Της Πηνελόπης Ανυφαντή,

Η συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί κορυφαία στιγμή για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και έκφραση της -κατά τεκμήριο- αναβάθμισης του καταστατικού χάρτη της χώρας. Συνδέεται με την εξέλιξη της δημοκρατίας και τη μετάβαση από την εξουσία του Βασιλέα στην κυριαρχία του λαού, γεγονός που συμβολοποιεί η απουσία οποιασδήποτε σύμπραξης του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η διαδικασία αναθεώρησης χρωματίζεται συχνά από την πολιτική ιδεολογία της Προτείνουσας Βουλής, καθορίζεται από τη φυσιογνωμία των οικονομικών ή κοινωνικών συγκυριών και διαμορφώνεται από την ανάγκη συνταγματικής αποκρυστάλλωσης κανόνων και αρχών που έχουν ωριμάσει.

Η αναθεώρηση του Συντάγματος, η δεύτερη φάση της οποίας διεξήχθη πρόσφατα στη Βουλή, έφερε στο φως για πρώτη φορά στα συνταγματικά χρονικά με τόσο σαφή και έντονο τρόπο, σε πολιτικό επίπεδο, το ζήτημα της δέσμευσης της Αναθεωρητικής Βουλής από την Προτείνουσα. Η αξιωματική αντιπολίτευση προέβαλε ένσταση αντισυνταγματικότητας, τόσο της αναθεωρητικής διαδικασίας, όσο και των ουσιαστικών ορίων της, αναφορικά με την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Υπογράμμισε πως η Αναθεωρητική Βουλή δεσμεύεται από τις κατευθυντήριες γραμμές της Προτείνουσας, αναζωπυρώνοντας τη συζήτηση γύρω από την έννοια της δέσμευσης. Όπως ήταν σαφώς αναμενόμενο, η ένσταση απερρίφθη από όλα τα κόμματα.Η διαδικασία της αναθεώρησης, ως συντεταγμένη λειτουργία, προβλέπεται από το ίδιο το Σύνταγμα και διαφέρει από την τροποποίηση οποιουδήποτε άλλου νόμου. Το Σύνταγμα έχει θεμελιώδη χαρακτήρα, στον οποίο στηρίζεται η υπεροχή του έναντι όλων των άλλων κανόνων δικαίου. Η διαδικασία της αναθεώρησης υπόκειται σε ουσιαστικούς, διαδικαστικούς και χρονικούς περιορισμούς που προβλέπονται από το άρθρο 110 και συνθέτουν την ιδιαίτερη νομική του φυσιογνωμία εξασφαλίζοντας παράλληλα την αυστηρότητά του. Αν λοιπόν μπορούσε να αναθεωρηθεί όπως ένας κοινός νόμος, θα απομειωνόταν η αυστηρότητα αυτή. Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, η Προτείνουσα την αναθεώρηση Βουλή διαπιστώνει την ανάγκη τροποποίησης του καταστατικού μας χάρτη και καθορίζει εναρίθμως τις αναθεωρήσιμες διατάξεις. Η διαφωνία που προκύπτει έγκειται στη δέσμευση της Αναθεωρητικής Βουλής από τον προσδιορισμό της ουσιαστικής αναθεωρητικής κατεύθυνσης, όπως αυτή έχει διατυπωθεί από την Προτείνουσα Βουλή.

Κρίσιμο στοιχείο για τη διαμόρφωση της πρώτης άποψης είναι η παρεμβολή της εκλογικής διαδικασίας ανάμεσα στις εργασίας των δύο Βουλών. Το άρθρο 110 του Συντάγματος προβλέπει την κατά στάδια διαδικασία της αναθεώρησης στην οποία το κάθε όργανο έχει τη δική του αρμοδιότητα. Η πρώτη Βουλή διαπιστώνει απλώς την ανάγκη αναθεώρησης, το γεγονός δηλαδή ότι μία διάταξη απέτυχε και εξ αυτού του λόγου πρέπει να τροποποιηθεί, συνεπώς τα παραγωγικά αίτια της βούλησης δε διαδραματίζουν δεσμευτικό ρόλο. Η αναθεωρητική κατεύθυνση και το ειδικότερο περιεχόμενο των διατάξεων που έχουν προταθεί, αποτελούν απλώς έκφραση πολιτικής τοποθέτησης που θα συνεκτιμηθεί από το εκλογικό σώμα για τη διαμόρφωση του εκλογικού αποτελέσματος. Ο κυρίαρχος λαός καλείται να λάβει υπόψη του -μεταξύ άλλων- και τη διακήρυξη της πολιτικής πρόθεσης διαμόρφωσης του περιεχομένου των αναθεωρήσιμων διατάξεων από την Προτείνουσα Βουλή, κατά τη διεξαγωγή των εκλογών που αποτελούν το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας. Η Αναθεωρητική Βουλή, δηλαδή εκείνη που προκύπτει μετά τη διεξαγωγή των εκλογών, έχει την αρμοδιότητα απροϋπόθετης άσκησης πολιτικής εξουσίας προς τροποποίηση του Συντάγματος, λόγω του υψηλού νομιμοποιητικού ρόλου που διαδραματίζουν οι εκλογές. Είναι κυρίαρχη και άρα ο προσδιορισμός του περιεχομένου της εν λόγω διαδικασίας ανήκει σε αυτή.

Η συνταγματική έννοια της «πρότασης», όπως αυτή διατυπώνεται στο άρθρο 110, σχετίζεται με την περιορισμένη εντολή που λαμβάνει η Αναθεωρητική Βουλή σχετικά με την ανάγκη αναθεώρησης και ουδόλως σημαίνει δέσμευση. Όπου το Σύνταγμα θέλει να δεσμεύσει με την πρόταση, το λέει ρητά, όπως στο άρθρο 41 παράγραφος 2 για τη διάλυση της Βουλής από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατόπιν πρότασης της Κυβέρνησης. Η διεξαγωγή της αναθεωρητικής διαδικασίας από δύο Βουλές αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του συνταγματικού δικαίου της χώρας μας, κατοχυρωμένο ήδη στο Σύνταγμα του 1911 και συνδέεται άμεσα με την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας, καθώς δίνεται η δυνατότητα στον λαό να καθορίσει με την ψήφο του το αναθεωρητικό εγχείρημα. Η δέσμευση της Αναθεωρητικής Βουλής από την Προτείνουσα -άποψη πολιτικά συμφέρουσα για την τωρινή αξιωματική αντιπολίτευση- θα αποτελούσε παραγκωνισμό της λαϊκής βούλησης, θα καθιστούσε την κατά στάδια διαδικασία κενό γράμμα και τη νέα Βουλή συνταγματική «μαριονέτα» της πρώτης, ειδικά στην περίπτωση που το εκλογικό αποτέλεσμα αναδείκνυε νέους συσχετισμούς δυνάμεων.Η δεύτερη άποψη τάσσεται υπέρ της δέσμευσης, με την παράλληλη τήρηση ορισμένων διαδικαστικών προϋποθέσεων. Καθοριστική για τη νομική θεμελίωση της δεύτερης αυτής άποψης είναι η απόφαση 11/2003 του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου (στο εξής ΑΕΔ), στην οποία κρίθηκε αρχικά ότι η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, συνεπώς δεν εμπίπτει στα ανέλεγκτα interna corporis της Βουλής. Το 1996 προέκυψε, τόσο στην Επιτροπή Αναθεώρησης όσο και στη Βουλή, το ζήτημα της αναθεώρησης του άρθρου 57 προς την κατεύθυνση ότι το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών δε θα είναι απόλυτο. Στη δεύτερη Βουλή, όμως, το ασυμβίβαστο έγινε απόλυτο. Το ΑΕΔ διαπίστωσε τότε πως δεν υπήρξε παραβίαση των υποχρεώσεων της Αναθεωρητικής Βουλής έναντι της πρώτης, «προεχόντως» διότι ο προσδιορισμός των προς αναθεώρηση διατάξεων έγινε μόνο αριθμητικά χωρίς λεκτική διατύπωση. Σύμφωνα με την ερμηνεία της απόφασης που γίνεται από τους υποστηρικτές της δεύτερης άποψης, εφόσον υπάρξει λεκτική διατύπωση περί δέσμευσης τόσο στην εισήγηση της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος όσο και στην τελική απόφαση της Βουλής, τέτοια δέσμευση είναι δυνατή. Μετά τη δημοσίευση της εν λόγω αποφάσεως έγινε προσφυγή στο ΕΔΔΑ, το οποίο ερμηνεύοντας το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ για το δικαίωμα διενέργειας ελεύθερων εκλογών, διαπίστωσε παραβίαση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στο κράτος. Με βάση όλα τα παραπάνω, την αρχή της προβλεψιμότητας και της ορθολογικότητας, η άποψη αυτή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι κανόνες δικαίου πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο ορθολογικό ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια δικαίου.

Η πλειοψηφία της επιστημονικής κοινότητας τάσσεται υπέρ της πρώτης άποψης. Λαμβάνοντας, επίσης, ως δεδομένο ότι η απόφαση του ΑΕΔ δε διαπίστωσε δεσμευτικότητα λόγω της χρήσης της κρίσιμης λέξης «προεχόντως» και ότι η απόφαση του ΕΔΔΑ σε καμία περίπτωση δε μπορεί να επιβάλει τον τρόπο αναθεώρησης του εθνικού Συντάγματος, η δυνατότητα καθορισμού του περιεχομένου της αναθεώρησης κυριαρχικά από την Αναθεωρητική Βουλή φαίνεται ως η πλέον πειστική.


Πηγές

Πηνελόπη Ανυφαντή

Είναι φοιτήτρια στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει λάβει μέρος σε σεμινάρια, ημερίδες καθώς και προσομοιώσεις λειτουργίας θεσμικών οργάνων της ΕΕ τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Μιλάει αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά και έχει ολοκληρώσει ένα εξάμηνο φοίτησης στο Λουξεμβούργο στο πλαίσιο του προγράμματος Erasmus. Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το δημόσιο και ευρωπαϊκό δίκαιο, αγαπάει τα βιβλία και την ποίηση και της αρέσει πολύ να ταξιδεύει.