Του Παύλου Πετίδη,

Διαβάζοντας τις τελευταίες εκθέσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος ότι, ειδικά στον αναπτυγμένο κόσμο, η ανάδυση «κοινωνιών συνταξιούχων» καθίσταται ήδη ως ένα σοβαρό πρόβλημα από διάφορες πλευρές. Είναι γεγονός ότι ο πληθυσμός των πλούσιων χωρών γερνάει ολοένα και πιο γρήγορα, ενώ οι φτωχές χώρες ακολουθούν με διαφορά λίγων δεκαετιών.

Σύμφωνα μάλιστα με την τελευταία διετή πληθυσμιακή πρόβλεψη του ΟΗΕ, η διάμεση ηλικία για όλες τις χώρες πρόκειται να αυξηθεί, έως το 2050, στα 38 έτη, σε σχέση με τα 29 έτη που βρίσκεται σήμερα. Προς το παρόν, μόνον ένα ποσοστό μικρότερο του 11% των περίπου 7 δισεκατομμυρίων ανθρώπων στον κόσμο είναι άνω των 60 ετών. Βάσει της κεντρικής πρόβλεψης του ΟΗΕ, έως το 2050 το ποσοστό αυτό επρόκειτο να φτάσει το 22% (με πληθυσμό άνω των 9 δισεκατομμυρίων) και στις αναπτυγμένες χώρες να ανέλθει στο 33%. Με άλλα λόγια, στις πλούσιες χώρες ο ένας στους τρεις θα είναι συνταξιούχος, ενώ σχεδόν ο ένας στους δέκα θα είναι άνω των 80 ετών.

Σε ποιους παράγοντες μπορεί να οφείλεται, όμως, αυτό το τόσο έντονο και τόσο σοβαρό φαινόμενο της δημογραφικής γήρανσης; Ο πρώτος σημαντικός λόγος είναι ότι σε όλα τα μέρη του κόσμου ο μέσος όρος ζωής είναι πολύ υψηλότερος απ’ ό,τι στο παρελθόν. Η τάση αυτή ξεκίνησε με τη βιομηχανική επανάσταση. Ενώ το 1900 το μέσο προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση για όλο τον κόσμο έφθανε μόλις στα 30 έτη, σήμερα οι αριθμοί αυτοί έχουν αυξηθεί αντιστοίχως σε 67 και 78 έτη και θα εξακολουθούν να αυξάνονται. Το δεύτερο και ακόμη σοβαρότερο αίτιο εντοπίζεται στη μείωση των ποσοστών των γεννήσεων σε όλο τον κόσμο, με αποτέλεσμα οι νεαρές ηλικιακές ομάδες να μην μπορούν να αντισταθμίσουν τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό των ηλικιωμένων.

Ως προς τις επιπτώσεις, η μακροοικονομική θεωρία είναι αποκαλυπτική. Ειδικότερα, αποτελεί κοινό τόπο στην επιστημονική κοινότητα ότι οι οικονομίες των χωρών που ο πληθυσμός γερνά, αναπτύσσονται με πιο αργούς ρυθμούς από εκείνες των χωρών με νεαρότερο πληθυσμό. Επιπλέον, όσο σημειώνεται αύξηση του αριθμού των συνταξιούχων και παράλληλα μειώνεται ο αριθμός εκείνων που τους αντικαθιστούν, τόσο συρρικνώνεται το εργατικό δυναμικό, με αποτέλεσμα τη μείωση της παραγωγής (εκτός αν η παραγωγή αυξηθεί με ταχύτερους ρυθμούς), καθώς αυτοί που θα συνεχίσουν να εργάζονται θα είναι μεγαλύτερης ηλικίας και συνεπώς πιθανότατα λιγότερο αποδοτικοί.

Η επέκταση του μέσου όρου της επαγγελματικής ζωής κατά 10 χρόνια, διασφαλίζοντας την ίδια στιγμή ένα επαρκές δίκτυο κοινωνικής ασφάλειας για όσους δεν είναι σε θέση να εργαστούν στα εξήντα και τα εβδομήντα τους, αποτελεί μια μεγάλη πρόκληση της κοινωνικής πολιτικής σήμερα, καθώς και για τις επόμενες δεκαετίες. Η αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης περιλαμβάνει την εμβάθυνση σε τομείς πολιτικής από τις συνθήκες εργασίας, τις δεξιότητες και τη δια βίου μάθηση, μέχρι τις συντάξεις, τις κοινωνικοοικονομικές ανισότητες στην υγεία και στο προσδόκιμο ζωής, όπως και στον σχεδιασμό μιας πολύ ευρύτερης ατζέντας για την ενεργό γήρανση.

Τέλος, η ενεργός γήρανση συνεπάγεται και οικονομικές ευκαιρίες. Οι γηραιότεροι αντιπροσωπεύουν μια αναπτυσσόμενη αγορά. Η εξυπηρέτηση αυτής της αγοράς θα οδηγήσει σε επιχειρηματικές ευκαιρίες και καινοτομίες στις οποίες η Ευρώπη θα μπορούσε να είναι ηγέτης. Η εμπειρία και η εξειδίκευση των γηραιότερων είναι ένα αναπόσπαστο asset για τις οικονομίες μας, ένα asset που αυξάνεται περαιτέρω όταν μπορούν να περάσουν τη σκυτάλη σωστά, με την καθοδήγηση των νεότερων γενιών.


Παύλος Πετίδης

Είναι προπτυχιακός φοιτητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης. Έχει πραγματοποιήσει πρακτικές ασκήσεις στο Υπουργείο Εξωτερικών και στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ενώ έχει συμμετάσχει σε πλήθος συνεδρίων και προσομοιώσεων οργάνων των Ηνωμένων Εθνών (MUN). Αυτή την περίοδο, πραγματοποιεί την πρακτική του άσκηση στο Παρατηρητήριο για την Κρίση, υπό την αιγίδα του οποίου θα δημοσιεύσει δύο Policy Papers σε θέματα ευρωπαϊκής πολιτικής.