Της Ελένης Σπυροπούλου,

Τι κοινό να έχουν άραγε η BMW, η Dell, η Motorola και η Philips; Η απάντηση ίσως να μην είναι προφανής: και οι τέσσερις αγοράζουν τα σχέδια ορισμένων προϊόντων τους από εξωτερικούς κατασκευαστές, τα προσαρμόζουν στις επιθυμητές γι’ αυτές προδιαγραφές και έπειτα τα λανσάρουν στην αγορά με το δικό τους σήμα και επωνυμία. Αυτή ακριβώς είναι και η «καρδιά» του outsourcing.

Το outsourcing, λοιπόν, ή κατά την ελληνική ορολογία, εξωτερική ανάθεση ή εκχώρηση λειτουργιών– δραστηριοτήτων, είναι μια πρακτική που έχει υιοθετηθεί ευρέως από τις σύγχρονες επιχειρήσεις, και είναι αρκετά διαδεδομένο και στην Ελλάδα. Σύμφωνα με έρευνα του ΣΕΒ σε 831 επιχειρήσεις παραγωγικού τομέα, το 56,7% αξιοποιεί το outsourcing.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει να δούμε ποιες είναι οι λειτουργίες που εκχωρούνται συχνότερα. Σύμφωνα με μελέτη των Johnson A. και J.D. Rollins, δραστηριότητες σχετικές με IT εκχωρούνται με συχνότητα 60%, με εκπαίδευση 44%, με εφοδιαστική αλυσίδα 43%, με ανθρώπινους πόρους 31%, με οικονομικές υπηρεσίες και λογιστήριο 21%, με εξυπηρέτηση πελατών 21% και λοιπές 18%. Προσπαθώντας να δώσω μια προσωπική ερμηνεία σε αυτήν την έρευνα καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα:

  • Ένα μεγάλο ποσοστό που αφορά την εκπαίδευση του προσωπικού ανατίθεται εξωτερικά. Αυτό, ίσως, αντικατοπτρίζει και το «φόβο» των περισσότερων επιχειρήσεων σχετικά με την πρόσληψη του νέου προσωπικού. Οι επιχειρήσεις προτιμούν να μην επωμιστούν το χρονικό «βάρος» εκπαίδευσης ατόμων που ίσως τελικά να μην παραμείνουν στην εταιρεία και να μην προσθέσουν αξία σε αυτήν.
  • Επίσης, παρατηρούμε πως η εκχώρηση οικονομικών υπηρεσιών σε τρίτους δεν είναι τόσο συχνή. Όσο διαδεδομένη και αν είναι αυτή η τάση, οι επιχειρήσεις παραμένουν διστακτικές στο να εμπιστευτούν τα οικονομικά τους στοιχεία σε τρίτους!
  • Τέλος, μικρό ποσοστό εκχώρησης παρατηρείται σε δραστηριότητες που αφορούν την εξυπηρέτηση των πελατών. Στο σύγχρονο επιχειρηματικό κόσμο έχει γίνει πλέον αντιληπτό ότι η γνώση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των πελατών τους είναι ίσως μονόδρομος για την επιτυχία.

Μετά από αυτήν την μελέτη, προκύπτει το εξής ερώτημα: αξίζει τελικά να εκχωρήσω σε τρίτους δραστηριότητες της επιχείρησής μου και ποιοι κίνδυνοι προκύπτουν; Όπως έχετε αντιληφθεί, καμία τεχνική δεν είναι πανάκεια για τις οικονομικές μονάδες. Φυσικά και αναμφίβολα, το outsourcing προσφέρει πλεονεκτήματα κόστους, δυνατότητα να «μοιραστεί» η επιχείρηση την ζημία από ένα αποτυχημένο προϊόν/υπηρεσία με τους συνεργάτες της, ευελιξία στην επιλογή συνεργατών κάθε φορά (αυτό συνεπάγεται και εισροή νέων ιδεών στην επιχείρηση), ταχύτητα κινήσεων ειδικά σε επιχειρήσεις– κολοσσούς στις οποίες παρατηρούνται συχνές εξαγορές και συγχωνεύσεις, καθώς και πλεονεκτήματα χρόνου, εφόσον η επιχείρηση αφοσιώνεται στις λειτουργίες που θεωρεί σημαντικότερες.

Από την άλλη πλευρά, το outsourcing δεν γίνεται απλά για να εξοικονομήσει η επιχείρηση χρόνο και χρήμα. Πριν εμπλακεί σε μια τέτοια συνεργασία, η εταιρεία οφείλει να κάνει ανάλυση κόστους– οφέλους από αυτήν την στρατηγική επιλογή και κυρίως να ερευνήσει πώς το συμφέρον της από την εξωτερική ανάθεση συγκρούεται με το συμφέρον του συνεργάτη της. Αρκετά συχνά, παρατηρείται η εξάρτηση από τους εξωτερικούς συνεργάτες τόσο στην παραγωγή όσο και στο ανθρώπινο δυναμικό, με την έννοια ότι οι εργαζόμενοι συνηθίζουν στην στήριξη και τις υπηρεσίες των συνεργατών αυτών. Ακόμη, οι εταιρίες στις οποίες ανατίθενται λειτουργίες μπορεί σκόπιμα να προσφέρουν χαμηλής ποιότητας υπηρεσίες, να διακρατήσουν στοιχεία που αφορούν ίσως και την επιτυχία της επιχείρησης, όπως ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της παραγωγικής διαδικασίας ή ακόμη και στοιχεία λογιστικής φύσης.

Τέλος, θα κλείσουμε το παρόν άρθρο με ένα ερώτημα το οποίο έχει απασχολήσει και συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο έριδας μεταξύ πολλών ακαδημαϊκών και ανθρώπων του επιχειρηματικού κόσμου. Είναι «στρατηγικά ορθό» να εκχωρούνται οι θεμελιώδεις ικανότητες, ο πυρήνας των δραστηριοτήτων της επιχείρησης; Οι θεμελιώδεις ικανότητες είναι αυτές που εξασφαλίζουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην επιχείρηση, οι δραστηριότητες εκείνες που την ξεχωρίζουν και την εγκαθιδρύουν ως κάτι διαφορετικό στην εντύπωση του καταναλωτή. Μπορεί να σχετίζονται με την παραγωγική διαδικασία, την εφοδιαστική αλυσίδα, την διανομή, την εξυπηρέτηση του πελάτη ή ακόμη την διοίκηση του ανθρώπινου δυναμικού.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι εκχωρώντας αυτές τις ικανότητες, «χάνω» τον πυρήνα των δραστηριοτήτων μου και μόλις ο συνεργάτης μου αποκτήσει την απαραίτητη τεχνογνωσία, υιοθετεί το ανταγωνιστικό μου πλεονέκτημα και βγαίνει στην αγορά ως ανταγωνιστής μου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας περίπτωσης είναι η Motorola και ο εξωτερικός συνεργάτης BenQ. Μπορεί η πρώτη να διέκοψε εύλογα την συνεργασία, αλλά ήταν μάλλον αργά! Ωστόσο, οι πιο «αιρετικοί» στον κλάδο, διατείνονται υπέρ της εκχώρησης θεμελιωδών ικανοτήτων, όταν οι συνθήκες το υπαγορεύουν. Ποιες είναι οι συνθήκες αυτές;

  • Όταν η επιχείρηση –για διάφορους λόγους– έχει μείνει πίσω από τους ανταγωνιστές της και οι θεμελιώδεις ικανότητές της έχουν πλέον απαξιωθεί από το καταναλωτικό κοινό και από την αγορά ευρύτερα.
  • Όταν συντελούνται ραγδαίες αλλαγές στην αλυσίδα αξίας, τις οποίες η επιχείρηση λόγω π.χ. έλλειψης τεχνογνωσίας δεν μπορεί να υποστηρίξει.
  • Όταν παρατηρείται μια τεχνολογική τάση την οποία ως επιχείρηση δεν προλαβαίνω ή δεν έχω την δυνατότητα να αναπτύξω εσωτερικά.
  • Όταν επιθυμώ «άνοιγμα» σε νέα αγορά για την οποία δεν έχω γνώση πχ του δικτύου διανομής, των πελατών κλπ.

Όποια άποψη και αν ενστερνίζεται κάποιος, το συμπέρασμα είναι κοινό: το outsourcing από μόνο του δεν εγγυάται την επιτυχία. Αν αποφασίσω να εκχωρήσω και τι ακριβώς θα αναθέσω εξωτερικά, το φλέγον ζήτημα είναι η σωστή επιλογή του συνεργάτη και πώς θα χειριστώ στρατηγικά αυτήν την συνεργασία, η οποία όπως επισημάνθηκε είναι εξαιρετικά πιθανό να καταλήξει σε ανταγωνισμό!


Ελένη Σπυροπούλου

Γεννήθηκε το 1997 στην Πάτρα, μεγάλωσε στον Πύργο Ηλείας και κατοικεί τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα. Είναι απόφοιτη του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και συγκεκριμένα του τμήματος Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής. Πρόσφατα ξεκίνησε τις μεταπτυχιακές σπουδές της στο ΠΜΣ “Master of Business Administration” του ΟΠΑ. Την απασχολεί η μελέτη θεμάτων σχετικών με την επιχειρηματικότητα, εξάλλου στο μέλλον φιλοδοξεί να δημιουργήσει την δική της επιχειρηματική μονάδα.