματος και αναμίχθηκε με την πολιτική. Εξελέγη βουλευτής και ανέλαβε το υπουργείο Οικονομικών στην πρώτη κυβέρνηση Βενιζέλου. Εν όψει του επερχόμενου Βαλκανικού Πολέμου κατάφερε κατά τη διετία 1910-1912 να συγκεντρώσει αποθεματικό κεφάλαιο για τις ανάγκες του πολέμου, που όμοιο του δεν είχε προβλεφθεί ούτε για τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Λίγο πριν την έκρηξη του πολέμου, ως υπουργός Εξωτερικών πια, ήταν εκείνος που εισηγήθηκε στην κυβέρνηση και τον βασιλιά την αναγκαιότητα της βαλκανικής συνεργασίας, παρόλο που ήταν πολέμιος των Σλάβων. Το 1913, μετά από διαφωνία με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, παραιτήθηκε του αξιώματός του. Πέθανε το 1923 στη Νέα Υόρκη.Ο Λάμπρος Κορομηλάς αποτελεί παράδειγμα γεωστρατηγικής ευφυίας. Κατέδειξε τις απαραίτητες αρετές του δημοσίου λειτουργού, ευρυμάθεια, αρετή και βαθιά αίσθηση καθήκοντος. Τις αρετές αυτές χρειαζόταν η Ελλάδα, τη δύσκολη εκείνη εποχή, που αντιμετώπιζε δύο πολύ σοβαρά ζητήματα, το Μακεδονικό και το Κρητικό. Πάνω απ’όλα ο Λάμπρος Κορομηλάς διακρινόταν από οξυδερκή κατανόηση των διεθνών σχέσεων χωρίς ιδεοληψίες και αυτό φαίνεται από το χειρισμό του στο βουλγαρικό ζήτημα. Παρόλο που το 1904 ανέλαβε να οργανώσει τον αγώνα κατά των Βουλγάρων, το 1912, κατανοώντας την ανάγκη της συγκεκριμένης περιόδου, προώθησε μία ελληνοβουλγαρική συνεννόηση, συμβάλλοντας στο θρίαμβο των Βαλκανικών πολέμων.


Πηγές
  • Απόστολος Βακαλόπουλος, Το Μακεδονικό Ζήτημα, 1988
  • Γεώργιος Ρούσσος, Η ιστορία του Νεώτερου Ελληνικού Κράτους

Ανδριάνα Γιάτσιου

Γεννημένη το 1997, κατάγεται από τα Γρεβενά και διαμένει στη Θεσσαλονίκη, όπου σπουδάζει στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ. Κατεύθυνση της είναι η Αρχαιολογία, την οποία αγαπά από μικρό παιδί. Έχει άριστη γνώση αγγλικών και μέτρια γνώση γερμανικών. Στον ελεύθερό της χρόνο, μελετά ιστορία με ιδιαίτερη προτίμηση στη νεότερη και διαβάζει αγγλική λογοτεχνία.